Όταν μεγαλώσω θα μιλάω αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, ρώσικα, κινέζικα, ονειρευόμασταν όλοι όταν ήμασταν παιδιά. Μας προσγείωναν όμως λέγοντάς μας πως αυτό είναι δύσκολο καθώς η κάθε γλώσσα είναι διαφορετική και θέλει κόπο για να τη μάθεις. Πόσο διαφορετικές όμως είναι οι γλώσσες τελικά; Μήπως έχουν περισσότερες ομοιότητες από όσες πιστεύαμε;

Μετά από πολλά χρόνια ερευνών των γλωσσολόγων για το πως οι άνθρωποι επεξεργαζόμαστε αυτά που ακούμε και αυτά που διαβάζουμε, έχει διαπιστωθεί πως η γλώσσα βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλό μας – γεγονός που προσπάθησε να αποδείξει και ο γλωσσολόγος Noam Chosky μιλώντας στη θεωρία του για την καθολική γραμματική.

Τι κάνει όμως όλες αυτές τις διαφορετικές γλώσσες του κόσμου να ομοιάζουν μεταξύ τους;

Νέες έρευνες δείχνουν πως ο λόγος έγκειται στο γεγονός πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να επεξεργάζεται τις πληροφορίες που δέχεται και να επικοινωνεί αργότερα χωρίς να σκέφτεται περίπλοκα, αλλά όσο το δυνατόν με απλούστερες δομές.

Παρόλο που στη σημερινή εποχή υπάρχουν περίπου 7,099 ομιλούμενες γλώσσες ανά τον κόσμο, περίπου το ένα τρίτο από αυτές κινδυνεύει να εξαφανιστεί καθώς μόλις 23 αντιπροσωπεύουν παραπάνω από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού.

Ωστόσο, μία καινούργια έρευνα της ερευνήτριας του Πανεπιστημίου της Αριζόνας Masha Fedzechkina υποστηρίζει πως αυτό μπορεί να μην έχει συμβεί κατά τύχη.

Η ίδια πιστεύει πως οι ομοιότητες δομής που παρουσιάζονται σε διάφορες γλώσσες θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα του ότι ο εγκέφαλος τείνει να επεξεργάζεται πληροφορίες γρήγορα και με ακρίβεια.

Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζει πως εάν πάρουμε όλες τις γλώσσες του κόσμου θα παρατηρήσουμε πως φαινομενικά παρουσιάζουν πολλές διαφορές, ωστόσο παρουσιάζουν πολλές υποβόσκουσες ομοιότητες, οι οποίες συχνά ονομάζονται διαγλωσσικές γενικεύσεις.

Για να επιβεβαιώσει τη θεωρία της, η ομάδα της έκανε μια έρευνα στην οποία δύο ομάδες μόνο αγγλόφωνων μελών διδάχτηκαν, για μία περίοδο παραπάνω από τρεις ημέρες, μία νέα τεχνητή γλώσσα η οποία κατασκευάστηκε από τους ερευνητές.

Οι δύο αυτές γλώσσες που διδάχτηκαν τα μέλη, δομήθηκαν εντελώς διαφορετικά η μία από την άλλη, αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως καμία από αυτές δε δομήθηκε κοντά στα χαρακτηριστικά της γλώσσας των μελών.

Και στις δύο ομάδες, τα μέλη διδάχτηκαν δύο τρόπους να εκφράσουν την ίδια ιδέα και έπειτα τους ζητήθηκε να περιγράψουν με λόγια τι είδαν στο βίντεο χρησιμοποιώντας τη νέα γλώσσα.

Το ενδιαφέρον συμπέρασμα που προέκυψε ήταν πως όλοι τους είχαν μία τάση να χρησιμοποιούν φράσεις και δομές – εξαρτώμενες.

Έτσι προκύπτει πως οι διαγλωσσικές αυτές γενικεύσεις μπορούν ίσως να εξηγηθούν – τουλάχιστον ένα μέρος τους- από την έμφυτη προτίμηση του ανθρώπινου εγκεφάλου για σύντομες εξαρτήσεις από τη μητρική του γλώσσα – δηλαδή από την απόσταση μεταξύ λέξεων που εξαρτώνται η μία από την άλλη ώστε να είναι δυνατό να εξηγηθεί το νόημα τους.

Όσο μεγαλύτερες είναι οι εξαρτήσεις, τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνουν κατανοητές, μάλλον εξαιτίας του περιορισμού της μνήμης, εξηγεί η Marsha.

Αν κοιτάξουμε διαγλωσσικά, διαπιστώνουμε ότι οι λέξεις των γλωσσικών τάξεων, συνολικά τείνουν να έχουν μικρότερες εξαρτήσεις από ότι θα περίμενε κανείς τυχαία, υποδηλώνοντας πως υπάρχει ένας συσχετισμός μεταξύ των περιορισμών που θέτει ο ανθρώπινος εγκέφαλος όταν επεξεργάζεται πληροφορίες και των δομών των φυσικών γλωσσών. Θέλαμε να κάνουμε αυτή την έρευνα ώστε να παρέχουμε την πρώτη συμπεριφοριστική ένδειξη πως υπάρχει μία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο γλωσσών – και το κάναμε“, τονίζει η Marsha.

Ωστόσο υπάρχουν πολλά ανεξήγητα φαινόμενα σχετικά με τη λειτουργία του εγκεφάλου, τα οποία σιγά σιγά λύνονται – καθώς η έρευνα δε σταματά. Μέχρι όμως να έχουμε μία ολοκληρωμένη και εντελώς ακριβή εικόνα για αυτή, ας εστιάσουμε στο ότι τελικά η γλώσσα είναι μία έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου καθώς είναι το μόνο μέσο για να εκφράσουμε τη σκέψη μας και τα αισθήματα μας με χρώμα, βάρος, ενάργεια και σκιές.

Πηγή: INDEPENDENT