Το μέλλον των κοινών

Είναι αμέτρητες οι φορές που έχω συναντήσει το κλασσικό άρθρο του Garrett Hardin «Η τραγωδία των κοινών»1, να παραπέμπεται ως αδιαμφισβήτητο επιχείρημα υπέρ των ιδιωτικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας αναφορικά με τη γη και τους φυσικούς πόρους κι επομένως ως αδιάψευστη επιχειρηματολογία υπέρ της ιδιωτικοποίησης. Αυτή η λανθασμένη ανάγνωση εν μέρει προέρχεται από την επίκληση του Hardin στο μεταφορικό παράδειγμα του βοσκότοπου, ο οποίος βρίσκεται υπό την ιδιωτική ιδιοκτησία πολλών ατόμων που ενδιαφέρονται για την μεγιστοποίηση του ατομικού τους οφέλους, και βάζουνε τα κοπάδια να βόσκουν σε ένα κομμάτι κοινής γης. Εάν ο βοσκότοπος διαχειριζόταν από κοινού, φυσικά, το παράδειγμα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Θα ήταν τότε ξεκάθαρο ότι στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η ιδιωτική ιδιοκτησία του βοσκότοπου και η συμπεριφορά της μεγιστοποίησης της ατομικής ωφέλειας (individual utility-maximizing behavior). Όμως κανένα από αυτά δεν αποτελούσε βασικό μέλημα του Hardin. Μέλημά του ήταν η πληθυσμιακή μεγέθυνση. Ο φόβος ήταν ότι η προσωπική απόφαση του να κάνεις παιδιά θα οδηγούσε σταδιακά στην καταστροφή των παγκόσμιων κοινών (ένα θέμα στο οποίο συμφωνούσε επίσης και ο Thomas Malthus). Η ιδιωτική, οικογενειακή φύση της απόφασης ήταν το κρίσιμο ζήτημα. Η μόνη λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ο ρυθμιστικός πληθυσμιακός έλεγχος από τις αρχές.

Παραθέτω εδώ τη λογική του Hardin για να επισημάνω ότι ο τρόπος σκέψης γύρω από τα κοινά συχνά περιφράσσεται από ένα πολύ στενό σύνολο επιχειρημάτων, που σε μεγάλο βαθμό προέρχονται από το παράδειγμα των περιφράξεων γης που συνέβησαν στην Βρετανία από τον 16ο αιώνα και μετά. Ως αποτέλεσμα, η σκέψη βρίσκεται συχνά πολωμένη ανάμεσα σε λύσεις που αφορούν την ιδιωτική ιδιοκτησία ή την αυταρχική επιβολή του κράτους. Από πολιτικής άποψης, το όλο ζήτημα θολώνεται από μια ενστικτώδη αντίδραση είτε υπέρ είτε ενάντια στις περιφράξεις, η οποία είναι φορτισμένη από μεγάλες δόσεις νοσταλγίας για μια υποτιθέμενη ηθική οικονομία των κοινών δραστηριοτήτων που υπήρχε κάποτε στο μακρινό παρελθόν.

Η Elinor Ostrom επιδιώκει να διαταράξει μερικές από αυτές τις υποθέσεις στο βιβλίο της «Η διαχείριση των κοινών πόρων (Governing the Commons)2, στο οποίο συστηματοποιεί ανθρωπολογικά, κοινωνικά και ιστορικά στοιχεία. Η Ostrom δείχνει ότι τα άτομα μπορούν και συχνά πράγματι επινοούν ευφυείς και εξαιρετικά κατάλληλους τρόπους για να διαχειρίζονται τους πόρους κοινής ιδιοκτησίας- ΠΚΔ (common property resources – CPR) για ατομικό και συλλογικό όφελος. Αυτές οι μελέτες περιπτώσεων «συντρίβουν τις βεβαιότητες πολλών πολιτικών αναλυτών ότι ο μόνος τρόπος να λυθούν τα προβλήματα των πόρων κοινής δεξαμενής είναι οι εξωτερικές αρχές να επιβάλλουν πλήρως ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας ή συγκεντρωτική ρύθμιση» και, όπως ισχυρίζεται η Ostrom, αναδεικνύουν «μια πλούσια ποικιλία δημόσιων και ιδιωτικών οργάνων»3.

Ωστόσο, τα περισσότερα από τα παραδείγματά της αφορούν λίγο πολύ εκατό περίπου εμπλεκόμενα άτομα. Οτιδήποτε μεγαλύτερο απαιτεί μια «ένθετη ιεραρχική» δομή λήψης αποφάσεων, παρά άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των ατόμων. Εδώ, υπάρχει σαφώς ένα μη αναλυμένο “πρόβλημα κλίμακας” σε εφαρμογή. Οι δυνατότητες για συνετή διαχείριση των πόρων κοινής ιδιοκτησίας υπάρχουν στη μια κλίμακα, όπως τα κοινά δικαιώματα σε υδατικούς πόρους μεταξύ εκατό αγροτών σε μια μικρή λεκάνη απορροής ποταμού, όμως οι λύσεις που εφαρμόζονται σε αυτή τη μικρή κλίμακα δεν πρέπει και δεν μπορούν να μεταφερθούν σε προβλήματα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη ή ακόμα και σε περιφερειακής διάχυσης όξινες εναποθέσεις από ενεργειακούς σταθμούς. Καθώς «πηδάμε κλίμακες» (όπως οι γεωγράφοι συνηθίζουν να λένε) η όλη φύση του προβλήματος της κοινής ιδιοκτησίας και οι προοπτικές εξεύρεσης μιας λύσης αλλάζουν δραματικά. Αυτό που φαίνεται ως ένας καλός τρόπος για την επίλυση προβλημάτων σε μια κλίμακα, δεν ταιριάζει σε μια άλλη κλίμακα. Ακόμα χειρότερα, κάποιες καλές λύσεις σε μια κλίμακα (ας πούμε σε τοπική) δεν είναι απαραίτητο ότι θα δώσουν στο σύνολό τους καλές λύσεις σε μια άλλη κλίμακα (ας πούμε σε παγκόσμια). Γι’ αυτό η μεταφορά του Hardin είναι τόσο παραπλανητική: χρησιμοποιεί ένα μικρής κλίμακας παράδειγμα για να εξηγήσει ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Αυτό, παρεμπιπτόντως είναι και ο λόγος που τα διδάγματα που αποκτήθηκαν από τη συλλογική οργάνωση των μικρής κλίμακας αλληλέγγυων οικονομιών σε γραμμές κοινής ιδιοκτησίας δεν μπορούν να μεταφραστούν σε παγκόσμιες λύσεις χωρίς προσφυγή σε ένθετες ιεραρχικές μορφές λήψης αποφάσεων. Δυστυχώς, η ιεραρχία αποτελεί ανάθεμα για πολλά κομμάτια της αντιπολιτευόμενης αριστεράς στις μέρες μας.

Υπό μια ευρύτερη οπτική και συγκεκριμένα σε πλανητικό επίπεδο, μερικές μορφές περιφράξεων είναι συχνά ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθούν πολύτιμα κοινά. Θα χρειαζόταν, για παράδειγμα, δρακόντεια μέτρα για την περίφραξη του Αμαζονίου, για να προστατευθούν η βιοποικιλότητα και οι κουλτούρες των ιθαγενών πληθυσμών ως μέρος των παγκόσμιων φυσικών και πολιτιστικών κοινών μας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα χρειαζόταν μια κρατική αρχή για να πράξει κάτι τέτοιο ενάντια στη φιλισταία δημοκρατία των βραχυπρόθεσμων κερδών και συμφερόντων που λυμαίνονται την γη με φυτείες σόγιας και εκτροφή ζωών. Όμως στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ένα ακόμα πρόβλημα: η απομάκρυνση των ιθαγενών πληθυσμών από τις δασικές εκτάσεις στις οποίες κατοικούν, μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Με άλλα λόγια, το ένα κοινό, το οποίο χρειάζεται να προστατευτεί, στρέφεται εις βάρους του άλλου.

Τα ζητήματα των κοινών είναι αντιφατικά και γι’ αυτό πάντα αμφισβητούνται. Πίσω από αυτές τις αμφισβητήσεις βρίσκονται τα συγκρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα. Πράγματι, «η πολιτική» όπως ο Jacques Rancière έχει παρατηρήσει «είναι η σφαίρα της δραστηριότητας ενός κοινού το οποίο πάντοτε θα είναι αμφισβητούμενο»4. Στο τέλος όλων αυτών, οι αναλυτές μένουν συχνά με μια απλή απόφαση: με ποιανού τη πλευρά είστε, και ποιών τα συμφέροντα επιδιώκεται να προστατεύσετε; Στις μέρες μας οι πλούσιοι έχουν την συνήθεια να κλείνονται σε φρουρούμενες κοινότητες εντός των οποίων καθορίζονται αποκλειστικά κοινά. Ριζοσπαστικές ομάδες μπορούν επίσης να βρούνε χώρους, μερικές φορές ασκώντας δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας (όπως όταν ακτιβιστές αγοράζουν ένα κοινωνικό κέντρο για έναν προοδευτικό σκοπό), από το οποίο μπορούν να καταφέρουν να προωθήσουν πολιτικές κοινών συμφερόντων. Ή μπορούν να εγκαθιδρύσουν μια κομμούνα ή ένα σοβιέτ σε κάποιο προστατευόμενο χώρο.

Δεν είναι όλες οι μορφές των κοινών ανοικτής πρόσβασης. Μερικοί, όπως ο αέρας που αναπνέουμε, είναι ανοιχτοί, ενώ άλλοι, όπως οι δρόμοι των πόλεών μας είναι ανοιχτοί σε γενικές γραμμές αλλά ρυθμίζονται, αστυνομεύονται και ακόμα υπόκεινται σε ιδιωτική διαχείριση με τη μορφή των επιχειρησιακών-αναπτυξιακών περιοχών. Και μερικοί, όπως οι κοινοί υδατικοί πόροι μπορεί να ελέγχονται από καμιά 50αρια αγρότες και να διαχειρίζονται από την αρχή αποκλειστικά από μια συγκεκριμένη ομάδα. Τα περισσότερα παραδείγματα της Ostrom ανήκουν στην τελευταία κατηγορία. Επιπλέον, αυτή ορίζει την ερευνά της τους «αποκαλούμενους φυσικούς πόρους» όπως είναι η γη, τα δάση, το νερό, οι ψαρότοποι και άλλα παρόμοια (τους λέω αποκαλούμενους φυσικούς πόρους επειδή όλοι οι πόροι είναι τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτιστικές εκτιμήσεις, όπως το γενετικό υλικό, η γνώση και τα πολιτιστικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονται κάτω από μεγάλη επίθεση αυτές τις μέρες μέσω της εμπορευματοποίησης και των περιφράξεων. Σημειώστε, για παράδειγμα, πως πολιτιστικά κοινά εμπορευματοποιούνται (και συχνά λογοκρίνονται) από τις βιομηχανίες κληρονομιάς. Πνευματική ιδιοκτησία, πατέντες και δικαιώματα σε γενετικό υλικό και επιστημονική γνώση γενικότερα αποτελούν ένα από τα πιο καυτά θέματα της εποχής μας. Όταν οι εκδοτικές εταιρείες χρεώνουν τους αναγνώστες για πρόσβαση σε άρθρα σε επιστημονικά και τεχνικά περιοδικά που εκδίδουν, το πρόβλημα της πρόσβασης σε αυτό που σημαίνει κοινά γνώσης και ανοιχτά σε όλους είναι προφανές.

Τα πολιτιστικά και πνευματικά κοινά δεν υπάγονται συχνά στη λογική της σπανιότητας και του αποκλεισμού χρήσης του τύπου που ισχύει για τους περισσότερους φυσικούς πόρους, αυτό είναι ένα σημείο που τονίζεται από τους Michael Hardt και Antonio Negri στο βιβλίο τους Commonwealth. Μπορούμε όλοι να ακούσουμε τον ίδιο ραδιοφωνικό σταθμό ή τηλεοπτικό πρόγραμμα την ίδια στιγμή. Τα πολιτιστικά κοινά, γράφουν οι Hardt και Negri «είναι δυναμικά, εμπλέκοντας τόσο το προϊόν της εργασίας όσο και τους τρόπους της μελλοντικής παραγωγής. Αυτά τα κοινά δεν είναι μόνο η υδρόγειος που μοιραζόμαστε αλλά επίσης είναι οι γλώσσες που δημιουργούμε, οι κοινωνικές πρακτικές που θέτουμε σε εφαρμογή, οι τρόποι κοινωνικότητας που προσδιορίζουν τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και ούτω καθεξής». Αυτά έχουν χτιστεί με το πέρασμα των χρόνων και κατ’ αρχήν είναι ανοιχτά σε όλους. Με αυτόν τον τρόπο είναι πιθανό ακόμα να ιδωθεί «η μητρόπολη ως το εργοστάσιο για την παραγωγή των κοινών»5.

Οι ανθρώπινες ποιότητες της πόλης αναδύονται από τις πρακτικές μας στους ποικιλόμορφους χώρους της πόλης, ακόμα και εάν αυτοί οι χώροι υπόκεινται σε περιφράξεις είτε ιδιωτικής είτε κρατικής ιδιοκτησίας, όπως επίσης και από τον κοινωνικό έλεγχο, την οικειοποίηση και τις κινήσεις αντιστάσεις που διεκδικούν αυτό που ο Henri Lefebvre ονόμασε «το δικαίωμα στην πόλη» σε σχέση με τους κατοίκους6.

Μέσα από τις καθημερινές τους δραστηριότητες και αγώνες, μεμονωμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες δημιουργούν τον κοινωνικό κόσμο της πόλης και κάνοντας αυτό, δημιουργούν κάτι κοινό ως ένα πλαίσιο εντός του οποίου μπορούμε όλοι να κατοικήσουμε. Ενώ αυτή η πολιτισμική δημιουργία των κοινών δεν μπορεί να καταστραφεί με την χρήση, μπορεί να υποβαθμιστεί και να απαξιωθεί μέσω της υπερβολικής κατάχρησης.

Το πραγματικό πρόβλημα εδώ, μου φαίνεται ότι δεν είναι τα κοινά αυτά κάθε αυτά. Είναι η αποτυχία των εξατομικευμένων ιδιωτικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας να εκπληρώσουν τα κοινά μας συμφέροντα με τρόπο που θα έπρεπε να το κάνουν. Γιατί, για παράδειγμα, δεν επικεντρώνουμε στην μεταφορά του Hardin σχετικά με την ατομική ιδιοκτησία των κοπαδιών από το να μελετάμε τα βοσκοτόπια ως κοινά;

Η αιτιολόγηση για τα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας στην φιλελεύθερη θεωρία, είναι ότι τα δικαιώματα θα πρέπει να χρησιμεύουν για να μεγιστοποιούν τα κοινά αγαθά όταν κοινωνικά ενσωματώνονται σε θεσμούς μιας ανταλλακτικής δίκαιης και ελεύθερης αγοράς. Όπως υποστηρίζει ο Hobbes, ο κοινός πλούτος παράγεται μέσω ιδιωτικοποίησης των ανταγωνιστικών συμφερόντων εντός του πλαισίου μιας ισχυρής κρατικής εξουσίας. Αυτή η άποψη, προβάλλεται από τους φιλελεύθερους θεωρητικούς όπως ο John Locke και ο Adam Smith, αν και συνήθως υποβαθμίζουν την αναγκαιότητα ενός ισχυρού κράτους. Ως λύση στα προβλήματα της παγκόσμιας φτώχειας, η Παγκόσμια Τράπεζα συνεχίζει να μας διαβεβαιώνει, ενώ σε μεγάλο βαθμό κλείνει προς τις θεωρίες του Hernando de Soto, ότι είναι τα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας για όλους τους κάτοικους των παραγκουπόλεων και η πρόσβαση σε μικρο-οικονομίες (ειδικά αυτά τα οποία απλώς τυχαίνει να αποδώσουν υψηλούς συντελεστές απόδοσης στους παγκόσμιους χρηματοδότες). Όταν το εγγενές επιχειρηματικό ένστικτο των φτωχών φιλελευθεροποιείται με αυτόν τον τρόπο, λέγεται ότι όλα θα είναι καλά και θα λυθεί το πρόβλημα της χρόνιας φτώχειας.

Για τον Locke, η ατομική ιδιοκτησία είναι ένα φυσικό δικαίωμα, το οποίο προκύπτει όταν τα μεμονωμένα άτομα δημιουργούν αξία από την ανάμειξη της εργασίας με τη γη: οι καρποί της εργασίας τους, ανήκουν σε αυτούς και μόνο σε αυτούς. Αυτή είναι η ουσία της εκδοχής του Locke για την θεωρία της αξίας σε σχέση με την εργασία. Οι αγορές κοινωνικοποιούν αυτό το δικαίωμα όταν κάθε μεμονωμένο άτομο παίρνει πίσω την αξία αυτού που έχει δημιουργήσει ανταλλάσσοντάς το με μια ισοδύναμη αξία που έχει δημιουργηθεί από κάποιον άλλο. Στην πραγματικότητα, τα μεμονωμένα άτομα διατηρούν, επεκτείνουν και προσαρμόζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας μέσω της δημιουργίας αξίας σε υποτιθέμενες ελεύθερες και δίκαιες αγορές συναλλαγών. Αυτός είναι ο τρόπος που ο πλούτος των εθνών είναι πιο εύκολο να δημιουργηθεί και το κοινό καλό να εξυπηρετηθεί καλύτερα. Το τεκμήριο είναι φυσικά, ότι οι αγορές μπορεί να είναι ελεύθερες και δίκαιες, και στην κλασσική πολιτική οικονομία είναι αποδεκτό ότι τα κράτη θα παρεμβαίνουν για να το κάνουν αυτό -το λιγότερο, αυτό είναι που ο Smith συμβουλεύει τους ηγέτες των κρατών να κάνουν. Αλλά υπάρχει μια άσχημη συνέπεια στην θεωρία του Locke: τα άτομα που θα αποτύχουν να παράγουν αξία δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Η αποστέρηση των ιθαγενών πληθυσμών στην νότια Αμερική από τους «παραγωγικούς» αποικιοκράτες, για παράδειγμα, ήταν δικαιολογημένη επειδή οι ιθαγενείς πληθυσμοί δεν παρήγαγαν αξία.

Επομένως, πως ασχολείται ο Karl Marx με όλα αυτά; Ο Marx αποδέχεται το όραμα του Locke στα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου -αν και το επιχείρημα διανθίζεται με αρκετή ειρωνεία όταν για παράδειγμα παίρνει το περίεργο ρόλο του μύθου του Ροβινσώνα Κρούσου στην πολιτικοοικονομική σκέψη, στην οποία κάποιος πετιέται σε ένα κράτος που λειτουργεί με τους νόμους της ζούγκλας όπως το βρετανικό. Αλλά όταν ο Marx εξετάζει το πως η εργατική δύναμη γίνεται ατομικοποιημένο εμπόρευμα το οποίο πουλιέται και αγοράζεται σε ελεύθερες και δίκαιες αγορές, βλέπουμε το όραμα του Locke να αποκαλύπτεται ποιο πραγματικά είναι: ένα σύστημα που βασίζεται στην ισότητα στην αξία ανταλλαγής που παράγει υπεράξια για τον κεφαλαιοκράτη κάτοχο των μέσων παραγωγής μέσω της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας στην παραγωγή.

Το σχήμα του Locke υπονομεύεται ακόμα πιο δραματικά όταν ο Marx εξετάζει το ζήτημα της συλλογικής εργασίας. Σε έναν κόσμο στον οποίο μεμονωμένοι τεχνίτες παραγωγοί ελέγχουν τα δικά τους μέσα παραγωγής και μπορούν να πετύχουν ελεύθερες συναλλαγές σε σχέση με τις ελεύθερες αγορές, τότε το όραμα του Locke μπορεί να έχει μια αξία. Αλλά η άνοδος του εργοστασιακού συστήματος από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, όπως υποστηρίζει ο Marx, καθιστά περιττά τα θεωρητικά σχήματα του Locke. Στο εργοστάσιο, η εργασία είναι συλλογικά οργανωμένη. Εάν υπήρχαν δικαιώματα ιδιοκτησίας που θα προέκυπταν από αυτή τη μορφή εργασίας, τότε σίγουρα αυτά θα ήταν συλλογικά παρά ατομικοποιημένα. Ο προσδιορισμός της παραγωγικής αξίας της εργασίας, στην οποία βασίζεται η θεωρία του Locke για την ιδιωτική ιδιοκτησία, δεν κρατιέται για το άτομο αλλά περνάει στον συλλογικό εργάτη. Ο κομμουνισμός τότε αναδύεται στην βάση της «ένωσης των ελεύθερων ανθρώπων, που δουλεύουν με τα μέσα παραγωγής να είναι κοινά και δαπανώνται οι πολλές διαφορετικές μορφές εργατικής δύναμης με πλήρη αυτογνωσία σαν να πρόκειται για μια εργατική δύναμη»7.

Ο Marx δεν υποστηρίζει την κρατική ιδιοκτησία αλλά κάποιας μορφής ιδιοκτησία που ανήκει στη συλλογική εργατική παραγωγή για το κοινό καλό. Πως μπορεί αυτή η μορφή της ιδιοκτησίας να είναι, προκύπτει αντιστρέφοντας το επιχείρημα του Locke για την παραγωγή της αξίας. Υποθέστε, λέει ο Marx, ένας κεφαλαιοκράτης ξεκινάει μια παραγωγή με 1000 δολάρια αρχικό κεφαλαίο και το πρώτο χρόνο καταφέρνει να κερδίσει 200 δολάρια υπεραξία από τους εργάτες αναμειγνύοντας την εργασία τους με την ιδιοκτησία γης και έπειτα ο κεφαλαιοκράτης χρησιμοποιεί αυτή την υπεραξία για προσωπική κατανάλωση. Έπειτα, μετά από πέντε χρόνια, τα 1000 δολάρια θα έπρεπε να ανήκουν στους συλλογικούς εργάτες, από τη στιγμή που σχηματοποιούνται στον έναν που αναμειγνύει την εργασία τους με την γη. Ο κεφαλαιοκράτης έχει καταναλώσει όλο το αρχικό κεφαλαίο. Όπως στην Νότια Αμερική, οι κεφαλαιοκράτες προσδοκούν οι ιθαγενείς πληθυσμοί να χάσουν τα δικαιώματά τους, από τη στιγμή που αυτοί από μόνοι τους δεν έχουν παράγει καμία αξία.

Ενώ αυτή η λογική φαίνεται εξωπραγματική, βρίσκεται πίσω από το σουηδικό σχέδιο Meidner που προτάθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Σε αντάλλαγμα για τη συγκράτηση των μισθών από την πλευρά των συνδικάτων θα θεσπιζόταν ένας φόρος στα εταιρικά κέρδη, ο οποίος θα συγκεντρώνονταν σε ένα εργατικά ελεγχόμενο ταμείο, το οποίο έπρεπε να επενδύει και τελικά να εξαγοράζει τις εταιρείες, και συνεπώς να τις φέρνει υπό τον έλεγχο των εργατικών συνδικάτων. Το κεφάλαιο αντιστάθηκε με όλες τις δυνάμεις του σε αυτή την ιδέα και τελικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αλλά η ιδέα θα πρέπει να επανεξεταστεί. Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η συλλογική εργασία που σήμερα είναι ο παραγωγός της αξίας πρέπει να κατοχυρωθεί ως συλλογική και όχι ως ατομικά ή ιδιωτικά δικαιώματα. Η αξία, ο κοινωνικά απαραίτητος χρόνος εργασίας, είναι το καπιταλιστικό κοινό, και αντιπροσωπεύεται από χρήματα, που αποτελούν το καθολικό ισοδύναμο με το οποίο υπολογίζεται ο κοινός πλούτος. Γι αυτό τα κοινά δεν είναι κάτι που υπήρχε κάποτε στο μακρινό παρελθόν και από τότε χάθηκε, αλλά κάτι το οποίο όπως τα αστικά κοινά, διαρκώς παράγεται. Το πρόβλημα είναι ότι διαρκώς περιφράσσονται και ιδιοποιούνται από το κεφάλαιο με την εμπορευματική και νομισματική του μορφή. Για παράδειγμα μια κοινοτική ομάδα που αγωνίζεται για να διατηρήσει στην γειτονιά της την εθνοτική της ποικιλομορφία και να προστατευτεί απέναντι στον εξευγενισμό μπορεί ξαφνικά να δει τις αξίες ιδιοκτησίας να ανεβαίνουν καθώς η αγορά του real estate εντοπίζει τον «χαρακτήρα» της γειτονιάς ως πολυπολιτισμικό και ως εν δυνάμει πόλο έλξης για τους εξευγενιστές.

Το αποτέλεσμα, γράφει ο Marx, είναι ότι το κεφάλαιο προχωράει μπροστά με τους εξαναγκαστικούς νόμους του ανταγωνισμού με τους οποίους μεγιστοποιεί (όπως οι ιδιοκτήτες των κοπαδιών στην ιστορία του Hardin) τα οφέλη του (αποδοτικότητα), προοδεύοντας στην τέχνη, όχι μόνο του να ληστεύει τους εργάτες, αλλά ληστεύοντας και το έδαφος, όλες οι πρόοδοι που έχουν ως στόχο την αύξηση της γονιμότητας του εδάφους για μια δεδομένη χρονική στιγμή είναι πρόοδοι προς την κατεύθυνση της καταστροφής των μακροπρόθεσμων πηγών αυτής της γονιμότητας. Όσο περισσότερο μια χώρα προοδεύει από μεγάλης κλίμακας βιομηχανίες ως υπόβαθρο της ανάπτυξής της, όπως για παράδειγμα οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τόσο γρηγορότερη είναι η διαδικασία της καταστροφής. Για αυτό, η καπιταλιστική παραγωγή, αναπτύσσει μόνο τις τεχνικές και τον βαθμό των συνδυασμών της κοινωνικής διαδικασίας της παραγωγής με την ταυτόχρονη υποβάθμιση των αρχικών πηγών όλου του πλούτου, του εδάφους και των εργατών (8)8.

Η «τραγωδία» είναι παρόμοια με αυτή που απεικονίζει ο Hardin, αλλά η λογική από την οποία προκύπτει είναι εντελώς διαφορετική. Το πρόβλημα των κοινών επαναπροσδιορίζεται εδώ μαζί με μια σειρά πιθανών λύσεων. Αν αφεθεί αρρύθμιστη, η ατομικοποιημένη κεφαλαιακή συσσώρευση διαρκώς θα απειλεί να καταστρέψει τις δυο βασικές πήγες των πόρων κοινής ιδιοκτησίας που περιβάλλουν όλες τις μορφές παραγωγής: τους εργάτες και το έδαφος. Και με την κεφαλαιακή συσσώρευση να προκαλείται με τους σύνθετους ρυθμούς ανάπτυξης (συνήθως με ένα ελάχιστο ικανοποιητικό επίπεδο του 3 %), αυτές οι διπλές απειλές στο έδαφος και στην εργασία κλιμακώνονται και εντείνονται με την πάροδο του χρόνου.

Οι βίαιες νεοφιλελεύθερες επιθέσεις στα δικαιώματα και στην εξουσία της οργανωμένης εργασίας, οι οποίες από την Χιλή έως την Βρετανία ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970, αυξάνονται σήμερα με τα δρακόντεια παγκόσμια σχέδια λιτότητας τα οποία από την Καλιφόρνια έως την Ελλάδα, συνεπάγονται απώλειες περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων για τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού, σε συνδυασμό με την επιθετική απορρόφηση των έως τώρα περιθωριοποιημένων πληθυσμών στις καπιταλιστικές δυναμικές. Ζώντας με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα, αυτοί οι πληθυσμοί, πάνω από 2 δισεκατομμύρια μπαίνουν στις μικροοικονομίες των «subprime μορφών δανεισμού» ώστε να εξαχθεί πλούτος από αυτούς –όπως συνέβη στις αγορά σπιτιών με τον επιθετικό δανεισμό των subprime στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος στη συνέχεια ακολουθήθηκε από κατασχέσεις- για να χρυσωθούν τα McMansions των πλούσιων. Τα περιβαλλοντικά κοινά δεν απειλούνται λιγότερο, ενώ οι προτεινόμενες απαντήσεις όπως το εμπόριο άνθρακα και νέες περιβαλλοντικές τεχνολογίες απλώς προτείνουν ότι πρέπει να επιδιώξουμε να βγούμε από το αδιέξοδο χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία της κεφαλαιακής συσσώρευσης και των κερδοσκοπικών συναλλαγών της αγοράς που μας οδήγησαν στις δυσκολίες. Δυστυχώς, αυτή είναι μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία: κάθε σημαντική πρωτοβουλία που επιδίωξε να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας από το 1945, επέμενε στην αποκλειστική χρήση των μέσων –κεφαλαιακής συσσώρευσης και συναλλαγών της αγοράς- η οποία παράγει σχετική και μερικές φορές απόλυτη φτώχεια. Είναι έκπληξη το γεγονός ότι ακόμα υπάρχουν φτωχοί και τα νούμερά τους αυξάνονται αντί να μειώνονται με την πάροδο του χρόνου.

Η κατάργηση των ρυθμιστικών πλαισίων και ελέγχων, που όφειλαν να περιορίζουν, ωστόσο ανεπαρκώς, την τάση για ληστρικές πρακτικές συσσώρευσης έχει ως αποτέλεσμα να ακολουθήσει μια λογική κατακλυσμιαίας συσσώρευσης και οικονομικής κερδοσκοπίας η οποία σήμερα μετατρέπεται σε πραγματική πλημμύρα. Η επακολουθούμενη ζημιά μπορεί να περιοριστεί με την κοινωνικοποίηση της πλεονασματικής παραγωγής και διανομής και την εγκαθίδρυση νέων κοινών πλούτου ανοιχτών σε όλους. Αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι το συγκεκριμένο μείγμα θεσμικών ρυθμίσεων –περιφράξεις εδώ, επέκταση ποικίλλων συλλογικών και κοινής ιδιοκτησίας ρυθμίσεων πιο πέρα- αλλά ότι το ενοποιημένο αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει την σπειροειδή υποβάθμιση της κοινής εργασίας και των κοινών εδαφών (συμπεριλαμβανόμενου και των πηγών που ενσωματώνονται στη «δεύτερη φύση» του δομημένου περιβάλλοντος) στα χέρια του κεφαλαίου. Σε αυτή τη προσπάθεια, το «πλούσιο μείγμα εργαλείων» που η Ostrom ξεκίνησε να εντοπίζει –όχι μόνο δημόσια και ιδιωτικά αλλά επίσης συλλογικά και συνεταιριστικά, με ένθετη ιεραρχία και οριζόντια, περιφραγμένα και ανοιχτά- θα έχουν όλα σημαντικό ρόλο να παίξουν στην αναζήτηση τρόπων για να οργανωθεί η παραγωγή, διανομή, ανταλλαγή και κατανάλωση για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών.

Το θέμα δεν είναι να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της συσσώρευσης για χάρη της συσσώρευσης για τη μεριά της τάξης που οικειοποιείται τον κοινό πλούτο από την τάξη που τον παράγει. Το ζητούμενο, μάλλον, είναι να αλλάξουν όλα αυτά και να βρεθούν δημιουργικοί τρόποι ώστε να χρησιμοποιούνται οι δυνάμεις της συλλογικής εργασίας για το κοινό καλό.

Σημειώσεις

1Garrett Hardin, “The Tragedy of the Commons,” Science 162 (1968), 1243–8.

2Elinor Ostrom, Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action (Cambridge: Cambridge University Press, 1990).

3Ibid., 182. [Εδώ ο Harvey κάνει λόγο για ιδιοκτησία Common Property Resources (Πόροι Κοινής Ιδιοκτησίας) ενώ η Όστρομ για πόρους Common Pool-Resources (Πόροι Κοινής Δεξαμενής). Τα αρχικά παραμένουν τα ίδια CRP, αλλά η αντίληψη είναι διαφορετική.

4Jacques Rancière, cited in Michael Hardt and Antonio Negri, Commonwealth (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2009), 350.

 

1Garrett Hardin, “The Tragedy of the Commons,” Science 162 (1968), 1243–8.

2Elinor Ostrom, Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action (Cambridge: Cambridge University Press, 1990).

3Ibid., 182. [Εδώ ο Harvey κάνει λόγο για ιδιοκτησία Common Property Resources (Πόροι Κοινής Ιδιοκτησίας) ενώ η Όστρομ για πόρους Common Pool-Resources (Πόροι Κοινής Δεξαμενής). Τα αρχικά παραμένουν τα ίδια CRP, αλλά η αντίληψη είναι διαφορετική.

4Jacques Rancière, cited in Michael Hardt and Antonio Negri, Commonwealth (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2009), 350.

5Michael Hardt and Antonio Negri, Commonwealth, p. 350.

6Henri Lefebvre, The Urban Revolution (Minneapolis: Minnesota University Press, 2005), p. 150.

7Karl Marx, Capital, Volume One (New York: Vintage, 1977), 169–71.

8Ibid., 638

Το άρθρο υπάρχει ελεύθερο στα αγγλικά στο davidharvey.org. Δημοσιεύθηκε στο Radical History Review, στο τεύχος 109 τον χειμώνα του 2011. Μία μετάφρασή της δημοσιεύθηκε στο rebelnet. Η παρούσα μετάφραση διαφοροποιείται αρκετά από την προηγούμενη.