Ο MARX ΚΑΙ Η ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η ανάλυση της σκέψης ως εργασίας των μηχανών Turing θα έπρεπε να είχε συνταιριαστεί με το μαρξιστικό σχέδιο. Τόσο στις λογικές όσο και στις φιλοσοφικές αναλύσεις του, ο Turing απέρριψε τη μεταφυσική μοναδικότητα του διανοητικού και, μολονότι ουδέποτε μαρξιστής, υπήρξε παιδιόθεν υπέρμαχος μιας υλιστικής οντολογίας. Τούτο καταδεικνύεται σαφέστατα από τα ειρωνικά του σχόλια επί του «θεολογικού επιχειρήματος» (π.χ. «Το σκέπτεσθαι αποτελεί ενέργημα της αθάνατης ανθρώπινης ψυχής· ο Θεός προσέδωσε αθάνατη ψυχή σε έκαστο άνδρα και εκάστη γυναίκα, αλλά ούτε σε άλλο ζώο ούτε στις μηχανές· συνεπώς, ουδέν ζώο ή μηχάνημα μπορεί να σκεφτεί»):

«Αρεσκόμαστε να πιστεύουμε ότι ο Άνθρωπος είναι κατά κάποιο αδιόρατο τρόπο ανώτερος από την υπόλοιπη δημιουργία. Ακόμη προτιμότερο είναι να παρουσιάζεται κατ’ ανάγκη ως ανώτερος, διότι τότε δεν κινδυνεύει να απολέσει την ηγετική του θέση. Η δημοτικότητα του θεολογικού επιχειρήματος συνδέεται ξεκάθαρα με ένα τέτοιο συναίσθημα. Είναι πολύ πιθανό, δε, να είναι ιδιαίτερα οξυμένη σε ανθρώπους της διανόησης, καθόσον αυτοί αξιολογούν την ικανότητα του σκέπτεσθαι υψηλότερα από τους άλλους και είναι περισσότερο προδιατεθειμένοι να βασίζουν την πίστη τους για την ανωτερότητα του Ανθρώπου σε αυτή την ικανότητα. Δεν φρονώ ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι επαρκώς στέρεο ώστε να χρήζει ανασκευής. Η παραμυθία θα ήταν πιο αρμόζουσα: αυτή είναι κατά πάσα πιθανότητα που επιζητείται μέσα από την [πίστη στη] μετεμψύχωση»[1].

Αδιαμφισβήτητα ο Marx μοιραζόταν με τον Turing την υλιστική απόρριψη της οντολογικής αυτονομίας της σκέψης. Επιπλέον, ο επινοητής μιας πρώιμης εκδοχής της μηχανής Turing κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, ο Charles Babbage, άσκησε μείζονα επιρροή στη θεωρία του Marx για τις μηχανές. Ωστόσο, ο Marx δεν έκανε καμία ρητή αναφορά στο κεφάλαιο «Περί του διαχωρισμού της διανοητικής εργασίας» από το έργο του Babbage Economy of machinery and manufactures, παρότι παρέπεμψε εκτενώς από το συγκεκριμένο βιβλίο στο Κεφάλαιο. Για την ακρίβεια, η μηχανοποίηση της διανοητικής εργασίας, η έμμονη ιδέα [idée fixe] του Babbage, φαίνεται ότι δεν έπαιξε ρόλο στην ανάπτυξη της κριτικής της σκέψης από τον Marx. Αντιθέτως, η διανοητική εργασία καταχωρίζεται στον Marx με μια πληθώρα διαφορετικών τρόπων στο σύνολο του έργου του:

(α) ως ουσιώδης διάσταση. «Υποθέτουμε την εργασία σε μια μορφή με την οποία ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο. Μια αράχνη επιτελεί λειτουργίες που προσομοιάζουν σ’ εκείνες του υφαντουργού, και μια μέλισσα ντροπιάζει έναν άνθρωπο-οικοδόμο με την οικοδόμηση της κηρήθρας της. Αυτό όμως που διακρίνει εξαρχής τον χειρότερο οικοδόμο από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι αυτός έχει χτίσει την κηρήθρα στο μυαλό του πριν τη χτίσει με το κερί»[2].

(β) ως ένα από τα κόστη κυκλοφορίας, με τη μορφή της «τήρησης λογαριασμών». Π.χ. «Η λογιστική, σαν έλεγχος και ιδεατή σύνοψη της διαδικασίας, γίνεται τόσο πιο αναγκαία όσο περισσότερο η διαδικασία συντελείται σε κοινωνική κλίμακα και χάνει τον καθαρά ατομικό χαρακτήρα της»[3].

(γ) ως η υπηρεσία των «μη παραγωγικών» ιδεολόγων, όπως οι ιερείς και οι χυδαίοι πολιτικοί οικονομολόγοι, των οποίων το έργο και τα «άυλα προϊόντα» του δεν αγοράζονται άμεσα από τους καπιταλιστές προκειμένου να δημιουργηθεί υπεραξία· ο Marx έχει την τάση να μεταχειρίζεται αυτή τη διάσταση της σκέψης με μεγάλες δόσεις ειρωνείας. Π.χ. «Κάτω από τους ορισμένους όρους παραγωγής, ξέρουν με ακρίβεια πόσοι εργάτες είναι απαραίτητοι για να φτιάξουν ένα τραπέζι, πόσο πρέπει να είναι η ποσότητα ενός καθορισμένου είδους εργασίας για να παραχθεί ένα συγκεκριμένο προϊόν. Αυτό δεν συμβαίνει με πολλά “άυλα προϊόντα”. Η απαιτούμενη ποσότητα εργασίας, για να επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, στηρίζεται εξίσου σε εικασία, όπως και το ίδιο το αποτέλεσμα. Είκοσι παπάδες ενωμένοι μπορούν να πετύχουν έναν προσηλυτισμό, εκεί όπου απέτυχε ο ένας παπάς. Έξι γιατροί, που συμμετέχουν σ’ ένα ιατρικό συμβούλιο, ίσως βρουν το μέσο θεραπείας, που δεν μπορεί να το βρει ο ένας γιατρός μόνος του. Ένα συμβούλιο από δικαστές θα αποδώσει ίσως περισσότερη δικαιοσύνη από έναν μόνο δικαστή, που ελέγχει ο ίδιος τον εαυτό του»[4].

(δ) ως μια per se μορφή εργασίας η οποία είναι μέρος της διαδικασίας παραγωγής, και ειδικότερα ως η εργασία της επίβλεψης και της διεύθυνσης, η οποία «παρουσιάζεται κατ’ ανάγκη παντού όπου η άμεση διαδικασία παραγωγής έχει τη μορφή μιας κοινωνικά συνδυασμένης διαδικασίας και δεν εμφανίζεται ως ξεχωριστή εργασία των αυτοτελών παραγωγών»[5].

(ε) ως επιστημονική και τεχνολογική εργασία, η οποία στην περίοδο της σύγχρονης βιομηχανίας, όταν «όλες οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου», καθίσταται διακριτό μέρος του εργασιακού καταμερισμού, π.χ. «[τ]ότε η εφεύρεση γίνεται επιχείρηση, και η εφαρμογή της επιστήμης στην ίδια την άμεση παραγωγή γίνεται η σκοπιά που την καθορίζει και την παρακινεί»[6].

Η αντίληψη του Marx για τη διανοητική εργασία είναι εμφανώς αμφίσημη, διφορούμενη και ελλιπής (διότι δεν τοποθετεί τη διανοητική εργασία του δικού του είδους εντός του συστήματος παραγωγής). Ως συνέπεια, σε ακολουθία και της καχυποψίας του απέναντι στον αναγωγιστικό υλισμό του Διαφωτισμού, στο έργο του ενδίδει ελάχιστα στον πειρασμό να πραγματευτεί τη διανοητική εργασία ως ξεχωριστή κατηγορία της ταξικής ανάλυσης. (Για παράδειγμα, δεν παρέχει καμία ανάλυση της νομοθεσίας για τα πνευματικά δικαιώματα, δηλαδή της εμφάνισης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και της απαγόρευσης της τυποκλοπίας, όπως υφίσταντο στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα). Ο Sohn-Rethel επισημαίνει μάλιστα αυτό το κενό ως κάτι ουσιώδες για το σχέδιό του:

«Περαιτέρω, απουσιάζει μια θεωρία για την πνευματική και τη χειρωνακτική εργασία, για τον ιστορικό διαχωρισμό τους και τις προϋποθέσεις της πιθανής επανενοποίησής τους. Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα ο Marx αναφέρεται σε αυτή την αντίθεση, [λέγοντας] ότι η “ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας” θα καταστεί δυνατή μόνον “αφότου θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον εργασιακό καταμερισμό και, προσέτι, η αντίθεση διανοητικής και σωματικής εργασίας”. Ωστόσο, προτού γίνει κατανοητό πώς μπορεί να απομακρυνθεί αυτή η αντίθεση, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί γιατί κατ’ αρχάς ανέκυψε»[7].

Πράγματι, η κλασική μαρξιστική παράδοση βρίθει συζητήσεων σχετικά με την ιδεολογική παραγωγή και –διαμέσου του Δυτικού Μαρξισμού– την καπιταλιστική χειραγώγηση των άπειρων Μάγιας του εμπορευματικού φετιχισμού της διαφήμισης και της προπαγάνδας. Μόνον, όμως, στην τελευταία γενεά, με το έργο του [Harry] Braverman, του [André] Gorz, του [David] Nobel και του ίδιου του Sohn-Rethel, απέκτησε ο πραγματικός «μόχθος του νου» ζωτική σημασία για τη μαρξιστική πολιτική οικονομία (ταυτόχρονα με το νεοκλασικό ενδιαφέρον για τα «οικονομικά της γνώσης και της πληροφορίας»). Με γνώμονα τη μαρξική θεωρία το νέο αυτό ενδιαφέρον δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη, καθώς κατά την τελευταία γενεά, με την έλευση της υπολογιστικοποίησης των σφαιρών της παραγωγής και της κυκλοφορίας, έχει επέλθει ένα νέο στάδιο ενσωμάτωσης της διανοητικής εργασίας στην κοινωνική παραγωγή μέσω της μηχανοποίησής της.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Πώς ακριβώς επηρεάζει τη θεωρία του Marx για τις μηχανές η θεωρία της μηχανής Turing; Μπορούμε να πούμε κατηγορηματικά ότι η ανάλυση του Turing για τις πεπερασμένες διεργασίες [λήψης] αποφάσεων ή τις πεπερασμένες υπολογιστικές διαδικασίες αποκαλύπτει με πρωτοφανή τρόπο την έκταση και τη σπουδαιότητα του σχεδιασμού και του υπολογισμού στην κοινωνική παραγωγή. Αυτή η διάσταση της παραγωγής ήταν όντως γνωστή και σε προ-μαρξιστές θεωρητικούς των μηχανών, όπως ο Babbage και ο Ure[8]. Εξάλλου, ο Αργαλειός του Ζακάρ συνίστατο στη μηχανοποίηση της υπολογιστικής γνώσης των υφαντουργών της Λυών. Γενικότερα, ήταν ευρέως γνωστό ότι οι περισσότερες εξελίξεις στη μηχανική τεχνολογία, ιδίως στην περίοδο της βιοτεχνίας, απαίτησαν την πλήρη ιδιοποίηση της υπολογιστικής γνώσης των ίδιων των εργαζομένων.

Ο Marx, παρότι αναντίρρητα επέδειξε ευαισθησία για την υπολογιστική γνώση των εργαζομένων, την ανέλυσε υπό τα κατηγορήματα της ειδικευμένης και της ανειδίκευτης εργασίας. Η περιγραφή του τής βιοτεχνίας καταλήγει ως εξής:

«Η βιοτεχνία γεννά συνεχώς σε κάθε χειροτεχνία την οποία καταλαμβάνει μια τάξη των λεγόμενων ανειδίκευτων εργατών, η οποία ήταν αυστηρά αποκλεισμένη από τη χειροτεχνική επιχείρηση. Ενώ αναπτύσσει την τελείως μονόπλευρη εξειδίκευση ως δεξιοτεχνία εις βάρος της συνολικής εργασιακής ικανότητας, αρχίζει ήδη να καθιστά την έλλειψη κάθε ανάπτυξης ειδικότητα. Δίπλα στην ιεραρχική διαβάθμιση έρχεται ο απλός χωρισμός των εργατών σε ειδικευμένους και ανειδίκευτους» [9].

Τι είναι, όμως, αυτό που διαφοροποιεί την ειδικευμένη από την ανειδίκευτη εργασία; Πριν τον Turing, δεν υφίστατο μια ομοιόμορφη μέθοδος για να αναπαρίσταται και να ομογενοποιείται η υπολογιστική συνιστώσα της εργασιακής διαδικασίας. Μολονότι οι μελέτες χρόνου και κίνησης του Τεϋλορισμού παρουσίασαν μια αναλογική, μιμητική και ανεπαρκή αναπαράσταση της συμπεριφοράς των εργαζομένων (ειδικευμένων ή ανειδίκευτων), ο Τεϋλορισμός δεν μπόρεσε να παράσχει ένα αντικειμενικό, ομοιόμορφο μέτρο της υπολογιστικής συνθετότητας των εκάστοτε καθηκόντων.

Η προσέγγιση της εργασιακής διαδικασίας μέσω της μηχανής Turing υπερτερεί εμφανώς, διότι επιτρέπει να υπολογίζει κανείς τα κόστη, τη συνθετότητα και την παραγωγικότητα της υπολογιστικής διεργασίας, την οποία η έννοια της «δεξιότητας» την περικλείει μεν, αλλά ταυτόχρονα τη συσκοτίζει. Συνεπώς, μέσω της ανάλυσης της μηχανής Turing οι δεξιότητες των ιατρών, των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, των μηχανουργών, των χαρτοποιών, των εργαζομένων στις ροζ γραμμές μπορούν να αναπαρασταθούν ομοιόμορφα και να μηχανοποιηθούν διαμέσου «συστημάτων εμπειρογνωμόνων», «ρομπότ», «ψηφιακών συσκευών ελέγχου», «μηχανών εικονικής πραγματικότητας» κ.λπ. Μεγάλο μέρος της δημόσιας προσοχής έχει επικεντρωθεί στη συχνά θεαματική όψη του προγραμματισμού και της μηχανοποίησης αυτών των δεξιοτήτων, αλλά αυτό που είναι πολύ πιο σημαντικό, τόσο όσον αφορά την τεχνολογική ανάπτυξη όσο και αναφορικά με τη διεξαγωγή της ταξικής διαπάλης, είναι η εννοιολογική προϋπόθεση της μηχανοποίησης: η ανάλυση της εργασιακής διαδικασίας μέσω της μηχανής Turing, η οποία αποτελεί συνθήκη της μηχανοποίησης. Όπως ακριβώς η θερμοδυναμική ανάλυση του μετασχηματισμού της μηχανικής, ηλεκτρικής, χημικής και βιολογικής ενέργειας διαμόρφωσε μια ομοιόμορφη προσέγγιση των υλοποιήσιμων στον δέκατο ένατο αιώνα βιομηχανικών και αγροτικών διαδικασιών, έτσι και η ανάλυση μέσω της μηχανής Turing των υπολογιστικών διεργασιών, ως σύμφυτων σε όλα τα τμήματα του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας, παρέχει μια παρεμφερή εννοιολογική ενοποίηση στον όψιμο εικοστό αιώνα. Ως εκ τούτου, η προσθήκη της ανάλυσης της μηχανής Turing στη θεωρία για τον θερμικό κινητήρα και τις απλές μηχανές θέτει τη βάση για μια πιο εξαντλητική μαρξιστική αναλυτική εξήγηση της εργασιακής διαδικασίας.

Μήπως, όμως, αυτή προσθήκη μεταβάλλει τη θεμελιώδη αρχή της μαρξιστικής ανάλυσης των μηχανών, πως μόνον ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης σε εργασία δημιουργεί αξία, ενώ οι μηχανές δεν μπορούν να δημιουργήσουν αξία; Ουδόλως. Η αξιο-δημιουργική διάσταση της ανθρώπινης εργασίας δείχνει να μένει ουσιαστικά απρόσβλητη από την προσέγγιση της μηχανής Turing. Για την ακρίβεια, φαίνεται πως η ανάλυση της εργασίας στον εικοστό αιώνα επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Marx στον δέκατο ένατο αιώνα, ότι η αξία χρήσης της εργασίας δεν είναι καίριας σημασίας για τη διερεύνηση της αξιο-δημιουργικής διάστασης της ανθρώπινης εργασίας.

Ο Marx αρνήθηκε να αποδώσει ποιοτική ιεράρχηση στην επιτέλεση των διαφόρων εργασιών. Ισχυρίστηκε ότι η απλή μέση εργασία ως δαπάνη ανθρώπινης εργασιακής δύναμης είναι το κρίσιμο αντικείμενο για τη μελέτη της καπιταλιστικής παραγωγής. Όπως η θερμοδυναμική μάς παρείχε έναν γνώμονα για να συγκρίνουμε όλα τα είδη δαπάνης ανθρώπινης ενέργειας, έτσι ακριβώς και η ανάλυση της μηχανής Turing μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την ποσοτική βάση των δεξιοτήτων. Συγκεκριμενοποιεί τις «διάφορες αναλογίες στις οποίες διαφορετικά είδη εργασίας ανάγονται σε απλή εργασία ως μονάδα μέτρησης τους, σταθεροποιούνται μέσω μιας κοινωνικής διαδικασίας πίσω από τις πλάτες των παραγωγών και εμφανίζονται συνεπώς ως δεδομένες από την παράδοση»[10]. Έτσι, η υπολογιστική ανάλυση του ραψίματος και της ύφανσης καθιστά σαφές ότι, «αν και είναι ποιοτικά διαφορετικές παραγωγικές δραστηριότητες αποτελούν και οι δύο ξόδεμα ανθρώπινου μυαλού, μυώνων, νεύρων, χεριών κ.λπ. και με αυτή τη σημασία είναι και οι δύο ανθρώπινη εργασία»[11]. Η ανάλυση της μηχανής Turing διεισδύει στο μυστικό της δεξιότητας και επιβεβαιώνεται έτσι η θεμελιώδης συνέχεια μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας.

[1] Alan Turing, «Computing machinery and intelligence», Mind 59(236), 1950, σ. 433-460, εδώ σ. 444, 15.

[2] Karl Marx, Το κεφάλαιο: Τόμος Πρώτος, (μτφ.) Θ. Γκιούρας, ΚΨΜ, Αθήνα 2016 [εφ’ εξής Κ1], σ. 154.

[3] Karl Marx, Το κεφάλαιο: Τόμος Δεύτερος, (μτφ.) Π. Μαυρομμάτης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979, σ. 133 [μικρές παραλλαγές του μεταφραστή].

[4] Karl Marx, Θεωρίες για την υπεραξία: Μέρος Πρώτο, (μετ.) Π. Μαυρομμάτης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984, σ. 285.

[5] Karl Marx, Το κεφάλαιο: Τόμος Τρίτος, (μτφ.) Π. Μαυρομμάτης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007, σ. 484 [μικρές παραλλαγές του μεταφραστή].

[6] Karl Marx, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας: Τόμος Δεύτερος, (μτφ.) Δ. Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα 1990, σ. 537.

[7] Sohn-Rethel, ό.π., σ. 3-4. Βλ. Karl Marx, Κριτικής του προγράμματος της Γκότα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007, σ. 23 [μικρές παραλλαγές του μεταφραστή].

[8] Charles Babbage, On the economy of machinery and manufactures, Charles Knight, Λονδίνο 1832˙ Andrew Ure, The philosophy of manufactures, A. M. Kelley, Νέα Υόρκη 1967.

[9] Κ1, 321.

[10] Κ1, 27.

[11] Κ1, 27.