Ως “νέα δυναμική για την Γερμανία” και “βάση για μια σταθερή κυβέρνηση, την οποία περιμένουν από μας πολλοί στον κόσμο”, χαιρέτισε την προγραμματική συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) και του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD) η Καγκελάριος ‘Αγγελα Μέρκελ, κατά την διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε με τους αρχηγούς των άλλων κομμάτων του “μεγάλου” συνασπισμού, τον Χορστ Ζεεχόφερ και τον Μάρτιν Σουλτς. Η Μέρκελ, όπως και ο Σουλτς, ανακοίνωσαν μεταξύ άλλων ότι θα πραγματοποιηθούν έκτακτα συνέδρια σε κάθε κόμμα, τα οποία θα κληθούν να εγκρίνουν το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.

Έντονη κριτική στο εσωτερικό των κομμάτων

Ο Σουλτς αντιμετωπίζει έντονη αμφισβήτηση για τη συμφωνία αυτή, με τον πρόεδρο της νεολαίας του SPD, να δηλώνει ότι θα κάνει εκστρατεία για την καταψήφιση της συμφωνίας, και τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, με αφορμή τον διαφαινόμενο αποκλεισμό του από τη νέα κυβέρνηση και την εκπεφρασμένη πλέον βούληση του Μάρτιν Σουλτς να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Εξωτερικών, να κάνει λόγο για “αθέτηση υποσχέσεων” και για “έλλειψη εκτίμησης” ως προς το έργο του στο υπουργείο Εξωτερικών, εκτοξεύοντας βαριές κατηγορίες εναντίον της ηγεσίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD). Ο Γκάμπριελ ωστόσο δεν είναι ο μοναδικός δυσαρεστημένος από τους χειρισμούς του απερχόμενου αρχηγού του SPD. Ο επικεφαλής του κόμματος στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία Μίχαελ Γκρόσεκ παραδέχθηκε ότι τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας για το κόμμα του με την είσοδο του Μάρτιν Σουλτς στην κυβέρνηση της Άγγελας Μέρκελ.

Ο Σουλτς και η επικεφαλής της Κ.Ο. του SPD και κατά πάσα πιθανότητα διάδοχός του στην ηγεσία του κόμματος Αντρέα Νάλες σκοπεύουν να διοργανώσουν επτά περιφερειακές διασκέψεις προκειμένου να πείσουν τα μέλη τους να υπερψηφίσουν το κυβερνητικό πρόγραμμα που συμφωνήθηκε με την Χριστιανική Ένωση. Ο κ. Σουλτς εκτιμά ότι στα εργασιακά, την υγεία και τις συντάξεις υπάρχει ανεξίτηλη η σφραγίδα του SPD και θέλει να εστιάσει ακριβώς σε αυτό. Σε αυτή του την εκστρατεία θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον αρχηγό της Νεολαίας του SPD Κέβιν Κιούνερτ, ο οποίος εξακολουθεί να θεωρεί εφικτή την αποτροπή της συμμετοχής στη νέα κυβέρνηση. «Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την έκβαση της ψηφοφορίας», δήλωσε και πρόσθεσε ότι υπάρχει μεγάλη απήχηση των απόψεών του στη βάση του κόμματος. Η ψηφοφορία των 463.723 μελών του SPD θα διεξαχθεί από την 20ή Φεβρουαρίου έως τη 2α Μαρτίου. Το αποτέλεσμα θα γίνει γνωστό την 4η Μαρτίου.

Εσωκομματική κριτική δέχεται επίσης και η Μέρκελ, το βουλευτή της Κρίστιαν φον Στέτεννα, να δηλώνει ότι “η σύνθεση της κυβέρνησης είναι πολιτικό σφάλμα”, τον πρόεδρο του οικονομικού συμβουλίου του κόμματος, Βόλφγκανγκ Στάιγκερ, να κάνει λόγο για ένα “αξιοθρήνητο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων”, τον αρχηγό της νεολαίας να ασκεί κριτική για την κατανομή των υπουργείων, ενώ, με περισσότερο διπλωματικό τρόπο, ο πρωθυπουργός του Σλέσβιχ-Χολστάιν Ντάνιελ Γκίντερ μίλησε για “ένα αποτέλεσμα που δεν μπορεί να ικανοποιεί την Ένωση”. Σε αντίθεση με το SPD, το CDU δεν θα κάνει εσωτερικό δημοψήφισμα για την έγκριση του σχηματισμού κυβέρνησης.

Πώς μοιράστηκαν τα υπουργεία:

Ο μεγάλος κερδισμένος φαίνεται να είναι το SPD. Μετά από 13 μέρες διαβουλεύσεων και έναν τελικό 24ωρο διαπραγματευτικό μαραθώνιο CDU/CSU και Σοσιαλδημοκράτες κατέληξαν σε συμφωνία για το σχηματισμό κυβέρνησης και την κατανομή των υπουργείων. Οι Σοσιαλδημοκράτες του Μάρτιν Σουλτς αναλαμβάνουν έξι συνολικά χαρτοφυλάκια στη νέα κυβέρνηση και συγκεκριμένα τα υπουργεία Οικονομικών, Εξωτερικών, Εργασίας, Οικογενειακών Υποθέσεων, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος.

Ειδικά τα τρία πρώτα μπορούν να θεωρηθούν μεγάλη διαπραγματευτική επιτυχία για το SPD και τον αρχηγό του κόμματος Σουλτς, ο οποίος δέχεται έντονα εσωκομματικά πυρά λόγω της στροφής 180 μοιρών που έκανε όταν αρχικώς απέκλεισε το ενδεχόμενο συνεργασίας με την Άγγελα Μέρκελ. Ο ίδιος ο Μ. Σουλτς αναλαμβάνει μάλιστα το υπουργείο Εξωτερικών, παραδίδοντας την προεδρία του κόμματος στην επικεφαλής της Κ.Ο. Αντρέα Νάλες (θα είναι η πρώτη γυναίκα πρόεδρος στην 155χρονη ιστορία του SPD).

Στους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας πρόκειται να ανατεθεί το αναβαθμισμένο υπουργείο Εσωτερικών που λόγω προσφυγικού αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα. Το χαρτοφυλάκιο φέρεται να αναλαμβάνει μάλιστα ο ίδιος ο αρχηγός του CSU Χορστ Ζέεχοφερ. Οι βαυαροί συντηρητικοί θα αναλάβουν επίσης τα υπουργεία Συγκοινωνιών-Ψηφιακής Τεχνολογίας και Ανάπτυξης.

Οι Χριστιανοδημοκράτες της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ απέσπασαν επίσης συνολικά έξι υπουργεία, μεταξύ αυτών τα υπουργεία Οικονομίας, Άμυνας και Υγείας. Η απώλεια του υπουργείου Εσωτερικών και κυρίως των Οικονομικών συνιστά αναμφίβολα πλήγμα για τους Χριστιανοδημοκράτες. “Είναι πικρό που χάνουμε το υπουργείο-κλειδί” είπε ο βουλευτής της CDU Χανς Μίχελμπαχ. Η Άγγελα Μέρκελ επιχείρησε να διασκεδάσει τις ανησυχίες που διατυπώθηκαν στη συνεδρίαση της Κ.Ο. του κόμματος για την απώλεια του ΥΠΟΙΚ, παραπέμποντας στον πολύ σημαντικό ρόλο του Κοινοβουλίου στα δημοσιονομικά ζητήματα.

Προβλήματα και προσδοκίες για τον νέο υπουργό οικονομικών:

Το υπουργείο Οικονομικών αλλά και την αντικαγκελαρία φέρεται να αναλαμβάνει ο δημοφιλής σοσιαλδημοκράτης δήμαρχος/πρωθυπουργός του Αμβούργου και αντιπρόεδρος του κόμματος Όλαφ Σολτς. Μπορεί να θεωρείται βέβαιο ότι ο μετριοπαθής πολιτικός θα προωθήσει με αποφασιστικότητα το όραμα Σουλτς για περισσότερη Ευρώπη, περισσότερες επενδύσεις και κυρίως το τέλος της λιτότητας. Κατά το παρελθόν ο αντιπρόεδρος του SPD έχει ταχθεί κατηγορηματικά κατά του Grexit και υπέρ της υλοποίησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων προκειμένου να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη. Πάντως, πολλοί συντηρητικοί από το στρατόπεδο της Μέρκελ δεν βλέπουν την υπουργοποίησή του με καλό μάτι αφού δεν θεωρείται τόσο αυστηρός όσο ο Σόιμπλε.

Μετά από οκτώ χρόνια και πλέον, το SPD ορίζει και πάλι τον ομοσπονδιακό υπουργό Οικονομικών” σημειώνει το περιοδικό Der Spiegel στην ηλεκτρονική του έκδοση. “Είναι μια μεγάλη επιτυχία, γιατί με εξαίρεση την Καγκελαρία κανένα Υπουργείο δεν είναι ισχυρότερο του Υπουργείο Οικονομικών. Ταυτόχρονα όμως είναι κι ένα μεγάλο ρίσκο. Τώρα ο ‘Σολτς-αυτόματο’ (το παρατσούκλι είχε δοθεί από την εφημερίδα Zeit για τις γλωσσοπλασίες του, όταν κατείχε τη θέση του Γενικού Γραμματέα του SPD) πρέπει να εκπληρώσει μεγάλες προσδοκίες, πολλές από τις οποίες τέθηκαν από το ίδιο του το κόμμα” σημειώνει το γερμανικό περιοδικό και προσθέτει: “Οι προσδοκίες είναι μεγάλες όπως κι η εξουσία του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική, την οποία η κυβέρνηση συνασπισμού μετά από πιέσεις του SPD έθεσε στην αρχή του συμφώνου κυβερνητικού συνασπισμού. Εκεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπόσχεται να επιδείξει μεγαλύτερη οικονομική αλληλεγγύη στις γειτονικές χώρες και μάλιστα εμφανίζεται πρόθυμη να καταβάλλει μεγαλύτερες εισφορές ως μέλος της ΕΕ. Η αλλαγή ύφους είναι αξιοσημείωτη. Υπό τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε η γερμανική οικονομική πολιτική φαινόταν σαν μια σειρά εκκλήσεων για λιτότητα και προτροπών για μεταρρυθμίσεις προς άλλους. Τώρα η κυβέρνηση στέλνει μήνυμα ότι και η ευρωπαϊκή ενότητα αξίζει κάτι γι αυτήν”. Όλα αυτά βέβαια μένει να ιδωθούν και στην πράξη.

Η Γερμανία και η Γαλλία θέλουν επίσης να δώσουν μια “ευρωπαϊκή απάντηση” στη φορολογική μεταρρύθμιση του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ και να καθιερώσουν πανευρωπαϊκά κατώτατα ποσοστά για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων. Μέχρι τώρα ωστόσο, η ενιαία ευρωπαϊκή φορολογική πολιτική δεν προχωρεί, όπως δείχνουν και οι χρονίζουσες διαπραγματεύσεις για ένα φόρο χρηματιστηριακών συναλλαγών, τον οποίο παρ’ όλα αυτά η Ένωση και το SPD συμπεριέλαβαν και πάλι στο κείμενο του συμφώνου συνασπισμού.

Στο εσωτερικό τουλάχιστον, ο Σολτς έχει έτοιμη ήδη μια μεταρρύθμιση: Η εισφορά αλληλεγγύης αναμένεται να εκλείψει ακόμη και εντός της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου για το 90% περίπου όσων την καταβάλλουν. Μ’ αυτό όμως τελειώνουν οι φιλοδοξίες της κυβέρνησης συνασπισμού για τη φορολογική πολιτική. Το CDU απέτρεψε τις λοιπές απαιτήσεις του SPD, όπως την αύξηση του ανώτατου ποσοστού φορολόγησης. Θα μπορούσαν να επανατεθούν στα μέσα της κοινοβουλευτικής περιόδου, όταν το CDU και το SPD τολμήσουν -όπως συμφωνήθηκε- έναν ‘”απολογισμό του συμφώνου συνασπισμού”.

Και νωρίτερα όμως, ο Σολτς έχει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα: Τα χρήματα τελειώνουν. Το κυβερνητικό σύμφωνο προβλέπει πρόσθετες δαπάνες ύψους 46 δισεκατομμυρίων ευρώ και παρ’ όλα αυτά αναγνωρίζει την ανάγκη να διατηρηθεί το “μαύρο μηδέν” (σ.σ. ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός), που είχε υποστηρίξει τόσο σθεναρά ο Σόιμπλε.

Αυτό είναι δυνατό μόνον επειδή το κράτος, λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης, έχει ρεκόρ εσόδων και ταυτόχρονα λόγω των χαμηλών επιτοκίων εξοικονομεί πολλά χρήματα. Αλλά είναι εύλογη μια στροφή στην πολιτική των επιτοκίων και η ανησυχία γι’ αυτήν θεωρείται αιτία της πρόσφατης “πτώσης” του δείκτη των χρηματιστηρίων.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ