Όταν θέλουμε να πούμε μια ιστορία συνήθως ξεκινάμε από την αρχή και καταλήγουμε στο τέλος. Έτσι τουλάχιστον μας υπαγορεύει τις περισσότερες φορές η λογική. Ακολουθούμε μια γραμμική πορεία η οποία μας οδηγεί από το χρονικό σημείο Α στο Β, από το Β στο Γ κτλ. Στη λογοτεχνία όμως αυτό το στυλ αφήγησης, ειδικά στην εποχή μας, δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα.

Η ανοικείωση είναι μια έννοια που παίζει τον ρόλο της μη εξοικείωσης. Όταν κάτι δηλαδή γίνεται συνηθισμένο ως έκφραση τότε επαναπροσδιορίζεται ώστε να εκπλήξει και πάλι. Π.χ. Τρώγοντας έρχεται η όρεξη (οικείο). Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα (μη οικείο). Αυτόν τον τρόπο τον συναντάμε περισσότερο στην ποίηση όμως στα μεγάλης έκτασης έργα όπως τα μυθιστορήματα όπου είναι δύσκολο να δημιουργείται διαρκώς ανοικείωση η προσοχή εστιάζεται στο σπάσιμο του χρόνου. Το παραξένισμα προκύπτει από τον κατακερματισμό της ροής της ιστορίας με πισωγυρίσματα στο παρελθόν ή μεταπηδήσεις στο μέλλον. Αντί δηλαδή να διατηρηθεί το κλασικό μοτίβο ΑΒΓΔ παρουσιάζεται φερειπείν πρώτα το Β μετά το Α και ύστερα το ΓΔ ή οποιοσδήποτε άλλος συνδυασμός. Αξίζει να αναφερθεί επίσης πως η συγκεκριμένη τεχνική εντοπίζεται και στην Οδύσσεια του Ομήρου τη στιγμή που ο πολυμήχανος ενώ ήδη βρίσκεται ένα βήμα πριν από την Ιθάκη αρχίζει να διηγείται όσα του συνέβησαν το προηγούμενο διάστημα.

Πολλοί συγγραφείς προτιμούν να ξεκινούν τα βιβλία τους in medias res που στα λατινικά σημαίνει στη μέση των πραγμάτων. Πιάνουν την ιστορία όχι από την αφετηρία μα από ένα αξιοσημείωτο συμβάν που χρονικά τοποθετείται κάπου στο κέντρο της. Με τον όρο ενδιαφέρον γεγονός δηλώνεται κάτι που εξάπτει την περιέργεια του αναγνώστη ώστε να συνεχίσει να διαβάζει παρακάτω. Για παράδειγμα αν χρησιμοποιήσουμε ως εναρκτήρια πρόταση το ο γάτος άραξε στο χαλάκι του τότε αυτό μάλλον δεν θα θεωρηθεί ιδιαίτερη κατάσταση διότι δεν διεγείρει την φαντασία σε αντίθεση με το ο γάτος άραξε στο χαλάκι… ενός άλλου γάτου που σε κάνει αυτομάτως να θέλεις να μάθεις τι θα γίνει.

Η ταινία Memento του Christopher Nolan κυκλοφόρησε στις σκοτεινές αίθουσες το 2000 και το σενάριο της το υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε συνεργασία με τον αδερφό του Johnathan. Όπως και στα μεταγενέστερα φιλμ του Nolan Inception (2010) και Interstellar (2014) έτσι και στο Memento το θέμα που κυριαρχεί είναι το παιχνίδι με τον χρόνο και την πραγματικότητα. Ο κεντρικός χαρακτήρας πάσχει από αμνησία καθώς χτυπήθηκε από διαρρήκτες που εισέβαλλαν στο σπίτι του και σκότωσαν την γυναίκα του. Πλέον ο νους του κατακλύζεται από ασύνδετα θραύσματα εικόνων και για να μπορέσει να οδηγηθεί στον δολοφόνο της συζύγου του βασίζεται σε φωτογραφίες και σε πληροφορίες που γράφει με μαρκαδόρο επάνω στο δέρμα του.

Ο Nolan χειρίζεται την αφήγηση της ιστορίας με έναν τρόπο που κάνει τον θεατή να χαθεί στον χρόνο και τον χώρο όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του πρωταγωνιστή. Για να γίνει πιο κατανοητό ας υποθέσουμε πως η πλοκή αποτελείται από δέκα ισάριθμα τμήματα και πως πρώτα εμφανίζεται το νούμερο δέκα και σιγά-σιγά κατευθυνόμαστε προς τα πίσω. Παράλληλα τα αρχικά κομμάτια του πάζλ τοποθετούνται μέσα στα υπόλοιπα με γραμμική ακολουθία σαν να πρόκειται για μια φυσιολογική ιστορία που οδεύει κανονικά από το Α στο Β. Οι σκηνές προβάλλονται ως εξής: 10-1-9-2-8-3-7-4-6-5. Με άλλα λόγια η ταινία ξεκινάει από το τέλος της υπόθεσης και πηγαίνει ανάποδα μέχρι την μέση της όπου και ολοκληρώνεται ενώ με αναδρομές αποκαλύπτονται όσα προηγήθηκαν.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως ενώ αρκετά μυθιστορήματα όπως προαναφέρθηκε έχουν ως αφετηρία τους την τεχνική in medias res, ο σκηνοθέτης Nolan επέλεξε την μέση των πραγμάτων να την χρησιμοποιήσει ως επίλογο του φιλμ. Μας αποκαλύπτει από την αρχή της ταινίας το τέλος της ιστορίας όπου ο βασικός χαρακτήρας σκοτώνει τον διεφθαρμένο αστυνομικό. O τελικός φόνος όπου ουσιαστικά κορυφώνει και λύνει την υπόθεση χρησιμοποιείται ως αξιοσημείωτο συμβάν έναρξης ή ενδιαφέρον γεγονός. Οι σκηνές από το 1 έως το 5 ρέουν φυσιολογικά και παρουσιάζονται σε ασπρόμαυρο φόντο προσδίδοντας στο Memento ένα στυλ που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νέο-νουάρ σε αντίθεση με τις σκηνές 10 έως 6 που είναι έγχρωμες και ξετυλίγονται ανάποδα.

Στην αφήγηση εντοπίζονται ακόμα στοιχεία ειρωνείας και μαύρου χιούμορ την ώρα όπου ο ήρωας τρέχει στους δρόμους με έναν τύπο χωρίς να μπορεί να θυμηθεί αν ο εαυτός του είναι ο κυνηγός ή ο κυνηγημένος. Παρουσιάζεται το στοιχείο της μετάληψης (απευθείας συνομιλία ηθοποιού-θεατή) όταν στο μοτέλ ο υπάλληλος από τη ρεσεψιόν μοιάζει σαν να απευθύνεται στους θεατές όπου γνωρίζουν το μέλλον του ήρωα μα όχι το παρελθόν του: Όλα πηγαίνουν προς τα πίσω. Ίσως σου έρθει καμιά ιδέα για το τι θα κάνεις μετά κι ας μην θυμάσαι αυτό που έκανες ήδη. Είναι ευδιάκριτη η τεχνική pastiche (συρραφή μοτίβων από άλλα έργα) και η διακειμενικότητα. Δημιουργείται μια κατάσταση που δίνει την εντύπωση ενός παρανοϊκού σύμπαντος που ισορροπεί ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Εμφανίζεται και ο υπέρ-ρεαλισμός ως γκρο πλαν για καλύτερη παρατήρηση στις εκφράσεις των προσώπων.

Δημήτριος Π. Νάσκος

 

Στο παρακάτω βίντεο ο Christopher Nolan αναλύει τον τρόπο με τον οποίο κατασκεύασε την αφήγηση του Memento.