Γνωρίζουμε ότι όλες οι νέες πραγματικότητες είναι κι αυτές πρόσκαιρες, και πάντα πολύ λίγες για να μας αρκέσουν. Τις υπερασπιζόμαστε γιατί δεν ξέρουμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε και διότι αυτό είναι, τελικά το επάγγελμά μας.

Αλλά η αδιαφορία είναι ανεπίτρεπτη μπροστά στις αποπνικτικές αξίες του παρόντος, όταν προστατεύονται από μία Κοινωνία φυλακών, κι όταν ζούμε στα πρόθυρα των φυλακών.

Δεν επιθυμούμε με κανένα αντίτιμο να συμμετάσχουμε, να δεχτούμε να σιωπήσουμε, να συναινέσουμε.

Θέλεις από έπαρση, δεν μας αρέσει να μοιάζουμε στον πολύ κόσμο.

Το κόκκινο κρασί κι η άρνηση στα καφενεία, οι πρώτες αλήθειες της απόγνωσης, δεν θα είναι η κατάληξη τούτων των ζωών που είναι τόσο δύσκολο να τις υπερασπιστείς ενάντια στις παγίδες της σιωπής, τους εκατό τρόπους ΝΑ ΜΠΕΙΣ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ.

Πέρα από αυτήν την έλλειψη που είναι συνεχώς αισθητή, πέρα από την αναπόφευκτη και ασυγχώρητη απώλεια όλων όσων αγαπήσαμε, το παιχνίδι παίζεται ακόμα, είμαστε εδώ. Κάθε μορφή προπαγάνδας θα είναι επομένως χρήσιμη.

Οφείλουμε να προωθήσουμε μια εξέγερση που μας αφορά, στο μέτρο των διεκδικήσεων μας.

Οφείλουμε ν’ αποδείξουμε μια ορισμένη άποψη της ευτυχίας, παρ’ όλο που την είδαμε να χάνει το παιχνίδι, άποψη με την οποία θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί εξαρχής κάθε επαναστατικό πρόγραμμα.

Το κείμενο του Γκυ Ντεμπόρ “Για να τελειώνουμε με τη μηδενιστική άνεση”, δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 3 της Λεττριστικής Διεθνούς, τον Αύγουστο του 1953.

Λεττριστική Διεθνής, Αύγουστος 1953, τεύχος αρ. 3

Ακολουθεί το κείμενο στα γαλλικά:

Nous savons que toutes les réalités nouvelles sont elles-mêmes provisoires et toujours trop peu pour nous suffire. Nous les défendons parce que nous ne nous connaissons rien de mieux à faire ; et parce que c’est, en somme, notre métier.

Mais l’indifférence ne nous est pas permise devant les étouffantes valeurs du présent ; quand elle sont garanties par une Société de prisons, et quand nous vivons devant les portes des prisons.

Nous ne voulons à aucun prix participer, accepter de nous taire, accepter.

Ne serait-ce que par orgueil, il nous déplait de ressembler à trop de gens.

Le vin rouge et la négation dans les cafés, les vérités premières du désespoir ne seront pas l’aboutissement de ces vies si difficiles à défendre contre les pièges du silence, les cent manières de SE RANGER.

Au-delà de ce manque toujours ressenti, au-delà de l’inévitable et inexcusable déperdition de tout ce que nous avons aimé, le jeu se joue encore, nous sommes. Toute forme de propagande sera donc bonne.

Nous avons à promouvoir une insurrection qui nous concerne, à la mesure de nos revendications.

Nous avons à témoigner d’une certaine idée du bonheur même si nous l’avons connue perdante, idée sur laquelle tout programme révolutionnaire devra d’abord s’aligner.

Guy-Ernest DEBORD, « Pour en finir avec le confort nihiliste », INTERNATIONALE LETTRISTE, no. 3, août 1953