Caffentzis G., «Marx, Turing Machines and the labor of thought», από τον τόμο In letters of blood and fire: work, machines and the crisis of capitalism, Common Notions, 2013: σσ. 164-175. Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό «Maine Scholar», τεύχος 11, 2000. Μετάφραση: Ν. Κελεμένης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το 1936, στο κατώτατο σημείο της Μεγάλης Ύφεσης και εν μέσω των μεγάλων απεργιών στις γραμμές παραγωγής των βιομηχανικών πόλεων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης, κάποιος νεαρός Βρετανός μαθηματικός δημοσίευσε σε ένα ακαδημαϊκό περιοδικό το τεχνικό άρθρο με τον τίτλο «Για τους υπολογίσιμους αριθμούς με εφαρμογή Entscheidungsproblem»*. Το ζητούμενο του άρθρου ήταν να επιλύσει ένα σημαντικό μεν, αλλά θεωρητικής υφής πρόβλημα στη θεμελίωση των μαθηματικών. Το άρθρο του [Alan] Turing, παρότι δεν θα είχε ιδιαίτερο άμεσο ενδιαφέρον για τους εργαζομένους και τους εργοδότες, που συγκρούονταν στα εργοστάσια των ημερών εκείνων, επρόκειτο να μετασχηματίσει ριζικά την έννοια και την πρακτική της βιομηχανικής παραγωγής. Διότι, προκειμένου να εξεύρει τη λύση ενός σύνθετου μαθηματικού θεωρήματος, ο Turing όρισε αφηρημένα μια μηχανή νέου τύπου, η οποία –χριζόμενη αργότερα ως «μηχανή Turing»– έμελλε να καταστεί η βάση της «επανάστασης των υπολογιστών».

Πολύ απλά, η μηχανή Turing είναι μια μηχανή ικανή να υπολογίζει οποιαδήποτε μαθηματική συνάρτηση μπορεί να υπολογίσει ένας άνθρωπος ή οποιαδήποτε άλλη μηχανή. Ας αναλογιστούμε ένα απλό παράδειγμα υπολογίσιμης συνάρτησης, π.χ. τη συνάρτηση τετραγώνου. Η συνάρτηση τετραγώνου αποτελεί συνάρτηση διότι για οποιονδήποτε ακέραιο αριθμό, ας πούμε το δέκα, ορίζει έναν συγκεκριμένο ακέραιο αριθμό, εν προκειμένω το εκατό. Είναι, δε, υπολογίσιμη διότι υπάρχει ένα σύνολο κανόνων και οδηγιών που προσδιορίζουν μονοσήμαντα μια διαδικασία η οποία βήμα προς βήμα καταλήγει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα· στην παρούσα περίπτωση, πολλαπλασιάζοντας τον δεδομένο αριθμό με τον εαυτό του. Για τον λόγο ότι η συνάρτηση τετραγώνου είναι υπολογίσιμη, μπορεί κανείς να δώσει οδηγίες σε έναν εργαζόμενο ώστε να ολοκληρώσει μια πολλαπλασιαστική διεργασία (ακόμη και αν δεν κατανοεί την έννοια του πολλαπλασιασμού), με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σχεδιάσει πολλές διαφορετικού τύπου μηχανές οι οποίες, ομοίως, θα πολλαπλασίαζαν αριθμούς με τον εαυτό τους. Η μηχανή Turing παρέχει έναν ενοποιημένο τρόπο για να περιγραφεί το σύνολο κανόνων και οδηγιών (το «πρόγραμμα», σύμφωνα με το σύγχρονο ιδιόλεκτο) το οποίο δίνει τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε να υπολογίζει μαθηματικές συναρτήσεις ή να πραγματοποιεί εκάστοτε άλλη σχεδιασμένη δραστηριότητα περιγράψιμη μαθητικώς, π.χ. το πλέξιμο, την ύφανση, την αναγνώριση ελίκων DNA. Με άλλα λόγια, κάθε λειτουργών υπολογιστής είναι απλώς μια επιμέρους υλοποίηση της αφηρημένης μηχανής Turing[1].

Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η τεχνολογική σημασία των εργασιών του Turnig αναγνωρίστηκε σε πολυποίκιλα πεδία, από την κρυπτογράφηση έως τον σχεδιασμό πυρηνικών όπλων[2]. Μετά το τέλος του πολέμου, η μηχανή Turing αντικατάστησε βαθμιαία τον θερμικό κινητήρα ως η παραδειγματική μηχανιστική μεταφορά του εικοστού αιώνα.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και τώρα, που εισερχόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα, τα θεμελιώδη «οικονομικά» των μηχανών Turing εξακολουθούν να είναι προβληματικά. Εάν, όπως υποστηρίζουν ορισμένες εκδοχές τεχνολογικού ντετερμινισμού, η ατμομηχανή έθεσε τις προϋποθέσεις για την κλασική περίοδο του οικονομικού στοχασμού, έχει πράγματι η μηχανή Turing διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για μια μετακλασική μορφή οικονομικού στοχασμού; Ή, διαφορετικά, έτσι όπως θα το έθετε ένας μαρξιστής, έχει όντως διαμορφώσει η μηχανή Turing τις συνθήκες για μια νέου τύπου σύγκρουση ανάμεσα στον εργαζόμενο και τη μηχανή; Και εν τέλει, έστω ότι δεχόμαστε τον ισχυρισμό του Karl Marx πως ούτε οι απλές μηχανές, όπως o μοχλός, το γρανάζι και η τροχαλία, ούτε οι θερμικοί κινητήρες δημιουργούν αξία, μήπως δημιουργούν αξία οι μηχανές Turing;

ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΧΕΙΡΩΝΑΚΤΙΚΟΥ/ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟΥ

Το πρώτο βήμα για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι να καθοριστεί τι το «νεοφανές» έχουν οι μηχανές Turing σε σύγκριση με τα άλλα είδη μηχανών –την απλή μηχανή και τον θερμικό κινητήρα–, με τα οποία είναι εξοικειωμένη η τεχνολογική σκέψη. Πρόκειται ακριβώς για τούτο: τη σκέψη. Ενώ οι απλές μηχανές και οι θερμικοί κινητήρες αποτέλεσαν προφανή υποδείγματα για τη χειρωνακτική εργασία, οι λειτουργείς της μηχανής Turing δείχνουν να αποτελούν υπόδειγμα για τη σκέψη ως διανοητική εργασία. Διότι, η αστική φιλοσοφία του δέκατου έβδομου αιώνα, από τη μια μεριά, έθεσε ως αφετηρία τον μετασχηματισμό της σκέψης από δραστηριότητα σε εργασία και, από την άλλη, εισηγήθηκε μια σειρά νέων διαχωρισμών ανάμεσα στη χειρωνακτική και τη διανοητική εργασία. Πρόκειται για έναν σύνθετο διττό μετασχηματισμό, ο οποίος συχνά παρανοείται από στοχαστές και κριτικούς της αστικής ιδεολογίας, όπως ο Sohn-Rethel[3]. Προκειμένου να αποτιμηθεί η σημασία των μηχανών Turing για το ερώτημα της αξιο-δημιουργίας [value-creativity], είναι χρήσιμο να γίνει κατανοητή αυτή η συνθετότητα, έστω και περιγραμματικά.

Αναλογιστείτε αρχικώς τη διαφορά μεταξύ χειρωνακτικής εργασίας και διανοητικής δραστηριότητας. Ο Sohn-Rethel, ο Thomson και ο Farrington διακρίνουν ορισμένη συνέχεια ανάμεσα στον καταμερισμό διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας εντός του καπιταλισμού και στον παρεμφερή διαχωρισμό [που υφίσταται] στην αρχαία Ελλάδα[4]. Υπάρχει, όμως, και μια εξίσου σημαντική διαφορά. Στον καπιταλισμό, τα προϊόντα της διάνοιας είναι εμπορεύσιμα και γίνονται αντιληπτά ως ένα είδος εργασίας. Δεν ισχύει το ίδιο στην αρχαία φιλοσοφία. Εξού και στην πλατωνική και την αριστοτέλεια φιλοσοφία η σκέψη δεν λογίζεται ως εργασία ούτε και μπορεί να εμπορευματοποιηθεί. Στον Πλάτωνα ο διαχωρισμός μεταξύ σκέψης και χρήματος τίθεται με αυστηρότητα, και τούτο όχι μόνο για ρητορικούς λόγους: η σκέψη συνίσταται στην ενατένιση και τη συμμετοχή στα ενεργήματα των ιδεωδών μορφών, οι οποίες είναι αδύνατον να κατέχονται. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της σκέψης δεν μπορούν να αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία ούτε και να εκποιούνται, ενώ οι επαΐοντες της σκέψης, οι φιλόσοφοι βασιλείς και βασίλισσες της Πολιτείας, θα πρέπει να είναι απολύτως κοινοκτήμονες [communists]. Ομοίως και στον Αριστοτέλη. Η σκέψη αποτελεί αυτοσκοπό, μια δραστηριότητα που είναι ριζικά διακριτή από την εργασία, η οποία χαρακτηρίζεται από διαδικαστική δομή (αρχή-μέσον-τερματισμό) και έχει ένα αποσπάσιμο αποτέλεσμα ή τέλος [telos]. Αντίθετα, το ενέργημα του γιγνώσκειν είναι ένα ενέργημα συνταύτισης με το αντικείμενο, μια ενόραση ανεξάντλητων κοινών μορφικών γνωρισμάτων, κυριολεκτικά εξωχρονικών. Συνεπώς, για τον Αριστοτέλη, αυτός/ή που γνωρίζει δεν μπορεί να κατέχει τη γνώση του ήλιου περισσότερο από ό,τι μπορεί να κατέχει τον ίδιο τον ήλιο.

Για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη η διαίρεση διανοητικού και χειρωνακτικού δεν αφορά δύο διαφορετικά είδη εργασίας· αντ’ αυτού, είναι παραδεκτό ότι η «δουλική» εργασία του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής δεν ανήκει στο ίδιο γένος με τη διανοητική δραστηριότητα των κυρίων. Απλούστατα, δεν λαμβάνει χώρα ουδεμία ανταλλαγή ανάμεσα στις τάξεις των κυρίων και των ανελεύθερων στην αρχαία αθηναϊκή φιλοσοφία. Με τη μετάβαση, όμως, στον καπιταλισμό η εργασία καθίσταται πράγματι εργώδης. Μολονότι, δε, το κεφάλαιο διέθετε κατά τα αρχικά του στάδια πολλούς διαφορετικούς στρατηγικούς φιλοσοφικούς διανοητές, όλοι τους συμφωνούσαν ότι οι ιδέες (η γενική λέξη που χρησιμοποιήθηκε στον λόγο του δέκατου έβδομου και του πρώιμου δέκατου όγδοου αιώνα αναφορικά με τη σκέψη και τη γνώση) δεν ήταν κάτι «δοσμένο», αλλά θα έπρεπε να υποστούν επεξεργασία, να γίνουν αντικείμενο προσπάθειας, να εκλεπτυνθούν ή να υπολογιστούν, ούτως ώστε να αποκτήσουν την παραμικρή αξία.

Αναλογιστείτε τον μάλλον διχασμένο κύκλο των πρώιμων αστών στρατηγικών διανοητών ή φιλοσόφων, στον οποίο συγκαταλέγονται ο Locke, ο Hobbes, ο Bacon και ο Descartes. Διαφώνησαν σχεδόν για το καθετί, αλλά συμφώνησαν στο εξής: η γιγνώσκουσα σκέψη δεν είναι, δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι μια αυτοφυής, αυθόρμητη δραστηριότητα. Έτσι:

  • Αυτό που δηλητηριάζει τον Locke, πίσω από την κριτική του στις «έμφυτες ιδέες», είναι η έγνοιά του να μην αποκομίσει κανείς την εντύπωση ότι η γνώση μπορεί να αποκτηθεί «ανέξοδα», με τρόπο μαγικό και δίχως μεγάλο μόχθο.
  • Η κριτική του Bacon στον Αριστοτέλη έγκειται στην αξίωση του Φιλοσόφου ότι η γνώση είναι αυτοφυής και πως η επαγωγική διαδικασία είναι σε τελευταία ανάλυση κάτι αυθόρμητο, αντί να είναι το προϊόν μιας περίτεχνης (και εργώδους) αρσενικής διείσδυσης και χειραγώγησης της θηλυκής Φύσης.
  • Η μέθοδος του Descartes είναι η επιτομή του βιοτεχνικού μοντέλου γνωστικής παραγωγής, του οποίου το πρώτο βήμα είναι η απόρριψη όλων όσα είναι «δοσμένα», κοινωνικά, ιστορικά ή αισθητηριακά.
  • Ο μετασχηματισμός εκ μέρους του Hobbes της διανοητικής δραστηριότητας σε διανοητική εργασία απαιτούσε τον μετασχηματισμό της σκέψης σε μια καθαρά μηχανοποιήσιμη διαδικασία, και πιθανότερος υποψήφιος για διαμεσολαβητής αποδείχθηκε προς τούτο η υπολογιστική διανοητική εργασία. Ως ο αρχετυπικός μηχανικιστής, ο Hobbes έθεσε με σαφήνεια αυτό το σημείο στον Λεβιάθαν:

«Όταν κάποιος συλλογίζεται, δεν κάνει άλλο παρά να συλλαμβάνει ένα σύνολο αθροίζοντας μέρη ή να συλλαμβάνει ένα υπόλοιπο αφαιρώντας ένα σύνολο από ένα άλλο. Αυτή η διαδικασία (όταν γίνεται με λέξεις) συλλαμβάνει το όνομα του συνόλου με βάση την λογική ακολουθία των ονομάτων όλων των μερών του ή το όνομα ενός από τα μέρη με βάση τα ονόματα του συνόλου και ενός άλλου μέρους. […] Αυτές οι πράξεις δεν αφορούν μόνο τους αριθμούς, αλλά και κάθε είδους πράγματα που μπορούν να αθροισθούν και να αφαιρεθούν το ένα από το άλλο. […] Συνοψίζοντας, σε οποιοδήποτε θέμα υπάρχει θέση για πρόσθεση και αφαίρεση, υπάρχει επίσης θέση για τον Λόγο˙ και εκεί όπου δεν υπάρχει θέση για αυτές, ο Λόγος μένει αδρανής»[5].

Παρότι, λοιπόν, οι Hobbes, Locke και Bacon βρίσκονταν (αντιστοίχως) οντολογικά, γενετικά και μεθοδολογικά σε εκ διαμέτρου αντίθετους πόλους από τον Descartes, όλοι τους μοιράζονταν την «κονστρουκτιβιστική», εργώδη προσέγγιση της σκέψης, η οποία επρόκειτο έκτοτε να σφραγίσει την αστική σκέψη μέχρι και σήμερα.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι οι νεότεροι φιλόσοφοι διαχώρισαν το διανοητικό από το χειρωνακτικό, όπως έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι· ωστόσο, το σημείο της διαφοροποίησης είχε αλλάξει. Διότι, άπαξ και η χειρωνακτική εργασία απελευθερώθηκε από τη δουλική της κατάσταση και η διανοητική δραστηριότητα μετασχηματίστηκε σε διανοητική εργασία, ετέθησαν οι όροι της ενοποίησής τους, καθώς η σκέψη και η σωματική κίνηση μετατράπηκαν αμφότερες σε συγκρίσιμες μονάδες περιλαμβανόμενες στον εργασιακό καταμερισμό. Η διαίρεση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας εξακολουθεί πράγματι να υφίσταται, αλλά στην εποχή του καπιταλισμού αναπτύσσεται ιστορικά. Ως δηλωτική αυτού του γεγονότος μπορούμε να εκλάβουμε την ανάλυση του Sohn-Rethel[6]. Ακολουθώντας τον Marx και συμπληρώνοντάς τον, υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρία στάδια παραγωγής, τα οποία αντιστοιχίζονται με καθεστώτα συσσώρευσης και τεχνικά σημεία αφετηρίας:

Βιοτεχνία εμπόριο εργασιακή δύναμη
Μηχανοτεχνία laissez-faire μηχανές
Συνεχής ροή μονοπώλιο εργασία

Κάθε στάδιο αντιπροσωπεύει μια διαφορετική διαίρεση μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, καθώς τα μαθηματικά, η επιστήμη και οι διοικητικές τεχνικές διαχωρίζονται από τους εργαζομένους και βιώνονται από αυτούς ως καταφανώς αλλότριες δυνάμεις του κεφαλαίου, μολονότι αποτελούν ουσιαστικά μέρη της κοινωνικής εργασίας.

Παρ’ όλα αυτά, ο Sohn-Rethel ολοκληρώνει την ανάλυσή του για τη σχέση χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας με τον Τεϋλορισμό και τις τεχνικές χρόνου και κίνησης, οι οποίες εφαρμόστηκαν στις παραγωγικές μεθόδους συνεχούς ροής. Οι δεκαετίες του 1930 και 1940 συνιστούν τη θριάμβευση αλλά και την κρίση αυτών των μεθόδων ανάλυσης, καθώς οι μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων έμαθαν πώς να αντιμάχονται επιτυχημένα τη δικτατορία τής επιτάχυνσης [της παραγωγής]. Τη στιγμή ακριβώς της θριάμβευσης και της κρίσης τους λήφθηκε μια νέα πρωτοβουλία για τη συσσωμάτωση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας διαμέσου της θεωρίας τής μηχανής Turing. Διότι, αυτό που η νέα ανάλυση θεώρησε κρίσιμο δεν ήταν η χωρο-χρονική μορφή της εργασιακής διαδικασίας, αλλά η υπολογιστική δομή της στο σύνολο των επιπέδων της παραγωγής. Ως εκ τούτου, όχι μόνο μπορούσαν να αναλυθούν και να μετατραπούν σε συγκρίσιμα μεγέθη τα χειρωνακτικά μέρη της εργασιακής διαδικασίας, αλλά θα μπορούσαν να καταστούν συμμετρικές προς αυτά και οι διανοητικές συνιστώσες της εργασίας.

* Alan M. Turing, Για τους υπολογίσιμους αριθμούς, με εφαρμογή στο Entscheidungsproblem, (μτφ.) Μ. Κωνσταντινίδης, Τροχαλία, Αθήνα 1998 [υποσημειώσεις με αστερίσκο και αγκύλες του μεταφραστή].

[1] Η θέση αυτή αναφέρεται ως «Θέση του Church», από το όνομα του Alonzo Church, του λογικολόγου μαθηματικού, ο οποίος στη δεκαετία του 1930 έκανε την υπόθεση πως κάθε παρελθούσα ή μελλοντική διατύπωση οποιασδήποτε πεπερασμένης διεργασίας [λήψης] απόφασης μπορεί να προσομοιωθεί από τη μηχανή Turing.

[2] Andrew Hodges, Άλαν Τιούρινγκ, (μτφ.) Α. Ν. Κυριαζόπουλος, Εκδόσεις Τραυλός, Αθήνα 2004.

[3] Alfred Sohn-Rethel, Intellectual and manual labour: a critique of epistemology, Macmillan, Λονδίνο 1978.

[4] Αυτ.˙ George Thomson, Οι πρώτοι φιλόσοφοι, (μτφ.) Τ. Χρηστίδης, Κέδρος, Αθήνα 1989˙ Benjamin Farrington, Η επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα, (μτφ.) Ν. Ραΐσης, Κάλβος, Αθήνα 1989.

[5] Thomas Hobbes, Λεβιάθαν, (μτφ.) Γ. Πασχαλίδης & Α. Μεταξόπουλος, Γνώση, Αθήνα 2006, σ. 113-114.

[6] Sohn-Rethel, ό.π., σ. 140-174.