Ποιος να ξεδιαλύνει τις συνιστώσες του παγκόσμιου γίγνεσθαι; Το κοινωνικό γεγονός συντίθεται αναμφίβολα από δομές αλληλοεξαρτώμενες αλλά απολύτως αδιόρατες. Ποιος να πει το πώς και το γιατί και να ξεμπλέξει το κουβάρι; Οι επαγγελματίες της σκέψης; Ειδικά αυτοί τα βρίσκουν πιο σκούρα και αναλώνονται σε έναν ατέρμων βερμπαλισμό άνευ ουσίας. Το άθροισμα των επιμέρους ατομικών κινήσεων περιφέρεται πια στον αέρα σαν μπουρμπουλήθρα που φυσάει ένα παιδί μέσα από ένα καλαμάκι. Κανένας δεν έχει απαντήσεις, παρόλο που όλοι καμώνονται πως τις έχουν και τις προφέρουν με τον απαραίτητο στόμφο. Πάνε δεκαετίες που το βίωμα κατακερματίστηκε, μπήκε στα ακαδημαϊκά εγχειρίδια και αντιμετωπίζεται πλέον σαν ένα είδος κοινωνικού πειράματος. Οι ανθρώπινες πράξεις έχουν συγκλίνει σε τέτοιο βαθμό ώστε το βάρος της ατομικής ευθύνης έχει μετατοπιστεί κάπου πέρα από τον άνθρωπο. Εάν τώρα ανοίγαμε μια εφημερίδα, τι θα βρίσκαμε; Πλάι σε προγνωστικά για το στοίχημα και αστρολογικές προβλέψεις, ο τρελός που έσφαξε με πενήντα δύο μαχαιριές γιαγιά μάνα και πεθερά, ο νικητής του δημοφιλούς ριάλιτι που ξετρέλανε τους τηλεθεατές, ο πόλεμος στην Συρία και δεκατρείς βιασμοί παιδιών. Το χειρότερο; Θα τα διαβάζαμε όλα αυτά, τα αδιανόητα και πρωτοφανή, με απάθεια, δίχως μάλιστα να σκανδαλιζόμαστε απ’ αυτή μας την απάθεια. Υπάρχουν πια όρια; Γεγονότα, συμβάντα, πληροφορίες, ειδήσεις που ζυγίζουν περισσότερα από άλλα; Κάποια διέξοδος ηρωισμού; Οι επιλογές μας μοιάζουν με διαλείμματα ανάμεσα σε δύο πόλους που συγκλίνουν συνεχώς αλλά ποτέ δεν εφάπτονται. Αυτή η στασιμότητα βαπτίζεται από τα δελτία ειδήσεων κρισιμότητα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια εκκρεμότητα βίας που ταλαντεύεται διαρκώς πάνω από το είδος μας σαν λεπίδα γκιλοτίνας. Η αναβολή του Άμλετ. Ο δισταγμός του να εκδικηθεί. Ο πυρήνας γύρω από τον οποίο όλοι περιστρεφόμαστε. Η δυνατότητα να ασκήσουμε στους εχθρούς μας μια γοργή και δημόσια εκδίκηση, που όλοι στα κατάβαθα μας επιθυμούμε. Τη μεταθέτουμε για αργότερα. Το μεσοδιάστημα είναι αυτή η αναμονή καταστροφής, αυτή η εναγώνια αναμονή οριστικής εξολόθρευσης από το ίδιο μας το χέρι, έξω από κάθε υπερβατική μεσολάβηση, έξω από κάθε Θεό στον οποίο θα μπορούσαμε να επιρρίψουμε τις ευθύνες και να λυτρωθούμε. Με άλλα λόγια, ο πολιτισμός, ένας πολιτισμός που ασκεί ακαταμάχητο έλεγχο στην ύλη μέσω της τεχνικής αλλά αδυνατεί να αποκρυπτογραφήσει την ιστορική του κατάσταση.

Το τέλος της τραγωδίας και η πτώση του Θεού. Η νεωτερικότητα. Η μοντέρνα υπόσχεση που θέλει τον άνθρωπο κυρίαρχο και εξουσιαστή επί της γης. Ο στοχαστής το είπε: «Μία no man’s land στην οποία είναι αδύνατο να ορίσουμε το παραμικρό, διότι κάθε αιτιολόγηση πέφτει πάνω στον ισχυρότερο αντίποδα της. Η τεχνολογική πρόοδος κατέστησε τα πολεμικά μας όπλα τόσο καταστροφικά ώστε η χρήση τους θα ξεπερνούσε κάθε ορθολογικό σχέδιο επίθεσης. Για πρώτη φορά ο προγονικός τρόμος της εκδίκησης γίνεται σαφής και θεμιτός. Ένας κύκλος αντιποίνων θα μπορούσε κυριολεκτικά να εκμηδενίσει την ανθρωπότητα. Κανείς δεν θέλει να τον προκαλέσει κι όμως κανείς δεν απαρνιέται την ιδέα της εκδίκησης. Παρόμοια με τον Άμλετ, ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε μια ολοκληρωτική εκδίκηση και σε μια μηδενική εκδίκηση, ανίκανοι να αποφασίσουμε, ανίκανοι να διαπράξουμε και συνάμα να μην διαπράξουμε την εκδίκηση. Στην σκιά αυτής της τερατώδους απειλής, όλοι οι θεσμοί διαλύονται, όλα τα πράγματα συγκρούονται με βλακώδες πείσμα, όλες οι σχέσεις εξαρθρώνονται και ο πιο ποταπός άνθρωπος μασκαρεύεται ευγενής».

Κάπου εξήντα χρόνια πριν την αυγή της νέας χιλιετίας, στο κατά πολλούς σημαντικότερο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, τους Υπνοβάτες, ο αυστριακός μυθιστοριογράφος Χέρμαν Μπροχ αναλύει αυτό που ο ίδιος ονομάζει διαδικασία κατάρρευσης των αξιών, μια διαδικασία που (σύμφωνα με τον Μπροχ) ξεκινά από τον Μεσαίωνα και καταλήγει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καταληκτική συνέπεια μιας ολέθριας διεργασίας που συντελείται στα σπλάχνα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι.

«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτή την κτηνώδη και επιθετική λογική που προβάλλει απ’ όλες τις αξίες και τις απαξίες της σημερινής εποχής, έστω κι αν πάει να κλειστεί στη μοναξιά ενός πύργου ή σε μια εβραϊκή κατοικία· εν τω μεταξύ, αυτός που από φόβο δεν θέλει να δει την κατάσταση, ο ρομαντικός δηλαδή, αυτός που καταφεύγει σε μια κλειστή εικόνα του κόσμου και των αξιών και αναζητά αυτή την πολυπόθητη εικόνα στο παρελθόν, αυτός έχει κάθε λόγο να στρέψει το βλέμμα του στον Μεσαίωνα. Γιατί ο Μεσαίωνας διέθετε το ιδανικό σύστημα αξιών, το οποίο απαιτεί ο ρομαντικός, διέθετε μια υπέρτατη αξία, στην οποία όλες οι άλλες αξίες υποτάσσονταν: την πίστη στον χριστιανικό Θεό. Ακόμα και η κοσμογονία εξαρτιόταν απ’ αυτή την κεντρική αξία (κι όχι μόνο: η κοσμογονία ήταν δυνατό να εξαχθεί απ’ αυτή την κεντρική αξία μέσω της σχολαστικής φιλοσοφίας) εξαρτιόταν όπως και ο ίδιος ο άνθρωπος· ο άνθρωπος που μ’ όλες τις δραστηριότητες του αποτελούσε μέρος μιας παγκόσμιας τάξης, που δεν ήταν παρά κατοπτρική εικόνα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, ένα κλεισμένο στον εαυτό του και πεπερασμένο αντίγραφο μιας αιώνιας και απέραντης αρμονίας. Για τον έμπορο του Μεσαίωνα δεν ισχύει το «εμπόριο για το εμπόριο», ο ανταγωνισμός του είναι απαγορευμένος, για τον καλλιτέχνη στον Μεσαίωνα δεν υπάρχει τέχνη για την τέχνη, μόνο η υπηρεσία της πίστης, ο πόλεμος στον Μεσαίωνα δεν προσλαμβάνει απόλυτη αξία παρά όταν υπηρετεί την απόλυτη και μοναδική αξία της πίστης, όταν διεξάγεται στην υπηρεσία της πίστης: ο κόσμος στο σύνολο του επαναπαυόταν στην πίστη, ήταν ένας οριστικός και όχι αιτιοκρατούμενος κόσμος, ένας κόσμος θεμελιωμένος στο Είναι και όχι στο Γίγνεσθαι, και η κοινωνική δομή του, η τέχνη του, οι κοινωνικοί δεσμοί του, με λίγα λόγια όλο το σύστημα αξιών του υποτασσόταν στην ζωντανή αξία της πίστης που αγκάλιαζε τα πάντα, η πίστη ήταν το σημείο αληθοφάνειας στο οποίο ανακόπτονταν η κάθε σειρά ερωτημάτων, ήταν αυτή που διαποτίζοντας ακόμα και τη λογική τής προσέδιδε εκείνη την ιδιαίτερη απόχρωση της και την ικανότητα της να δημιουργεί ύφος, γεγονός που εκφραζόταν, όσο η πίστη ήταν ζωντανή, όχι μόνο στο ύφος της διανόησης, αλλά και γενικά στο ύφος της εποχής. Όμως η διανόηση τόλμησε να κάνει το βήμα από τον μονοθεϊσμό στην αφαίρεση, και ο Θεός, ο ορατός στην πεπερασμένη απεραντοσύνη της Τριάδος και προσωπικός Θεός, μετεβλήθη σ’ ένα Ον υποχρεωτικά ανώνυμο και απρόσωπο, σ’ ένα Ον που αιωρείται καταβυθισμένο στην απέραντη ουδετερότητα του απόλυτου, ένα Ον που διαλύεται σε μια τρομερή Ύπαρξη, η οποία δεν ενυπάρχει αλλά παραμένει απροσπέλαστη. […] Ο άνθρωπος όμως, ο άνθρωπος που κάποτε ήταν ομοίωμα του Θεού, κατοπτρική εικόνα μιας παγκόσμιας τάξης, της οποίας ήταν και φορές, αυτός ο άνθρωπος δεν υπάρχει πλέον: έστω κι αν θυμάται αμυδρά την αλλοτινή του αίσθηση ασφάλειας, έστω κι αν αναρωτιέται ποια υπέρτατη λογική παραμόρφωσε τον χαρακτήρα και το φρόνημα του, ο άνθρωπος, εξορισμένος στη φρίκη του απείρου, έστω κι αν φρικιά, έστω κι αν νοσταλγεί από ρομαντισμό ή συναισθηματισμό να επιστρέψει στην προστασία της πίστης, παραμένει αμήχανος, παιχνίδι των αυτόνομων πλέον αξιών και δεν του μένει τίποτα άλλο παρά να υποταχθεί στην μοναδική αξία που είναι το επάγγελμα του, δεν του μένει τίποτα άλλο παρά να μεταμορφωθεί σε απλή συνάρτηση αυτής της αξίας – ένας επαγγελματίας, ένας ειδικός, ο οποίος έχει γίνει βορά στη ριζική λογική της αξίας, η οποία τον αλέθει με τα σαγόνια της.»

Χούγκεναου. Κεντρικό πρόσωπο στον τρίτο τόμο των υπνοβατών. Ευτυχισμένος εγκληματίας σ’ έναν κόσμο όπου όλες οι αξίες έχουν καταλυθεί. Τέλειος εκπρόσωπος μιας νέας τάξης πραγμάτων που αναδύεται από τις στάχτες του παλιού, τις στάχτες μιας εποχής όπου οι άνθρωποι πίστεψαν στην ευημερία, στην πρόοδο, στη δικαιοσύνη, στο θαυμαστό καινούριο αύριο που τους υποσχέθηκε ο κόσμος μετά τη βιομηχανική επανάσταση. Αυτός ο λιποτάκτης, ο στρουμπουλός επιχειρηματίας που σουλατσάρει με εφηβική ξεγνοιασιά στους δρόμους μιας Ευρώπης βομβαρδισμένης, κατακερματισμένης, προκαλεί την απορία μας. Η ψυχρή κυνικότητα με την οποία αναλύει και υπολογίζει, η άνεση με την οποία κινείται στο μεταπολεμικό ευρωπαϊκό τοπίο, η α-ηθικότητα του αλλά και η πλήρη επίγνωση του για την απόλυτη κατάρρευση των αξιών που συντελείται γύρω του τον μεταμορφώνουν στα μάτια μας σ’ ένα είδος προάγγελου του ανθρώπου που θα κατακλύσει τη χιλιετία που διανύουμε, πρότυπο και πρόδρομο μιας κάστας που θα αναλάβει όλες τις θέσεις κλειδιά και θα εξουσιάσει, έχοντας αναγάγει το κέρδος σε αυτοσκοπό και το χρήμα σε θεό της. Χούγκεναου. Το πρόσωπο του παρόντος και του μέλλοντος. Καταλύτης όλων των εξελίξεων. Άνθρωπος χωρίς τύψεις και χωρίς μετάνοια. Τέκνο μιας εποχής που έχει απολέσει κάθε συνάρτησή της με την Αξία, την Πίστη, την Αλήθεια. Τιμωρός κάθε παραδοσιακού συστήματος αξιών (του πεπαλαιωμένου και του θνήσκοντος, όπως λέει ο Μπροχ) και ο μόνος που μπορεί να επιβιώσει στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται, εγκαινιάζοντας παράλληλα μια νέα θρησκεία που καγχάζει: δεν πιστεύουμε σε τίποτα και αυτή είναι η νέα μας βίβλος. Να είναι αληθινός; Ω ναι, μπορούμε να βεβαιώσουμε εμείς, τα παιδιά της τραγωδίας και του Λόγου, πιο αληθινός κι απ’ την αλήθεια.

Εμείς. Τα παιδιά της τραγωδίας και του Λόγου. Υπάρχουμε ακόμα;

Αν περπατήσεις στους δρόμους μιας ελληνικής πόλης θα δεις πολλές εκκλησίες. Όλες τους προσφέρουν μια πειστική αισθητική ενατένιση του συλλογικού ιδεώδους που για αιώνες προστάτευαν και μέχρι και σήμερα αγωνίζονται να προφυλάξουν από τις επελάσεις του δυτικού μοντερνισμού και των ατομιστικών του διεκδικήσεων. Το όραμα μιας συλλογικής δραστηριότητας (από το οποίο κατά βάθος όλες οι κοινωνίες εμπνέονται, ακόμα και οι λεγόμενες ανεπτυγμένες και προοδευτικές, που συγκροτούν τον κοινωνικό τους ιστό στη βάση της μονάδας) πραγματώθηκε στην ελληνική επικράτεια ανά τους αιώνες κυρίως μέσω της ορθόδοξης πίστης. Η κάθετη υπερβατικότητα, η ανύψωση δηλαδή προς το Θείο, συνάντησε την πιο ουσιαστική της έκφραση στον χριστιανικό ασκητισμό, τη μοναστική ζωή, της οποίας οι, τρόπον τινά, αρχές, εμβολιάστηκαν στο ποίμνιο κατά κύριο λόγο μέσω της νηστείας και της προσευχής, δράσεις που επιβιώνουν μέχρι και τις μέρες μας και μάλιστα διαχέονται σε ολοένα και αυξανόμενο αριθμό πιστών. Μαγνητισμένοι από το πρότυπο που κατοικεί στους ουρανούς πριν από την έλευση του χρόνου, χιλιάδες χριστιανών ασκούν το πνεύμα σε διαδικασίες εγκράτειας και λιτού βίου, σε συνθήκες, πρέπει να πούμε, που γίνονται όλο και πιο εχθρικές προς αυτούς τους τρόπους ζωής. Υπάρχει κάτι το ηρωικό σε αυτή τη στάση, αναμφίβολα, αλλά φαίνεται επίσης σαν τα στοιχεία που διαμορφώνουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής και προωθούν το υπερκαταναλωτικό μοντέλο διαβίωσης να ενισχύουν αυτό το οποίο φυσιολογικά εχθρεύονται. Καθόλου παράξενο φαινόμενο. Οι χριστιανοί έχουν δίκιο. Το πνεύμα του θετικισμού και της επιστημοσύνης έχει μολύνει υπερβολικά τον πλανήτη. Οι διακηρύξεις του περί απελευθέρωσης του ατόμου διαμέσου του ελεύθερου εμπορίου, της ελεύθερης αγοράς, της ατομοκρατίας, της ελευθερίας της βούλησης, των επιστημονικών ανακαλύψεων και των τεχνολογικών καινοτομιών, προοπτικές που εντοπίζονται στο ίδιο το σπέρμα της αστικής δημοκρατίας και των προταγμάτων του διαφωτισμού, δεν είναι πια αρκετά πειστικές και αντιμετωπίζονται από πολλούς με κάποια, αν μη τι άλλο, επιφύλαξη, ωστόσο είναι αυτές που επικρατούν, αναχαιτίζοντας στην ουσία πολλές από τις δυνατότητες κάθετης υπερβατικότητας, που κύριο μέλημα τους είναι να συνάψουν δεσμούς κοινοκτημοσύνης και αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας ούτως ώστε αυτά να ανέλθουν προς το Θείο υπερνικώντας τα γήινα εμπόδια. Το αντικείμενο της επιθυμίας έχει μετακινηθεί ξεκάθαρα προς την πλευρά του ανθρώπινου στοιχείου, του γήινου Άλλου. Οι άνθρωποι είτε θα επιλέξουν για πρότυπο τους τον Θεό είτε τον άλλον, και αυτό είναι το κριτήριο της πραγματικής ελευθερίας, λένε οι ευαγγελιστές. Οι ευαγγελιστές το γνώριζαν τόσο καλά αυτό, ώστε στα αποκαλυπτικά τους κείμενα είχαν προβλέψει τις μεγάλες καταστροφές, επακόλουθο της στροφής του πνεύματος προς την τεχνική και την αιτιοκρατία, και επιχείρησαν να υποδείξουν τρόπους εγκατάλειψης μιας επιθυμίας που έχει για αφετηρία και σημείο αναφοράς λανθάνοντα συναισθήματα μνησικακίας και προσχώρησης σε τρόπους διαβίωσης περισσότερο ουσιαστικούς. Οι διακηρύξεις της νεωτερικότητας και της ύστερης νεωτερικότητας – εποχή στην οποία κατά πάσα πιθανότητα βρισκόμαστε – καταλήγουν να παράγουν αυτό το διπλό, αντιφατικό και εντέλει αλληλοσυγκρουόμενο στο εσωτερικό του φαινόμενο. Εμποδίζουν, ή θέλουν να εμποδίσουν την εξάπλωση ιδεολογιών αρχαϊκής συλλογικότητας, ταυτόχρονα όμως τις ενισχύουν, σπρώχνοντας μυριάδες ανθρώπους προς κάθε λογής πίστεις σαν αντίβαρο στην ηθική και πνευματική παρακμή του σύγχρονου κόσμου που τόσοι και τόσοι παρατηρούν. Πολλοί από τους νέους οπαδούς των θρησκειών, κυρίως όσοι αποφεύγουν τα κατατόπια του φανατισμού και ακολουθούν με ταπεινοφροσύνη τις πνευματικές διδαχές των θρησκειών τους, δείχνουν να διακατέχονται από αληθινή γνώση και σοφία. Λουσμένοι το γαλήνιο φως μιας πειθαρχημένης, γνήσιας και ισχυρής πνευματικότητας που αρκείται στον εαυτό της και δεν γυρεύει δικαίωση ή ικανοποίηση στην ευτέλεια των πραγμάτων, εμφανίζονται σαν μάντεις κακών που οι περισσότεροι διαισθανόμαστε πως παραμονεύουν στις γωνιές της ιστορικής μας διαδρομής. Όλοι αυτοί οι γκουρού του πνεύματος όμως μοιάζουν πολύ απομακρυσμένοι από εμάς, που δεν έχουμε το προνόμιο μιας θρησκευτικής εμπειρίας που εξυψώνει. Αποσπασμένοι σε μια μακαριότητα που μας γοητεύει αλλά δεν μας πείθει, αυτοί οι απεσταλμένοι του ύψιστου σαγηνεύουν με την υπεροχή που αποπνέουν αλλά δεν λύνουν κανένα από τα ζητήματα των εσωτερικών μας συγκρούσεων. Επιθυμούμε συνεχώς αντικείμενα που μας ξεφεύγουν, μας πληροφορεί ο στοχαστής, και σαν οπαδοί τείνουμε να αναγνωρίζουμε στα πράγματα ένα μηχανικό εμπόδιο, μια δόλια βούληση που βάλλει κατά των επιθυμιών μας και το έχει βάλει σκοπό της να μάς απαγορεύσει την είσοδο σε όσα έχουν αληθινά νόημα και αξία για εμάς. Φανταζόμαστε μια πληρότητα που ανήκει αποκλειστικά στον άλλον και αυτό μας τροφοδοτεί με αισθήματα αντιζηλίας και μίσους. Πρόκειται για κατάσταση κοινή, αλλά όχι και τόσο αυτονόητη στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις επιλογές μας και τα κίνητρα που τις διέπουν. Οι χριστιανοί πιθανώς δεν λαθεύουν περί των όσων διαπιστώνουν ως πνευματική ένδεια του μοντερνισμού, αυτό το πολυσχιδές φαινόμενο όμως που λέγεται μοντερνισμός μας κουκουλώνει όλους, κι ας μην το παραδεχόμαστε. Ο σύγχρονος κόσμος, τον οποίο τόσοι και τόσοι αντιστρατεύονται, έχει μολύνει τους πάντες, και δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα θεραπεία. Και μη εισενέγγης ημάς εις πειρασμόν, άλλα ρύσαι ημάς από του πονηρού λέει η θαυμάσια χριστιανική προσευχή, αλλά το πονηρό πνεύμα βρίσκεται παντού και έχει καταλάβει τους πάντες. Και τους χριστιανούς. Όσο μεγαλύτερο το μένος με το οποίο πολεμάμε τον αντίπαλο τόσο μεγαλύτερο χώρο στην ιδιωτική μας συνείδηση έχει αυτός καταλάβει. Ο καλύτερος και πιο σίγουρος τρόπος να αστικοποιηθείς είναι να μισήσεις την αστική τάξη. Η οξυδερκής αδιαφορία την οποία αποπνέουν πολλοί άνθρωποι του πνεύματος που έχουν αποτραβηχτεί από τα εγκόσμια φαντάζει μια ρομαντική πόζα, ίσως η τελευταία σε έναν κόσμο που ρίχνεται με τα μανίας στο κυνήγι της λύτρωσης χρησιμοποιώντας μέσα που πάντα υποδεικνύονται από τρίτους, και η εγκράτεια την οποία καμωνόμαστε πως χαρακτηρίζει τις όμορφες ψυχές μας δεν είναι παρά μεταμφιεσμένη αγωνία που έχει για σημείο εκκίνησης την ενότητα την οποία νομίζουμε πως διαβλέπουμε στους άλλους. Η μη – επιθυμία συνιστά συγκάλυψη της αληθινής επιθυμίας που αρνούμαστε να δούμε. Η πάλη μεταξύ προόδου και συντήρησης, μοντέρνου πνεύματος και παράδοσης, δεν είναι κάτι παραπάνω από μια συνθήκη εσωτερικής, αμφίδρομης σύγκρουσης, όπου το ένα αντλεί νόημα από το άλλο. Η σύγκρουση προηγείται της ιδεολογικής ρήξης. Η ιδεολογία είναι το πρόσχημα, ένα προπέτασμα καπνού, εφόδιο για αντιπαραθέσεις άγριες και μυστικά αποδεκτές.

Που λοιπόν να αναζητήσουμε το πρόσωπο μας, εμείς οι απόκληροι και καταραμένοι; Σε ποιο μακρινό καταφύγιο;

Μήπως στην Ευρώπη; Σ’ αυτόν τον μαγικό χώρο της πολυμορφίας και του σχετικού;

Όπως και σε προηγούμενο άρθρο, θα επικαλεστώ και εδώ το όνομα του Ρενέ Ζιράρ. Λέει λοιπόν ο Ζιράρ στο βιβλίο του Ρομαντικό ψεύδος και μυθιστορηματική αλήθεια: «Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι ευτυχισμένοι στον μοντέρνο κόσμο; Η απάντηση του Σταντάλ δεν μπορεί να διατυπωθεί με τη γλώσσα των πολιτικών κομμάτων ούτε με τη γλώσσα των κοινωνικών επιστημών. Για την αστική λογική ή για τον ρομαντικό ιδεαλισμό στερείται νοήματος. Δεν είμαστε ευτυχισμένοι, λέει ο Σταντάλ, διότι είμαστε ματαιόδοξοι. Αυτή η απάντηση δεν έχει σχέση μόνο με την ηθική και την ψυχολογία. Η στανταλική ματαιοδοξία περιλαμβάνει μια ιστορική πλευρά που είναι ουσιώδης […] Για τον Σταντάλ, αριστοκράτης είναι το άτομο που έχει τις δικές του επιθυμίες και επιστρατεύει τη μεγαλύτερη δυνατή ενέργεια για να τις ικανοποιήσει. Η αριστοκρατία, με την πνευματική έννοια του όρου, είναι λοιπόν συνώνυμη του πάθους. Το αριστοκρατικό ον ανυψώνεται πάνω από τους άλλους χάρη στη δύναμη της επιθυμίας του. Πρέπει να υπάρχει αρχικά αριστοκρατία με την πνευματική έννοια για να υπάρξει αριστοκρατία με την κοινωνική. Σε κάποια ιστορική στιγμή οι δύο έννοιες του όρου συνέπεσαν, τουλάχιστον θεωρητικά […] Τα σφοδρότερα πάθη γεννιούνται και αναπτύσσονται μέσα στην αφρόκρεμα της κοινωνίας στην Ιταλία του 14ου και 15ου αιώνα […] Η σχετική αρμονία ανάμεσα στην κοινωνική οργάνωση και τη φυσική ιεραρχία των ανθρώπων δεν μπορεί να διαρκέσει. Αρκεί, κατά μία έννοια, η συνειδητοποίηση της από τον αριστοκράτη για να αρχίσει να διαταράσσεται. Χρειαζόμαστε τη σύγκριση για να ανακαλύψουμε ότι είμαστε ανώτεροι από τους άλλους: όποιος όμως λέει σύγκριση εννοεί προσέγγιση, τοποθέτηση στο ίδιο επίπεδο και, ως ένα βαθμό, όμοια μεταχείριση ανάμεσα στα συγκρινόμενα πράγματα. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων χωρίς προηγουμένως να τη θέσουμε, όσο φευγαλέα και αν γίνει αυτό. Το πηγαινέλα ανάμεσα στην αλαζονεία και την ντροπή, αυτό το πηγαινέλα που ορίζει τη μεταφυσική επιθυμία, είναι ήδη παρών μέσα σε αυτή την πρώτη σύγκριση. Ο αριστοκράτης που συγκρίνει είναι ήδη λίγο περισσότερο αριστοκράτης με την κοινωνική έννοια αλλά πολύ λιγότερο με την πνευματική. Έχει ξεκινήσει μια νοητική εργασία που διαχωρίζει σιγά σιγά τον αριστοκράτη από την αριστοκρατική του ιδιότητα και μετατρέπει αυτή την τελευταία σε μια απλή κτήση, διαμεσολαβημένη από το βλέμμα του μη αριστοκράτη. Ο αριστοκράτης είναι επομένως το κατ’ εξοχήν παθιασμένο άτομο, όμως η αριστοκρατία, ως κοινωνική τάξη, είναι καταδικασμένη στη ματαιοδοξία. Όσο η αριστοκρατία μετατρέπεται σε κάστα τόσο πιο κληρονομική γίνεται, τόσο πιο απροσπέλαστη γίνεται για το παθιασμένο άτομο που μπορεί να προέρχεται από τον λαό και τόσο περισσότερο επιδεινώνεται η μεταφυσική ασθένεια. Εφεξής η αριστοκρατία δε θα πάψει πλέον να οδηγεί στη ματαιοδοξία τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις, τις καταδικασμένες να τη μιμούνται, και να έχει το προβάδισμα στη μοιραία οδό της μεταφυσικής επιθυμίας».

Μεταφυσική επιθυμία. Το μαγικό βασίλειο των άλλων. Η αγωνία να χριστούμε εκλεκτοί και να ενταχθούμε σε ένα ανώτερο σύστημα αξιών. Ο κόσμος ως αθετημένη υπόσχεση.

Η επέλαση των αστών διάβρωσε σταδιακά την αριστοκρατία του Μεσαίωνα. Γουρλωμένοι από ευχαρίστηση, οι αστοί είδαν στο νέο καθεστώς την έλευση τους στη γη της επαγγελίας. Η αστική ισότητα, όμως, χρήσιμη στο ποσοστό που αφορά σε υλικοτεχνικές σχέσεις και προωθεί μια κάποια αναδιανομή του πλούτου (έστω και σε συνθήκες τρομακτικής οικονομικής ύφεσης) προκαλεί το αντίθετο πάθος της ανισότητας σε ανθρώπους που είναι ανίκανοι να φανούν γενναία ελεύθεροι και να πράξουν με ωριμότητα. Η δημοκρατία υπονομεύεται εκ των έσω, υποσκάπτεται από τα ίδια της τα πλεονεκτήματα. «Οι άνθρωποι θα είναι θεοί οι μεν για τους δε» έγραψε ο Σταντάλ. Ο Άλλος ταυτίζεται πλέον με το πιο προσωπικό βλέμμα, την πιο υποκειμενική βούληση. Η προσπάθεια απεγκλωβισμού από αυτή την αποτρόπαια εγγύτητα εντάσσεται στον ίδιο φαύλο κύκλο επιθυμιών. Απ’ αυτή τη μοιραία αντιπαράθεση, αντιπαράθεση ανάμεσα σε βουλιμικά, υπερτροφικά εγώ που ταχυδρομούν εκκλήσεις υποταγής το ένα στο άλλο τη στιγμή που διατρανώνουν την απυρόβλητη αυτονομία τους, ξεπετάγεται το κενό. Το κενό. Η βασανιστική εγγύτητα του Άλλου. Η έσχατη, η απόλυτη αλλοτρίωση σε μια εποχή όπου όλοι κατέχουν τα πάντα και όλοι καυχιόνται γι’ αυτή την κτήση. Η κατάθλιψη αφορά σε αυτό το πνευματικό και νοηματικό μηδέν. Το πρόσωπο, τρομαγμένο εμπρός στη φρικώδη αμεσότητα των άλλων, φυλλορροεί προς μια διαφυγή που το στρέφει προς την πλευρά αυτού από το οποίο πασχίζει να απελευθερωθεί. Αληθεύει πως η κατάθλιψη αποτελεί αυθεντική στάση της ύπαρξης, με την έννοια πως ο καταθλιπτικός βιώνει με αιμοσταγή ένταση εκείνο που οι άλλοι, οι «υγιείς» και «φυσιολογικοί», αποκρύπτουν συστηματικά απ’ το αντιληπτικό τους πεδίο. Μοιάζουν με εκείνους τους ημίτρελους ήρωες των αμερικανικών ταινιών που, κλεισμένοι στις τρώγλες τους, μουρμουρίζουν αιώνιες αλήθειες που οι άλλοι αρνούνται να δουν. Ταυτόχρονα, όμως, η κατάθλιψη είναι αυτή η αμεσότητα προς ένα μηδέν το οποίο δεν αναλαμβάνεται ποτέ – και δεν θα μπορούσε να αναληφθεί. Ο καταθλιπτικός πηγαινοέρχεται μεταξύ ευθύνης και ανευθυνότητας, δίχως να αποφασίζει. Αμφιταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ υλοποίησης και αποσύνθεσης. Το χάσμα παράγει ακατάπαυστα αναβλητικό τέλμα. Η αναβολή συνιστά κίνηση και η κίνηση αναβολή. Οι διαλεκτικές που κυριαρχούν ομοιάζουν στους ανέμους που φυσάνε απ’ όλες τις πλευρές και θέτουν το υποκείμενο σε ισορροπία. Η ισορροπία αυτή όμως είναι τρομακτική. Το άτομο επιθυμεί την πτώση, την άλωση απ’ αυτούς τους ανέμους, αλλά ποτέ δεν πράττει το άλμα, και ποτέ δεν εγκαταλείπεται στις πνοές.

Μια αλλοίωση σαγηνεύει την πλήξη και η ολέθρια εξέλιξη της σύγχρονης πραγματικότητας κολακεύεται στις ρομαντικές χροιές των καταστροφικών εμμονών της. Οι άνθρωποι υπνοβατούν σαν σύννεφα που σπρώχνονται από τη δαιμονική καταδυνάστευση των χειμωνιάτικων ανέμων στον ύπνο που έστρωσε γι’ αυτούς το τέλος της δημοκρατίας, αυτή η περίφημη συνθήκη που, ενώ εκπλήσσει τους πάντες, δεν θα έπρεπε να ξενίζει, εφόσον αποτελεί το φυσιολογικό επακόλουθο των ιστορικών μας πεποιθήσεων και των χαμερπών υποπροϊόντων που παράγουν: ό,τι τελειώνει περιέχει το σπέρμα του θανάτου του. Ό,τι τελειώνει έπιασε από το χέρι την αντανάκλαση του ειδώλου του και την οδήγησε στην ειδωλοποιημένη αντανάκλαση του Θανάτου. Το τέλος είναι μόνο το Όμοιο με διαφορετική ενδυμασία. Η δημοκρατία επιβιώνει, αλλά επιβιώνει εκτρωματική, γερασμένη, μια λερναία ύδρα με πολλά κεφάλια που αν κόψεις το ένα εμφανίζεται αμέσως άλλο. Ένα δαιμονικό πνεύμα που επιβάλλει το μεγάλο προσκύνημα των εθνών. Η διακήρυξη του θανάτου της από τις ευαίσθητες δημοκρατικές ψυχές, που ταράσσονται μπρος στα νέα δεδομένα, παρεκκλίνει σε μια συλλογική ειδωλολατρία που λατρεύει ένα πτώμα προσμένοντας την ανάσταση. «Η ίδια κίνηση που μας κάνει να λατρεύουμε τη ζωή μάς ωθεί στην άρνηση της» λέει ο Ντενί Ντε Ρουζεμόν. Σαγηνευμένοι από την εικόνα θανάτου και σήψης της αστικής δημοκρατίας, φιλόσοφοι, στοχαστές, καλλιτέχνες, πολίτες, στολίζουν τον τάφο της με δοκίμια, τραγούδια, διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις. Μια νεκροφιλία που αναθρώσκει ντυμένη με οίκτο και πολιτική άποψη. Στο μεταξύ, η επιβλητική παλάμη της Δημοκρατίας σκεπάζει τον ήλιο των αρχαίων αμαρτιών και πέφτοντας στη γη λιώνει εκατομμύρια μετανάστες που αδημονούν να περάσουν τα σύνορα για την μεγάλη Ευρώπη. Οι συνοριοφύλακες περιφρουρούν τους θεσμούς. Οι κάμερες είναι εκεί. Μάρτυρες και μάρτυρες. Από τα βάθη της ανατολής μια αρχαϊκή τρέλα που δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό της διαρρέει προς μια οντότητα που έχει κάθε δικαίωμα στην κολακεία, στον εξαγνισμό, στη μέθη, στην ειλικρίνεια, στην παρρησία, στην αυτοκριτική, στην άρνηση, σε αντιδιαστολή με τις αμαρτωλές ροπές της Ντροπής και της Τιμής με τις οποίες συνουσιάζεται η «άλλη μισή πλευρά του πλανήτη». Ο μαζικός αυνανισμός του πνευματικού πολιτισμού της Δύσης τείνει με απληστία προς το εμπόδιο και το βρίσκει στο μαζικό, βουβό Καθεαυτόν που αντιπροσωπεύει η αγελαία προέλευση των «άλλων». Αυτά τα ξυπόλητα πλάσματα, τα καθηλωμένα στο «μεταξύ», πυροδοτούν τον προσκολλημένο στα αρνητικά στοιχεία της ζωής πνευματικό μαζοχισμό της Δύσης, δίνοντας την ευκαιρία σε νέες παρασιτικές αρνήσεις να επανέρθουν στο προσκήνιο: ακροδεξιές ιδεολογίες, φασισμοί, εθνικισμοί, ξενοφοβία. Αποσύνθεση και τρόμος. Υπό το πρόσχημα ενός κινδύνου που απειλεί να εξολοθρεύσει τα μεγάλα δημοκρατικά κεκτημένα, οι λοιπές πλειοψηφίες, που βρίσκονται στον αντίποδα αυτών των φαινομένων, παράγουν καινούριες αρνήσεις, βλέποντας σ’ αυτά τα φαινόμενα εξωτερικά δεδομένα, επιμένοντας μες στην τυφλή οξυδέρκεια τους να βλέπουν τις ίδιες και απαράλλαχτες αιτιάσεις – «εχθρούς της δημοκρατίας», «δεκανίκια του καπιταλισμού«, «περιθώριο», «παράγωγα της ανεργίας» και της «απελπισίας που αυτή γεννά», «απεγνωσμένους», «βλάκες», «ηλίθιους», «παρίες», «ευκολόπιστους» – με τις αναγνώσεις τους να προσκρούουν στο ίδιο τοίχο βλακείας και να τσακίζονται. Με αυτό τον τρόπο όμως οι δημοκρατίες επιτυγχάνουν έναν εγκωμιαστικό διαχωρισμό, μια τιμητική διάκριση που συμφιλιώνει τους ικανούς και εκλεπτυσμένους γύρω από κοινές διαπιστώσεις και περισπούδαστες αναγνώσεις. Το «δημοκρατικό τόξο» έχει για πολλοστή φορά την ευκαιρία να αυτοκολακευτεί με το δείγμα γραφής που παινεύει και επαινεί την ανωτερότητα του επί των άλλων. Αυτό όμως είναι και το μεγάλο όπλο στα χέρια των άλλων. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. Όταν η δημοκρατική σου ευαισθησία είναι πολύ μεγάλη και εξεγείρεται επί των απειλών, ο άλλος μπορεί πολύ εύκολα να ξεφύγει από την παγίδα στην οποία πας να τον πιάσεις με το να εμφανιστεί αναίσθητος. Η πολυπόθητη διάκριση κερδίζεται πολύ εύκολα με το να στρέψεις στον αντίπαλο τα ίδια του τα όπλα. «Είστε πολύ δημοκράτες, ε, λοιπόν, κύριοι, εμείς όχι, κρίνεται μας λοιπόν, αλλά με τι μέσα, με αυτά που δεν αποδεχόμαστε;». Και το γέλιο των άλλων αντηχεί κραταιό. Οι κάλπες το δείχνουν. Ή θα το δείξουν. Κάθε διάσπαση, όσο επιδερμική κι αν είναι, όσο αθώα, οδηγεί στη σύγκλιση και η σύγκλιση στον πόλεμο. Μια μόνο λέξη γι’ αυτό: αυτοκαταστροφή.