Η ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΔΕΞΙΟΤΗΤΑΣ

Το ανωτέρω αποτέλεσμα [δηλ., η επιβεβαίωση της συνέχειας μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας] έχει, βεβαίως, μια ιδιαιτέρως δυσοίωνη όψη για κείνους που ταυτίζονται με τη διανοητική εργασία και πιστεύουν ότι η απασχόλησή τους διαθέτει ανοσία απέναντι στο είδος της μηχανοποίησης με το οποίο έχουν βρεθεί αντιμέτωποι από την αυγή του καπιταλισμού οι χειρώνακτες και οι βιομηχανικοί εργάτες. Αυτή η ανησυχία έχει αποτελέσει τη βάση του κύριου μέρους της διαμάχης σχετικά με τη δυνατότητα να οριστεί σε τι συνίσταται ουσιωδώς η «ανθρώπινη εργασία» ως εργασία μη δυνάμενη να μηχανοποιηθεί, δηλαδή ως εργασία που είναι «δημιουργική», ευφυής, μη αναγώγιμη σε μια πεπερασμένη ρουτίνα, «άπειρη». Όπως και ο νόμος της εντροπίας στη θερμοδυναμική, έτσι και τα θεωρήματα ορίων της θεωρίας των μηχανών Turing –η μη επιλυσιμότητα του προβλήματος τερματισμού και η μη πληρότητα της απλής αριθμητικής (Θεώρημα του Gödel)– διαμόρφωσαν τον ορίζοντα εντός του οποίου έχουν διεξαχθεί αυτές οι συζητήσεις. Οπότε, εάν υπάρχουν μη υπολογίσιμοι αριθμοί και συναρτήσεις, καθώς και μη αποδείξιμες αριθμητικές αλήθειες, μοιάζει τότε να διανοίγεται εδώ χώρος για την ανάπτυξη της μη μηχανοποιήσιμης μα ουσιώδους διαφορετικότητας της ανθρώπινης διανοητικής εργασίας. Εάν υφίσταται, λοιπόν, ένας τέτοιος μη υπολογίσιμος χώρος, ο πνευματικός εργάτης μπορεί να είναι εσαεί προφυλαγμένος από τη μηχανοποίηση.

Όπως ακριβώς στον δέκατο ένατο αιώνα πολλοί θεώρησαν ότι μια ζωτική ουσία θα μπορούσε να εξηγήσει την ύπαρξη εξελισσόμενων μορφών ζωής φαινομενικά αντιβαινουσών στο νόμο της εντροπίας, έτσι και στον εικοστό αιώνα πολλοί φιλόσοφοι και επιστήμονες, όπως ο Penrose, ο Lucas, ο Dreyfus και ο Searle, επιχειρηματολόγησαν χρησιμοποιώντας τα θεωρήματα ορίων και άλλες φαινομενικά μη υπολογίσιμες όψεις της σκέψης και της εμπειρίας, για να ορίσουν μια εργασία διακριτά ανθρώπινη, αν και αξιοκρατικά εκδηλούμενη. Πράγματι, το κύριο μέρος της διαμάχης σχετικά με την «τεχνητή νοημοσύνη» και τη «φιλοσοφία του νου» κατά την τελευταία πεντηκονταετία έχει περιστραφεί γύρω από την προσπάθεια πολλών διανοουμένων να υπερασπιστούν τη θέση τους στην ιεραρχία της κοινωνικής εργασίας εν όψει της δικής τους επαπειλούμενης απαρχαίωσης. Διότι, όπως επισήμανε ο Turing, η επιρροή επιχειρημάτων που στηρίζονται στη μυστηριώδη μοναδικότητα της σκέψης και συνήθως μοιάζουν αρχαϊκά «είναι πολύ πιθανό να είναι ιδιαίτερα οξυμένη σε ανθρώπους της διανόησης, καθόσον αυτοί αξιολογούν την ικανότητα του σκέπτεσθαι υψηλότερα από τους άλλους και είναι περισσότερο προδιατεθειμένοι να βασίζουν την πίστη τους για την ανωτερότητα του Ανθρώπου σε αυτή την ικανότητα»[1].

Η βασιμότητα τέτοιων ισχυρισμών είναι σημαντική για να προσδιορισθεί κατά πόσον ο καπιταλισμός έχει μέλλον και ποιο θα μπορούσε να είναι το μέλλον αυτό. Εάν υπάρχει ένας μη υπολογίσιμος, μη μηχανοποιήσιμος διανοητικός χώρος, στον οποίο μπορεί να δημιουργείται αξία (και υπεραξία), τότε το γεγονός αυτό οριοθετεί μια αντικειμενική διαίρεση μεταξύ της διανοητικής και των λοιπών μορφών εργασίας και έναν μόνιμο καταμερισμό ανάμεσα στους εργαζομένους και εντός της ίδιας της εργατικής τάξης. Οι «αναλυτές συμβόλων», κατά τη διατύπωση του πρώην Υπουργού Εργασίας των ΗΠΑ Robert Reich, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον διανοητικό χώρο, απαλλάσσονται από το δίλημμα το οποίο αντιμετωπίζουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι: όταν κάποιος/α αγωνίζεται για καλύτερους μισθούς και εργασιακές συνθήκες, κινδυνεύει να αντικατασταθεί από μηχανές, ενώ όταν δεν αγωνίζεται, αναπόφευκτα λαμβάνει μισθούς κάτω από το όριο συντήρησης υπό άθλιες εργασιακές συνθήκες. Οι «αναλυτές συμβόλων», πεπεισμένοι για τη μη δυνατότητα μηχανοποίησης των δεξιοτήτων τους, μπορούν να απαιτούν καλύτερους μισθούς και εργασιακές συνθήκες, ενώ οι «μη συμβολιστές» αδελφοί και αδελφές τους, τόσο στις ΗΠΑ όσο και απανταχού στον πλανήτη, βυθίζονται σε μια κατάσταση όμοια με ειλωτεία. Επομένως, τα επιχειρήματα σε αυτή τη διαμάχη, παρότι είναι ενίοτε μυστηριακά, υπαινίσσονται το πεπρωμένο ενός ενιαίου αγώνα που θα τερματίσει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Το φιλοσοφικό έργο του Turing είναι εξίσου κεντρικό σε αυτή τη διαμάχη όπως υπήρξαν και οι επιδόσεις του στα μαθηματικά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, επιχειρηματολόγησε κατά της ύπαρξης ενός μη μηχανοποιήσιμου χώρου διανοητικής εργασίας, καθώς ένας τέτοιος χώρος διεκδικούνταν ολοένα και περισσότερο από τους διανοούμενους εκείνους των οποίων η ανησυχία μήπως αντικατασταθούν από μηχανές τούς ώθησε να παρέχουν δικαιολόγηση στην αυστηρή διχοτόμηση μηχανής/ανθρώπου εντός της σφαίρας της διανοητικής εργασίας. O Turing αποφάνθηκε ότι το ερώτημα εάνν οι μηχανές μπορούν να σκεφτούν απαιτούσε κάποιο συμπεριφορικό κριτήριο ως απάντηση, δηλαδή μια «δοκιμασία» σχετικά με αυτό που συγκροτεί το σκέπτεσθαι. Ισχυρίστηκε ότι εάν ήταν δυνατόν μια μηχανή να λάβει μέρος σε ένα παιγνίδι ερωτοαπαντήσεων (με «ισότιμους διαγωνιστικούς όρους», π.χ. με τον συνομιλητή να μην μπορεί να δει τη μηχανή), το οποίο θα έδινε σταθερά στον συνομιλητή της την εντύπωση ότι επρόκειτο για άνθρωπο, τότε η μηχανή αυτή θα είχε περάσει τη δοκιμασία και καθείς δικαιόφρων θα αναγκαζόταν να παραδεχτεί ότι η μηχανή αυτή σκέπτεται. Το 1950 ο Turing ήταν πεπεισμένος ότι μέχρι το τέλος του εικοστού αιώνα θα ήταν δυνατόν να κατασκευαστούν τέτοιες μηχανές και πως «η χρήση του λόγου και η πεπαιδευμένη κοινή γνώμη θα είχαν μεταβληθεί τόσο, που θα μπορούσε κανείς να μιλά για σκεπτόμενες μηχανές δίχως να αναμένει ότι θα τον αντικρούσουν»[2]. Στο σημείο αυτό, πάντως, η κοινωνική του οξύνοια εξασθενίζει, διότι αυτοί που θα αποδεικνύονταν οι πλέον απρόθυμοι να αποδώσουν σκέψη στις μηχανές θα ήταν εκείνοι ακριβώς οι «διανοητικοί εργάτες» που απάρτιζαν την «πεπαιδευμένη γνώμη».

Η δοκιμασία Turing μπήκε στο στόχαστρο εκείνων που επιθυμούσαν να αξιώσουν υπέρ του ανθρώπου μια μη μηχανοποίησιμη ουσία. Οι εν λόγω αντίπαλοι μπορούν να χωριστούν σε δύο ομάδες: (α) σε αυτούς, όπως ο John R. Lucas, που υποστηρίζουν ότι καμία μηχανή δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει τη δοκιμασία Turing και (β) σε εκείνους, όπως ο John Searle, που υποστηρίζουν ότι ακόμη και εάν μια μηχανή περνούσε τη συγκεκριμένη δοκιμασία, θα εξακολουθούσε να μην είναι δυνατόν να της αποδοθεί σκέψη. Τα επιχειρήματα της ομάδας (α) εκτείνονται από αυτά που ισχυρίζονται ότι οι μηχανές δεν θα μπορέσουν ποτέ να συνθέσουν σονάτες έως εκείνα που αρνούνται την ικανότητα των μηχανών να αγαπήσουν.

Έτσι, ο J. R. Lucas στο δοκίμιό του «Minds, machines and Gödel», του 1961, ανέπτυξε μια επιχειρηματολογία, χρησιμοποιώντας το Θεώρημα του Gödel, για να αποδείξει ότι ένας άνθρωπος μπορεί πάντοτε να καταλάβει ότι μια μηχανή είναι μηχανή. Ισχυρίστηκε ότι, εφόσον η μηχανή Turing μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη ενός τυπικού συστήματος και αφού, όπως απέδειξε ο Kurt Gödel, κάθε τυπικό σύστημα με την ιδιότητα να αποδεικνύει τα αριθμητικά θεωρήματα είναι μη πλήρες, δηλαδή περιέχει αληθείς δηλώσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν εντός του συστήματος, ο άνθρωπος, που μπορεί να διατυπώσει και να αναγνωρίσει αυτές τις αλήθειες, είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ανώτερος από τη μηχανή. «Κατά μια έννοια, επειδή ο νους έχει τον τελευταίο λόγο, μπορεί πάντοτε να βρει ένα σφάλμα σε οποιοδήποτε τυπικό σύστημα του παρουσιάζεται ως μοντέλο της δικής του λειτουργίας. Το μηχανολογικό μοντέλο είναι αναγκαστικά, με μια έννοια, πεπερασμένο και οριοθετημένο και, άρα, ο νους μπορεί πάντοτε να το ξεπεράσει»[3]. Στο πλαίσιο της δοκιμασίας Turing, το μόνο που έχει να κάνει ο συνομιλητής είναι να βρει μια αληθή μα μη αποδείξιμη, γεντελική πρόταση, ειδικά σχεδιασμένη για τη μηχανή Turing που ανακρίνεται, ώστε η μηχανή να την πατήσει με τρόπο ενοχοποιητικό [για αυτή]. Έτσι, σύμφωνα με τον Lucas, η μηχανή είναι πεπερασμένη, ενώ το ανθρώπινο μυαλό(ά) (ή, ακριβέστερα, ορισμένα εξ αυτών) είναι ανεξάντλητο(α), διότι «ένα σύστημα που δεν έχει παγιδευτεί από το ερώτημα του Gödel, eo ipso δεν είναι μηχανή Turing, δηλαδή μηχανή με το λειτουργικό νόημα»[4].

Τα επιχειρήματα της ομάδας (β) τείνουν να καταλογίζουν στη διανοητική εργασία μια ουσιώδη ιδιότητα η οποία δεν είναι εξακριβώσιμη με τη δοκιμασία Turing. Και πάλι, οι ισχυρισμοί αυτοί απαντώνται σε πλείστες παραλλαγές, αλλά η κλασική, σήμερα, εκδοχή είναι το παράδειγμα του «Κινέζικου Δωματίου» του Searle. Το 1980, ο John Searle συνέγραψε το δοκίμιο «Minds, brains and programs», στο οποίο μας τοποθετεί στο εσωτερικό μιας μηχανής Turing ενόσω περνά την ομώνυμη δοκιμασία, για να υποστηρίξει ότι η ανακρινόμενη μηχανή μπορεί τελικά να μεταχειριστεί τη γλώσσα μόνο συντακτικά (εξού οι αποκρίσεις της στον συνομιλητή) και όχι σημασιολογικά ή επιτελεστικά. Με άλλα λόγια, δεν κατανοεί πραγματικά τις απαντήσεις που δίνει στα ερωτήματα. Για να το καταστήσει τούτο σαφές, ο Searle περιέγραψε μια κατάσταση στην οποία η συνομιλήτρια είναι Κινέζα και συντάσσει τα ερωτήματα στη γλώσσα της, ενώ στο εσωτερικό της μηχανής βρίσκεται ένας αναγνώστης που δεν γνωρίζει κινέζικα, αλλά του έχει δοθεί ένα αρκετά λεπτομερές εγχειρίδιο κανόνων, το οποίο, αν ακολουθηθεί σωστά, θα παραγάγει, ως εκροή του δωματίου, αληθοφανώς ορθές απαντήσεις στην κινέζικη γλώσσα. Έτσι, παρότι το Κινέζικο Δωμάτιο θα έχει περάσει τη δοκιμασία Turing, ο χειριστής μέσα στο δωμάτιο δεν θα έχει κατανοήσει ούτε ένα κινέζικο ιδεόγραμμα!

Η διαμάχη γύρω από τη δοκιμασία Turing, η οποία ξεκίνησε με τις προσπάθειες των Lucas και Searle, υπήρξε περίπλοκη και δριμεία, αλλά έχει παραμείνει άλυτη μέχρι και σήμερα. Ως εκ τούτου, η επαλήθευση της πρόβλεψης του Turing –ότι μέχρι το έτος 2000 η «πεπαιδευμένη γνώμη» θα έχει αποδεχτεί την ικανότητα σκέψης των μηχανών ως κοινή λογική– μοιάζει όλο και λιγότερο πιθανή. Με κάθε επιτυχημένο επιχείρημα που διατυπώνεται από τους υπερασπιστές των μηχανών Turing και της «τεχνητής νοημοσύνης», αναπτύσσεται ένα αντεπιχείρημα, μιας εκ των παραλλαγών του Lucas ή του Searle, το οποίο καταδεικνύει ότι οι μηχανές δεν πρόκειται ούτε μπορούν να εκτοπίσουν την ανθρώπινη διανοητική εργασία. Από μια μαρξιστική προοπτική, τούτο δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, διότι πάντοτε αυτοί των οποίων η εργασία απειλείται από τον ανταγωνισμό έχουν την τάση να βρίσκουν σε αυτή «κατιτίς» ιδιαίτερο και αναντικατάστατο. Στο ιδεολογικό επίπεδο, η διαμάχη αυτή θυμίζει όλους εκείνους τους ειδικευμένους εργάτες οι οποίοι, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, αξίωσαν ότι το ειδικό ατσάλι που παρήγαν, το περίτεχνα πλεγμένο υφαντό που εμπορεύονταν ή τα εξαιρετικά ευωδιαστά αρώματα που απόσταζαν δεν γινόταν να παραχθούν από μηχανές, ενώ στην περίπτωση που μια μηχανή θα παρήγαγε ένα προϊόν παρόμοιο με το δικό τους, τότε αυτό θα ήταν ένα… ψευδοϋποκατάστατο!

Συνεπώς, οι φαρισαίοι και οι συνήγοροι υπεράσπισης του πνεύματος προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον ενός δύσπιστου ακροατηρίου –ασχέτως εάν απαρτίζεται από καπιταλιστές ή ανειδίκευτους εργάτες–, το οποίο δεν περιμένει να ακούσει τίποτα καινούργιο. Οι διανοούμενοι, οι ακαδημαϊκοί και οι διανοητικοί εργάτες δεν θα πρέπει να προσβλέπουν σε ειδική ακρόαση, αφού ο καπιταλιστής/ίστρια δεν ταυτίζει πλέον τον εαυτό του/της με τη διανοητική εργασία περισσότερο από ό,τι ο προλετάριος/α ταυτίζει τον εαυτό του/της με τη χειρωνακτική εργασία. Μάλιστα, η μαρξιστική ανάλυση θα απέρριπτε τον ισχυρισμό τού αναντικατάστατου χαρακτήρα και της αδυνατότητας μηχανοποίησης ορισμένων ειδών υπερ-ειδικευμένης εργασίας, όπως αυτά που παρουσίασαν οι Searle και Lucas, με το ακόλουθο σκεπτικό: εάν μια δραστηριότητα διεπόμενη από κανόνες είναι υπολογίσιμη, τότε όλες οι επαναλαμβανόμενες και τυποποιημένες εργασίες της (διανοητικές ή σωματικές), που παράγουν εμπορεύματα, είναι μηχανοποιήσιμες. Κόντρα στον Lucas, αν η ανίχνευση γεντελικών προτάσεων (δηλαδή, προτάσεων που δεν είναι αποδείξιμες με αναφορά προς το συγκεκριμένο τυπικό σύστημα), εξελιχθεί σε «δουλειά», είναι δυνατόν τότε να κατασκευαστεί, στη βάση ενός πιο προηγμένου προγράμματος, μια μηχανή που θα μπορεί και η ίδια να διενεργήσει αυτή την ανίχνευση. Πλήρως γεντελικές προτάσεις δεν υπάρχουν. Ομοίως, κόντρα στον Searle, η κατάσταση της αποξένωσης από την εργασία, η οποία περιγράφεται στην παραβολή του τού «Κινέζικου Δωματίου», αποτελεί τη γενικευμένη κατάσταση της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, στον οποίο καθείς εργάζεται εντός ενός συστήματος που είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να μην «κατανοείται». Ουδέποτε, όμως, υπήρξε η αποξένωση αυτή εμπόδιο στη δημιουργία αξίας. Ίσα-ίσα, είναι ουσιώδες συστατικό στοιχείο της διαδικασίας εκμετάλλευσης.

Σε ποιο σημείο, λοιπόν, μπορεί να εντοπιστεί η αξιο-δημιουργία, αν όχι σε ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο γνώρισμα της εργασίας, το οποίο είναι μη προσομοιώσιμο από τις μηχανές; Ως πηγή της αξιο-δημιουργίας θα πρέπει να ιδωθεί η γενική κατάσταση της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, δηλαδή η σύγκρουση του/της εργάτη/ριας (διανοητικού ή χειρώνακτα) με τον εκμεταλλευτή της εργασιακής δύναμής του/της. Η εργασία δημιουργεί αξία δυνάμει της ροπής των ανθρώπων να αρνούνται τον μετασχηματισμό της εργασιακής τους δύναμης σε εργασία. Η πηγή της αξιο-δημιουργίας δεν βρίσκεται σε μια εγγενή στην εργασία αδυνατότητα μηχανοποίησης. Οι καταλήψεις εργοστασίων στο Detroit το 1936, με τις οποίες ξεκινήσαμε, αποτελούν κλασικό παράδειγμα αυτής της ροπής.

[1] Turing, «Computing machinery and intelligence», ό.π., σ. 444.

[2] Αυτ., σ. 442.

[3] John R. Lucas, «Minds, machines and Gödel», Philosophy 36(137), 1961, σ. 112-127, εδώ σ. 117.

[4] Αυτ., σ. 126.