«Αντί να αντιστοιχεί σε κάποιο θεσμικό κενό, η κατάσταση εξαίρεσης παρουσιάζεται ως κάτι που δημιουργεί στο σύστημα ένα επίπλαστο κενό, με σκοπό τη διαφύλαξη της ύπαρξης του κανόνα και της δυνατότητάς του να εφαρμόζεται σε κανονικές καταστάσεις. Το κενό δεν εμπεριέχεται στο νόμο, αντίθετα αφορά τη σχέση του με την πραγματικότητα, τη δυνατότητά του να εφαρμόζεται. Είναι λες και το δίκαιο έχει μεταξύ του κανόνα και της εφαρμογής του ένα σημαντικό ρήγμα, που σε ακραία περίπτωση μπορεί να καλυφθεί μόνο μέσω της κατάστασης εξαίρεσης, σχηματίζοντας δηλαδή μία ζώνη στην οποία η εφαρμογή αναστέλλεται, αλλά ο νόμος ως τέτοιος παραμένει σε ισχύ».

«Βασικό καθήκον μιας θεωρίας δεν είναι μόνο να διασαφηνίσει τη νομική ή μη φύση της κατάστασης εξαίρεσης, όσο μάλλον να καθορίσει τη σημασία, τον τόπο και τους τρόπους της σχέσης της με το δίκαιο».

«Μια μέρα η ανθρωπότητα θα παίξει με το δίκαιο όπως τα παιδιά παίζουν με τα άχρηστα αντικείμενα, όχι για να τους ξαναδώσουν την κανονική τους χρήση, αλλά για να τα απελευθερώσουν οριστικά από αυτή. Εκείνο που βρίσκεται πίσω από το δίκαιο δεν είναι μια πιο ιδιαίτερη και αυθεντική χρηστική αξία που προηγείται του δικαίου, αλλά μια νέα χρήση που γεννιέται ύστερα από αυτό. Ακόμα και η χρήση, που μιαίνεται μαζί με το δίκαιο, πρέπει να ελευθερωθεί από την καθεαυτό αξία της. Η απελευθέρωση αυτή επιτελείται με τη μελέτη ή το παιχνίδι. Ακριβώς το «μελετηρό» παιχνίδι είναι το πέρασμα που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε εκείνη τη δικαιοσύνη που, σ’ ένα κείμενο του Μπένγιαμιν δημοσιευμένο μετά το θάνατό του, προσδιορίζεται ως ένα αγαθό που επ’ ουδενί δεν μπορούμε να ιδιοποιηθούμε και να «νομικοποιήσουμε».

«Αυτό που η ‘κιβωτός’ της εξουσίας κρύβει στο κέντρο της είναι η κατάσταση εξαίρεσης- ουσιαστικά ένας κενός χώρος, στον οποίο η ανθρώπινη δράση που δε σχετίζεται με το δίκαιο έρχεται αντιμέτωπη με τον κανόνα που δε σχετίζεται με τη ζωή».

«Δεν υπάρχουν πρώτα η ζωή ως φυσικό βιολογικό δεδομένο και η ανομία ως φυσική κατάσταση και έπειτα η εμπλοκή τους με το δίκαιο μέσω της κατάστασης εξαίρεσης. Απεναντίας, η ίδια η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στη ζωή και στο δίκαιο, στην ανομία και στο νόμο συμπίπτει με τη διάρθρωσή τους στη βιοπολιτική μηχανή. Η γυμνή ζωή αποτελεί προϊόν της μηχανής και όχι κάτι που προϋπάρχει αυτής, έτσι όπως το δίκαιο δεν έχει κανένα νόμο στη φύση ή στο θεϊκό πνεύμα. Ζωή και δίκαιο, ανομία και νόμος, auctoritas και potestas προκύπτουν από το ρήγμα ενός πράγματος στο οποίο δεν έχουμε άλλη πρόσβαση παρά μόνο μέσω της πλασματικής κατασκευής της διάρθρωσής τους και του επίμονου έργου που, φανερώνοντας ετούτη την κατασκευή, διαχωρίζει ό,τι επιβαλλόταν να ενωθεί. Η απομάγευση όμως δεν αποκαθιστά τη μάγευση στην αρχική μορφή της: σύμφωνα με την αρχή κατά την οποία η καθαρότητα δε βρίσκεται ποτέ στην αρχέγονη κατάστασή της, μας δίνει μόνο τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε μια νέα κατάσταση.

Το να παρουσιάζεις το δίκαιο στη μη σχέση του με τη ζωή και τη ζωή στη μη σχέση της με το δίκαιο σημαίνει να δημιουργείς μεταξύ τους ένα χώρο για την ανθρώπινη δράση, που κάποτε διεκδικούσε για τον εαυτό της το όνομα ‘πολιτική’. Η πολιτική διέρχεται μια μόνιμη κρίση καθότι έχει εμπλακεί με το δίκαιο, αντιλαμβανόμενη στην καλύτερη περίπτωση τον ίδιο της τον εαυτό ως συντακτική εξουσία (ως βία δηλαδή που θεσπίζει το δίκαιο), όταν δεν περιορίζεται απλώς σε δύναμη που διαπραγματεύεται με το δίκαιο. Αντιθέτως, αληθινά πολιτική είναι μόνο η δράση που διαρρηγνύει το δεσμό μεταξύ βίας και δικαίου.

Μόνο αν ξεκινήσουμε από το χώρο που ανοίγεται ανάμεσά τους, θα καταστεί δυνατόν να τεθεί το ζήτημα για μια ενδεχομενική χρήση του δικαίου μετά την απενεργοποίηση του μηχανισμού που στην κατάσταση εξαίρεσης ο συνέδεε με τη ζωή. Θα έχουμε τότε ενώπιόν μας ένα ‘καθαρό’ δίκαιο, με την έννοια που ο Μπένγιαμιν μιλά για ‘καθαρή’ γλώσσα και ‘καθαρή’ βία. Σε ένα λόγο που δεν είναι δεσμευτικός, που δεν επιτάσσει και δεν απαγορεύει τίποτα, αλλά απλώς μιλά γι’ αυτό που είναι, θα αντιστοιχούσε μια δράση ως καθαρό μέσο που προβάλλει μόνο εκείνο που είναι χωρίς να σχετίζεται με κανένα σκοπό. Και μεταξύ τους δεν θα υπήρχε μια χαμένη αρχέγονη κατάσταση, αλλά μόνο η χρήση και η ανθρώπινη πρακτική που οι δυνάμεις του δικαίου και του μύθου προσπάθησαν να αιχμαλωτίσουν στην κατάσταση εξαίρεσης».

Agamben G. (2007) Κατάσταση εξαίρεσης. Όταν η ‘έκτακτη ανάγκη’ μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μτφρ. Μ. Οικονόμου, Αθήνα: Πατάκης.