του Γιώργου Μουργή 

Η ποινικοποίηση του φρονήματος, η οποία αναγορεύει σε εσωτερικούς εχθρούς τής κοινωνίας και του κράτους τους νέους, δεν νοείται να χρησιμοποιείται ως μόνιμος εκφοβισμός προς την κοινωνία και ειδικότερα προς την ενεργά πολιτικά μαχόμενη νεολαία ώστε να ευδοκιμήσει η ιδιώτευση ή η απομόνωση.

Υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση και με μικρές αποκλίσεις από την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ουσιαστικά διατήρησε τις αρχικές εξοντωτικές ποινές για τους τέσσερις αναρχικούς, κρίνοντάς έτσι ότι λειτούργησαν ως «ατομικοί τρομοκράτες».

Οι νέες ποινές έχουν ως εξής: Αργ. Ντάλιος 27 χρόνια από 29, Ν. Ρωμανός 18 χρόνια από 20, Δ. Πολίτης 12 χρόνια και 2 μήνες από 13, Γ. Μιχαηλίδης 11 χρόνια όπως πρωτόδικα, Γ. Τσάκαλος σε 5 χρόνια όπως πρωτόδικα.

Το γεγονός ότι οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι έχουν αθωωθεί αμετάκλητα για την κατηγορία της ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση, άφησε αδιάφορο το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που τους καταδίκασε ως ατομικούς τρομοκράτες (η υπόθεση εκδικάστηκε στις 26/03).

Η ad hoc εφαρμογή νόμων και διατάξεων, σε βάρος της ισονομίας, όταν πρόκειται για κατηγορούμενους του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού χώρου που έχουν καταχωρηθεί ως δεξαμενή τρομοκρατών, δεν είναι τυχαία ούτε παράδοξη. Στόχος δεν είναι μόνο η τιμωρία των κατηγορουμένων αλλά ο παραδειγματισμός και οι εξοντωτικές ποινές που περιμένουν τους… «απείθαρχους».

Το Πενταμελές Εφετείο συνέχισε στον επικίνδυνο δρόμο της εφαρμογής του τρομονόμου βάσει του οποίου αποδίδεται η κατηγορία του μέλους τρομοκρατικής οργάνωσης και απέδειξε ότι ακόμα κι όταν αυτή η κατηγορία καταρρίπτεται στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος θα τιμωρείται και πάλι με τις ποινές του 187Α ΠΚ (τρομονόμος), αυτή τη φορά ως ατομικός τρομοκράτης.

Αυτή η δικαιοσύνη, ως εξουσία πλέον, ερμηνεύει, δικάζει και καταδικάζει με εξοντωτικές ποινές όχι μόνο με ταξικό πρόσημο αλλά και στοχευμένα – μεθοδευμένα με πολιτικό σκοπό, και ως τέτοια πρέπει να χαρακτηρίζεται.

Νομικά και λογικά παράδοξα, επικίνδυνα για τη δημοκρατία

Είμαστε μπροστά στο λογικά και νομικά εξής παράδοξο: Κάποιοι αρχικά είχαν κατηγορηθεί για ένταξη και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, δηλαδή ως μέλη δομημένης ομάδας. Αθωώθηκαν από την κατηγορία αυτή λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά στη συνέχεια καταδικάστηκαν ως ατομικοί τρομοκράτες.

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα, τελικά οι κατηγορούμενοι τι ήταν; Μέλη ομάδας δομημένης και με διαρκή δράση που προβλέπει το 187Α ΠΚ παρ. 4 ή μοναχικοί λύκοι; Και εφόσον κρίθηκε ότι ήταν το δεύτερο, πώς τιμωρούνται με τις ποινές που αντιστοιχούν σε συμμετοχή σε δομημένη ομάδα; Γιατί και τα δύο ταυτόχρονα δεν γίνεται.

Η μετατροπή της κατηγορίας από αυτήν της ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση σε αυτήν της διάπραξης τρομοκρατικών πράξεων ατομικά, πέραν του ότι είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη όταν γίνεται μετά την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος, είναι και ιδιαίτερα επικίνδυνη για τα κεκτημένα του νομικού πολιτισμού αλλά και για την ίδια τη δημοκρατία.

Και μάλιστα, με αποδέκτη μία συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία, τη στρατευμένη νεολαία, η οποία επαναπροσδιορίζεται εμφατικά ως πρόβλημα μετά τον Δεκέμβρη του 2008.

Σε μια περίοδο όπου οι ανθρωποφάγοι όροι της οικονομικής διαχείρισης, η κοινωνική και πολιτική κρίση, η παραγωγή ανέργων, αστέγων και φτωχοποιημένων πληθυσμών απαιτεί σιδερένια πειθαρχία προκειμένου να μην καταρρεύσει το σύστημα, αυτό υλοποιείται μέσα από τη συρρίκνωση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων με πρόταγμα την ανάγκη της τήρησης του νόμου και της τάξης, ανθρωποθυσίες στον βωμό του «δημόσιου συμφέροντος» και με την κατασκευή ενός πλάσματος πειθαρχημένης, συναινετικής κοινωνίας που στέκεται απέναντι στους «απείθαρχους».

Η επιβολή του δόγματος «νόμος και τάξη», με την πρόφαση της δήθεν αποσταθεροποίησης της δημόσιας τάξης, συμπληρωμένο με αντιδικονομικά παράδοξα, επιχειρεί να κατοχυρώσει ένα νέο δικαστικό δεδικασμένο.

Διαβάστε τη συνέχεια στο thepressproject.gr