του David Graeber*

Πριν από τρία χρόνια ο κόσμος παρακολουθούσε μια μαχητική ομάδα ανδρών και γυναικών στη συριακή πόλη Κομπάνι (Kobane), οπλισμένη μόνο με Kalashnikovs, να συγκρατεί μια τεράστια στρατιά ισλαμιστών μαχητών με τανκς, πυροβολικό και συντριπτική υλικοτεχνική υπεροχή. Οι άνθρωποι που υπερασπίστηκαν το Κομπάνι επέμεναν ότι ενεργούσαν στο όνομα της επαναστατικής φεμινιστικής δημοκρατίας. Οι ισλαμιστές μαχητές υποσχέθηκαν να τους εξοντώσουν ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Όταν οι υπερασπιστές του Κομπάνι κέρδισαν, η νίκη τους χαιρετήθηκε ευρέως ως το πιο κοντινό πράγμα, στον σύγχρονο κόσμο, σε μια σαφή αντιπαράθεση του καλού ενάντια στο κακό.

Σήμερα, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και πάλι. Όμως αυτή τη φορά, οι παγκόσμιες δυνάμεις είναι σθεναρά με την πλευρά των επιτιθέμενων. Σε μια παράξενη διαστρέβλωση, οι επιτιθέμενοι φαίνεται να έχουν πείσει τους βασικούς ηγέτες του κόσμου και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης ότι οι πολίτες του Κομπάνι είναι “τρομοκράτες” επειδή αγκαλιάζουν μια ριζοσπαστική εκδοχή της οικολογίας, της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των γυναικών.

Η εν λόγω περιοχή είναι η Afrin, την οποία υπερασπίζονται οι YPG (Μονάδες Προστασίας του Λαού) και οι YPJ (Μονάδες Προστασίας των Γυναικών), οι ίδιες που υπερασπίστηκαν το Κομπάνι, και οι οποίες στη συνέχεια ήταν οι μοναδικές δυνάμεις στη Συρία πρόθυμες να αναλάβουν τη μάχη στην καρδιά του Ισλαμικού Κράτους, χάνοντας χιλιάδες μαχητές στη μάχη για την Raqqa, την πρωτεύουσα του Ισλαμικού Κράτους.

“Ο πληθυσμός της Αφρίν σχεδόν διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, κυρίως άραβες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μαζί με τον αρχικό, κατά μεγάλη πλειοψηφία κουρδικό, πληθυσμό της πόλης”. Φωτογραφία: Petros Karadjias / AP

Όντας ένα απομονωμένο σημείο ειρήνης και ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου της Συρίας, γνωστή μόνο για την ομορφιά των βουνών και των ελαιώνων της, ο πληθυσμός της Αφρίν σχεδόν διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, κυρίως άραβες, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μαζί με τον αρχικό, κατά μεγάλη πλειοψηφία κουρδικό, πληθυσμό της πόλης.

Ταυτόχρονα, οι κάτοικοί της επωφελήθηκαν από την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή και ανέπτυξαν τις δημοκρατικές αρχές που υιοθετούνται σε όλες τις κουρδικές περιοχές της βορείου Συρίας, γνωστές ως Ροτζάβα (Rojava). Οι τοπικές αποφάσεις ανατέθηκαν σε συνελεύσεις γειτονιάς στις οποίες μπορούσε να συμμετέχει όποιος ήθελε. Άλλα μέρη της Rojava επέμειναν στην αυστηρή ισότητα των φύλων και σε κάθε υπηρεσία ηγούνται μαζί ένα άνδρας και μια γυναίκα. Στην Afrin, τα δύο τρίτα των δημόσιων υπαλλήλων είναι γυναίκες.

Σήμερα, αυτό το δημοκρατικό πείραμα γίνεται αντικείμενο μιας εντελώς απρόκλητης επίθεσης ισλαμιστών παραστρατιωτικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων των βετεράνων του Isis και της Αλ Κάιντα, καθώς και μελών τουρκικών ταγμάτων θανάτου όπως οι περίφημοι Γκρίζοι Λύκοι, υποστηριζόμενες από τουρκικά τανκς, μαχητικά F16 και στρατιωτικά ελικόπτερα. Όπως το Isis πριν από αυτούς, αυτή η νέα δύναμη φαίνεται αποφασισμένη να παραβιάζει όλα τα πρότυπα συμπεριφοράς, κάνοντας επιθέσεις με ναπάλμ στα χωριά, επιθέσεις σε φράγματα – ακόμα και ανατινάξεις αναντικατάστατων αρχαιολογικών μνημείων, όπως έκανε και το Isis. Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε ότι: “στόχος μας είναι να δώσουμε την Αφρίν πίσω στους νόμιμους κατόχους της, σε μια συγκαλυμμένη προειδοποίηση μιας επικείμενης εθνοκάθαρσης της περιοχής από τους Κούρδους κατοίκους της. Και μόνο σήμερα δημοσιοποιήθηκε [23.2.2018] ότι οι τουρκικές δυνάμεις βομβάρδισαν ένα κομβόι που μετέφερε τρόφιμα και φάρμακα με κατεύθυνση την Αφρίν.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι YPG και οι YPJ έχουν κρατήσει μακριά μέχρι στιγμής τους εισβολείς. Αλλά το έπραξαν αυτό χωρίς την ηθική υποστήριξη ούτε μίας μείζονος παγκόσμιας δύναμης. Ακόμη και οι ΗΠΑ – η παρουσία των δυνάμεων της οποίας εμποδίζει την Τουρκία να εισβάλει σε εκείνα τα εδάφη ανατολικά [της Αφρίν], όπου οι YPG και οι YPJ εξακολουθούν να μάχονται με το Isis- αρνήθηκε να κάνει το παραμικρό για να υπερασπιστεί την Afrin. Ο βρετανός υπουργός εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον έφτασε μάλιστα στο σημείο να ισχυριστεί ότι “η Τουρκία έχει το δικαίωμα να θέλει να κρατήσει τα σύνορά της ασφαλή”. Με τη λογική αυτή, δεν θα είχε αντίρρηση αν η Γαλλία έπρεπε να πάρει τον έλεγχο του Ντόβερ [στη νοτιοανατολική Αγγλία].

Χάρτης των Βορειοδυτικών συνόρων μεταξύ Συρίας και Τουρκίας. Πράσινο: Αντικαθεστωτικοί και τουρκικές δυνάμεις. Κίτρινο: Κουρδικές δυνάμεις Κόκκινο: Καθεστωτικές δυνάμεις (Άσαντ) Μωβ: Τουρκία. Στο σημείο που πάει να κοπεί το κίτρινο στη μέση είναι η πόλη της Αφρίν (14.3.2018)

Το αποτέλεσμα είναι περίεργο. Οι ηγέτες της Δύσης που τακτικά επικρίνουν τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής για την έλλειψη δημοκρατικών και γυναικείων δικαιωμάτων – όπως έκανε ο Τζορτζ Μπους με τους Ταλιμπάν, χρησιμοποιώντας το ως δικαιολογία για στρατιωτική εισβολή – φαίνεται ότι αποφάσισαν ότι η υπέρβαση προς την αντίθετη κατεύθυνση αποτελεί δικαιολογημένη αιτία για επίθεση.

Για να καταλάβουμε πώς συνέβη αυτό, πρέπει να πάμε στη δεκαετία του 1990, όταν η Τουρκία είχε εμπλακεί σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο με το στρατιωτικό σκέλος του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ), το οποίο εκείνη την περίοδο ήταν μια μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση που ζητούσε ένα ξεχωριστό κουρδικό κράτος. Το αν το PKK υπήρξε ποτέ τρομοκρατική οργάνωση, με την έννοια των επιθέσεων με βόμβες σε εμπορικά κέντρα και παρόμοια μέρη, είναι θέμα μεγάλης διαμάχης, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο αντάρτικος πόλεμος ήταν μια αιματηρή υπόθεση κι ότι φρικτά πράγματα έγιναν και από τις δυο μεριές. Κατά την αλλαγή της χιλιετίας, το ΡΚΚ εγκατέλειψε το αίτημα για ξεχωριστό κράτος. Ανακήρυξε μια μονομερή εκεχειρία, πιέζοντας για ειρηνευτικές συνομιλίες με σκοπό να διαπραγματευτεί τόσο την περιφερειακή αυτονομία των Κούρδων, όσο και έναν ευρύτερο εκδημοκρατισμό της τουρκικής κοινωνίας.

Aυτή η μεταμόρφωση επηρέασε το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα στη Μέση Ανατολή. Εκείνοι που εμπνέονταν από τον φυλακισμένο ηγέτη του κινήματος, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, άρχισαν να ζητούν ριζική αποκέντρωση εξουσίας και να αντιτίθενται σε κάθε είδους εθνικισμό.

Η τουρκική κυβέρνηση απάντησε με μια έντονη εκστρατεία πίεσης με σκοπό να χαρακτηριστεί το ΡΚΚ ως “τρομοκρατική οργάνωση” (κάτι που δεν ίσχυε πιο πριν). Μέχρι το 2001 τα είχε καταφέρει και το PKK προστέθηκε στην “τρομοκρατική λίστα” της ΕΕ, των ΗΠΑ και του ΟΗΕ.

Αυτή η απόφαση προκάλεσε μεγάλη ζημιά στην προοπτική της ειρήνης. Επέτρεψε στην τουρκική κυβέρνηση να συλλάβει χιλιάδες ακτιβιστές, δημοσιογράφους, εκλεγμένους Κούρδους αξιωματούχους – ακόμη και την ηγεσία του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης της χώρας – όλα αυτά βασισμένα σε ισχυρισμούς για “τρομοκρατικές” συμπάθειες και με ελάχιστες διαμαρτυρίες από την Ευρώπη ή την Αμερική. Η Τουρκία έχει σήμερα περισσότερους δημοσιογράφους στη φυλακή από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Ο χαρακτηρισμός [τρομοκράτες] δημιούργησε μια κατάσταση Οργουελικής τρέλας, επιτρέποντας στην τουρκική κυβέρνηση να βάζει εκατομμύρια σε δυτικές εταιρίες δημοσίων σχέσεων για να λασπολογούν ως “τρομοκράτη”, όποιον ζητά περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Τώρα, στον τελικό παραλογισμό, επέτρεψε στις παγκόσμιες κυβερνήσεις να παραμείνουν αδρανείς, ενώ η Τουρκία ξεκινά μια απρόκλητη επίθεση σε μία από τις λίγες γωνιές της Συρίας οι οποίες παραμένουν ειρηνικές – παρόλο που η μόνη πραγματική σύνδεση που έχουν οι άνθρωποι με το ΡΚΚ είναι ένας ενθουσιασμός για τη φιλοσοφία του φυλακισμένου του ηγέτη, Öcalan. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί -όπως επισημαίνουν αδιάκοπα οι τούρκοι προπαγανδιστές- ότι τα πορτρέτα του Öcalan καθώς και τα βιβλία του, βρίσκονται παντού. Παραδόξως όμως, αυτό από το οποίο συνίσταται η φιλοσοφία του είναι απλώς ένας ενστερνισμός της άμεσης δημοκρατίας, της οικολογίας και μια ριζοσπαστική εκδοχή της χειραφέτησης των γυναικών.

Οι θρησκευόμενοι εξτρεμιστές που περιβάλλουν τη σημερινή τουρκική κυβέρνηση γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Rojava δεν τους απειλεί στρατιωτικά. Τους απειλεί όμως με την παροχή ενός εναλλακτικού οράματος για το πως μπορεί να είναι η ζωή στην περιοχή. Πάνω απ ‘όλα, θεωρούν ότι είναι κρίσιμο να στείλουν το μήνυμα στις γυναίκες σε όλη τη Μέση Ανατολή ότι εάν ξεσηκωθούν για τα δικαιώματά τους, πόσο μάλλον ένοπλα, το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ότι θα παραμορφωθούν και θα σκοτωθούν, και καμία από τις μεγάλες δυνάμεις δεν θα φέρει αντίρρηση. Υπάρχει μια λέξη για μια τέτοια στρατηγική. Ονομάζεται “τρομοκρατία” – μια υπολογισμένη προσπάθεια να προκαλέσει τρόμο. Το ερώτημα είναι γιατί συνεργάζεται ο υπόλοιπος κόσμος;

*O David Graeber είναι καθηγητής ανθρωπολογίας στο LSE. Πολλά βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, κυρίως από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, με πιο γνωστό ίσως το “Χρέος: Τα πρώτα 5.000 χιλιάδες χρόνια“. Έχει λάβει μέρος σε κινήματα όπως αυτά του Seatle και το ‘Occupy‘. Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί σχετικά με το δημοκρατικό πείραμα στη Ροτζάβα, θεωρώντας ότι αποτελεί τη Βαρκελώνη (του ’36) της εποχής μας.

Tο άρθρο δημοσιεύθηκε στον Guardian στις 23.2.2018.

Μετάφραση- επιμέλεια κειμένου: Ε.- Α. Περράκης