Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στην Αλγερία το 1913. Ο πατέρας του πέθανε τον επόμενο χρόνο. Ήταν γάλλος χωρικός και η μητέρα του Ισπανίδα. Ο Αλμπέρ μεγάλωσε αρκετά φτωχά. Άρχισε να γράφει λογοτεχνικά και θεατρικά κείμενα από αρκετά μικρή ηλικία. Σπούδασε φιλολογία στη φιλοσοφική σχολή στο Αλγέρι. Το 1935 εγκαταλείπει οριστικά το Κ.Κ. Γαλλίας. Έγινε γνωστός κυρίως για τα μυθιστορήματά του Ο Ξένος και Η Πανούκλα, καθώς και για τα θεατρικά του Ο Καλιγούλας και Οι δίκαιοι. Το 1957 πήρε το βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Πέθανε το 1960, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Γαλλία.

Το έργο του Teodosio Verdone με τίτλο Albert Camus. Το έργο και η δράση του στο ελευθεριακό κίνημα, σε μετάφραση του Κ. Μαργιόλη, από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, παρουσιάζει μια διάσταση του Καμύ που δεν είναι και τόσο γνωστή.

Ο Καμύ έγραψε δεκάδες άρθρα σε εφημερίδες του αναρχικού και του ελευθεριακού χώρου. Επίσης, σε σύμπραξη με ελευθεριακούς και αναρχικούς, ίδρυσε το 1949 τις Ομάδες Διεθνούς Σύνδεσης (Groupes de Liaison International) μια ομάδα στήριξης αγωνιστών και διωκόμενων από άλλες χώρες, κυρίως θύματα του φρανκισμού και του σταλινισμού, αλλά και αφρικανούς, η οποία πέρα από το να τους βρει κατοικία και δουλειά, προσπαθούσε να τους στηρίξει έτσι ώστε να πάρουν άσυλο, βασιζόμενη πάντοτε στις αρχές της διεθνιστικής αλληλεγγύης και σε μια ελευθεριακή ηθική.

Το έργο του Καμύ Ο Επαναστατημένος άνθρωπος (ο τίτλος του οποίου, όπως σωστά σημειώνει ο μεταφραστής, θα έπρεπε να είναι ο Εξεγερμένος άνθρωπος, Lhomme revolte, αλλά τον διατηρεί καθώς έτσι έγινε γνωστό το έργο στο ελληνικό κοινό), προκάλεσε έντονες αντιδράσεις κυρίως στην ορθόδοξη κομμουνιστική τάση. Ο Σαρτρ, η εφημερίδα Ουμανιτέ και διάφοροι άλλοι από την κομμουνιστική τάση θα του επιτεθούν για τις θέσεις του υπέρ της εξέγερσης και για την κριτική του στην μεταφυσική διάσταση της ιστορίας. Οι αναρχικοί θα του ασκήσουν επίσης κριτική, αλλά σε έναν πιο εποικοδομητικό πλαίσιο, το οποίο θα βάλει τον Καμύ σε διάλογο μαζί τους, και θα τον υποχρεώσει να προβεί σε διορθώσεις σημείων του βιβλίου του, επισημαίνοντας έτσι την εκτίμησή του και για το πρόσωπο του Μπακούνιν και για τους συνομιλητές του.

Στα έργα εκείνα όπου αναφέρεται στο παράλογο, και κυρίως στον μύθο του Σίσυφου, ο Καμύ μας λέει ότι το «μεταφυσικό παράλογο» αποτελεί τη συνέπεια της αντιπαράθεσης, από τη μια πλευρά της απαίτησης για σαφήνεια και ενότητα στον διαυγή άνθρωπο, και από την άλλη της έλλειψης συνοχής και της αδυναμίας να αντιληφθεί τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ερωτευμένος με τη σαφήνεια και την ενότητα ο άνθρωπος είναι παράλογος από την ίδια του την ύπαρξη. Ο «εξωφρενικός» κόσμος, στον οποίο βασιλεύει η αντινομία, το άγχος και η αδυναμία, είναι παράλογος. Η αντιπαράθεση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο είναι που θεμελιώνει την έννοια του παραλόγου. Επομένως, όπως σημειώνει ο Verdone, τα «τρία πρόσωπα του δράματος» είναι ο άνθρωπος, ο κόσμος και η αντιπαράθεσή τους.

Το παράλογο έχει ανάγκη αυτή τη «μοναδική τριάδα», διότι δεν υπάρχει μέσα στον κόσμο χωρίς τον άνθρωπο. Είναι όμως η αντιπαράθεση μεταξύ ανθρώπου και κόσμου που γεννά τη συνείδηση και την έννοια του παραλόγου. «Αν έλεγα ότι ο κόσμος είναι παράλογος, θα προέτρεχα. Ο κόσμος από μόνος του δεν είναι λογικός. Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να πούμε. Όμως αυτό που είναι παράλογο είναι η αντιπαράθεση αυτού του παραλογισμού με το ασυγκράτητο πάθος για σαφήνεια, το οποίο αποκαλούμε λογικό, που βρίσκεται στα βάθη του ανθρώπου» (Καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου).

Ενάντια σε αυτό το μεταφυσικό παράλογο ο Καμύ αντιτάσσει την εξέγερση που συνιστά τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας του ανθρώπου, από τη στιγμή που ο άνθρωπος έχει αφήσει πίσω του τους πειρασμούς του παραλόγου, τους οποίους συναντά στη φυσική ή φιλοσοφική αυτοκτονία (το παράλογο με ή χωρίς θεό) και οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, είναι μια συγκατάνευση του ανθρώπου στο μεταφυσικό παράλογο. Μέσω της αντίληψης αυτού του παραλόγου ο διαυγής άνθρωπος, ο παράλογος άνθρωπος, έχοντας συνειδητοποιήσει την έλλειψη νοήματος του κόσμου, πρέπει να καλλιεργήσει μέσα του μια ηθική και μια σοφία της εξέγερσης.

Η εξέγερση είναι θετική από τη στιγμή που συνιστά ταυτόχρονα άρνηση και συναίνεση: άρνηση του παραλόγου και της αδικίας, συναίνεση στην κατάφαση της ανθρώπινης φύσης και των αξιών που είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στο ναι και στο όχι είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εξέγερσης. Μόνο αυτή η ισορροπία υποδηλώνει πίστη στις αρχές της εξέγερσης. Λίγο πιο εκεί ή λίγο πιο εδώ αρχίζει η προδοσία της εξέγερσης και η συγκατάνευση με το μεταφυσικό και το ιστορικό παράλογο».

Όσον αφορά την παρανόηση που θέλει τον Καμύ υπαρξιστή, αυτή σύμφωνα με το συγγραφέα οφείλεται κυρίως στη μελέτη του Σαρτρ πάνω στον Ξένο, όπου εμφανίζει τον Μερσώ, τον πρωταγωνιστή, ως «απόλυτα παράλογο άνθρωπο», όταν ο ίδιος ο Καμύ τον προσδιορίζει ως «το σημείο μηδέν της εξέγερσης».

Τον Ιανουάριο του 1946, ο Καμύ στέλνει μια επιστολή στην επιθεώρηση La nef θέλοντας να ξεκαθαρίσει αυτήν την παρανόηση όπου σημειώνει ότι: α) Ο Καλιγούλας είχε γραφτεί το 1938, δηλαδή πριν υπάρξει υπαρξισμός και πριν δημοσιεύσει ο Σαρτρ τα φιλοσοφικά του έργα, β) ο Μύθος του Σίσυφου, το μόνο φιλοσοφικό του έργο εκείνη την εποχή, είχε κατεύθυνση ενάντια στις θέσεις του υπαρξισμού και γ) παρόλο που κατανοεί την ιστορική αξία του υπαρξισμού, δεν αποδεχόταν ότι ο κόσμος ήταν παράλογος, καθώς επίσης και ότι του είχε φανεί απαράδεκτο το πρώτο μανιφέστο του Σαρτρ στο περιοδικό Temps Modernes (Μοντέρνοι Καιροί).

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «με ποιο δικαίωμα άλλωστε να με κατηγορήσει ένας χριστιανός ή ένας μαρξιστής, για παράδειγμα, ως απαισιόδοξο […]. Δεν είμαι εγώ που ψέλνω nemo bonus [ουδείς αγαθός] ούτε που λέω ότι χωρίς το βάπτισμα τα παιδιά δεν είναι ευλογημένα. Δεν είμαι εγώ αυτός που λέει ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να σωθεί μόνος του και ότι φτάνοντας στα βάθη της ταπείνωσής του ελπίζει μόνο στη χάρη του θεού. Και τι να πεις για την περίφημη μαρξιστική ορθοδοξία! Κανείς άλλος δεν έφτασε τόσο μακριά τη δυσπιστία για τον άνθρωπο».

Για τον Verdone, ο Καμύ ήδη “από το ξεκίνημά του γράφει και αναπτύσσει το έργο του στο πλαίσιο μιας θεματικής που συνδέεται τόσο με τις ευαισθησίες όσο και με τη σκέψη του ελευθεριακού χώρου”, συνθέτοντας “ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, μια αδρή γραμμή που διαπερνά το έργο του”.

Έτσι ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά θέσεων που διατρέχουν το έργο του Καμύ και δείχνουν τη συγγένειά του με την ελευθεριακή σκέψη. Ο Καμύ υπερασπίζεται “τη σάρκα και τα “φυσικά” δικαιώματα του ατόμου, ώστε να ζει τη ζωή των αισθήσεων σε συμπαντική αρμονία με τον υπόλοιπο κόσμο” (βλ. Γάμοι, Το καλοκαίρι). Αδιαφορεί προς τους κοινωνικούς νόμους “που γίνονται αισθητοί ως κατασκευάσματα και αφύσικη επιβολή, και τους ‘ιστορικούς’ νόμους που αποσκοπούν στο να περιορίσουν ή να καταπνίξουν τις ενδογενείς αρετές του ανθρώπου” (βλ. Ο Ξένος). Ανακαλύπτει και επιβεβαιώνει την “εξέγερση τόσο ως κατάκτηση της συνείδησης από το άτομο όσο και ως μέσο διατήρησης αυτής της συνείδησης στο επίπεδο της ατομικής του αξιοπρέπειας “(βλ. Καλιγούλας, Καλιάγεφ). Κάνει λόγο για το “δικαίωμα στην ευτυχία μέσω της ελευθερίας, κόρης της εξέγερσης”, και θεωρεί την “αλληλεγγύη ως συνθήκη ευτυχίας και ελευθερίας “(Η πανούκλα, Ιωνάς ο καλλιτέχνης).  Θεωρεί ότι η δικαιοσύνη υπάρχει “μαζί με και μέσα στην ελευθερία” (στο άρθρο του ‘ούτε δήμιοι, ούτε θύματα’). Αρνείται αδιάλλακτα “κάθε μεσσιανική δικαιοσύνη σε βάρος, έστω και προσωρινά, της ελευθερίας” (Ο επαναστατημένος άνθρωπος). Απορρίπτει “τη χριστιανική ή τη μαρξιστική Δευτέρα παρουσία ως θεολογία” (στο ίδιο). Είναι αντίθετος σε κάθε “μεταφυσικό ή ιστορικό απόλυτο και δύσπιστος έναντι του λόγου της Ιστορίας καθώς και του ιστορικισμού που απορρέει από αυτά” (στο ίδιο).

Όπως τονίζει ο Verdone, ο Καμύ μάχεται ενάντια “στις παρεκτροπές και την προδοσία της εξέγερσης από τις ιστορικές επαναστάσεις και κυρίως από τη μαρξιστική- λενινιστική, η οποία στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της σχεδόν μεταφυσικής παρουσίας ενός ιστορικού παραδείσου πρόδωσε τις καταβολές της εξέγερσης και καταστρατήγησε τις αξιωματικές αρχές της πραγματικά επαναστατικής εξέγερσης”. Επίσης, συνηγορεί υπέρ της κοσμικότητας (ως απουσία θρησκευτικότητας) της εξέγερσης που αρνείται κάθε δογματισμό. Υπερασπίζεται την ανθρώπινη ζωή και το σεβασμό της “ενάντια στις αρχές της υποτιθέμενης επαναστατικής αποτελεσματικότητας και της ιστορικής αναγκαιότητας, τις οποίες επικαλούνται οι επαναστάσεις που έχουν εγκαταλείψει την εξέγερση”. Βλέπει καχύποπτα την έννοια της ‘εξουσίας’ και ειδικά, οποιαδήποτε πολιτική της έκφραση. Τέλος, υπερασπίζεται παθιασμένα την ειρήνη και εναντιώνεται στον πόλεμο, ενώ έχει σε πολύ μεγάλη εκτίμηση τους αντιρρησίες συνείδησης, στους οποίους και συμπαραστέκεται αμέριστα.

Οι δίαυλοι του Καμύ με την ελευθεριακή σκέψη αφορούν κυρίως τα ζητήματα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Η μία δε μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη. Και οι δυο συνθέτουν την αξία που έχει ως πρόθεση «την πραγμάτωση της αναμφίβολα σχετικής ευτυχίας του ανθρώπου».

Teodosio Verdone (2015) Albert Camus. Το έργο και η δράση του στο ελευθεριακό κίνημα, μτφρ. Κ. Μαργιόλη, Αθήνα: Στάσει Εκπίπτοντες.