Η τέχνη, η θρησκεία και η φιλοσοφία είναι, για τον Hegel1οι τρεις στιγμές του Απόλυτου Πνεύματος, τρεις ουσιώδεις τρόποι παρουσίασης του ίδιου πράγματος.

Η τέχνη για πρώτη φορά στην ιστορία της φιλοσοφίας λαμβάνει μια τόσο υψηλή θέση2, ως γνώση του απόλυτου πνεύματος. Υπό την άμεση μορφή της διαίσθησης ή του συναισθήματος, η τέχνη καταφέρνει και επιτυγχάνει την απόλυτη αλήθεια καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτή. Όντας «μια μορφή αισθησιακής σύλληψης»3, η τέχνη «αίρει τη τυχαιότητα και την εξαπάτηση δείχνοντας ότι αποτελούν απατηλές φαινομενικότητες και αποδίδει σε αυτές την πραγματικότητα που προσιδιάζει στο πνεύμα». Αίρει, δηλαδή, «το χάσμα μεταξύ αισθητού και υπεραισθητού κατά τρόπο ώστε η άπειρη ελευθερία της σκέψης να συμφιλιωθεί με την πεπερασμένη πραγματικότητα»4.

Η τέχνη, καθώς εκπηγάζει από την απόλυτη Ιδέα, έχει ως σκοπό της την αναπαράσταση του απολύτου. Η μορφή της είναι η αισθητή, η εικονική της διαμόρφωση. Μορφή και περιεχόμενο, στον Hegel, συμβιώνουν σε μια «ελεύθερη συμφιλιωμένη ολότητα»5. Η ενότητα του εξωτερικού με το εσωτερικό (αισθητού-πνευματικού), καθώς και η υψηλότερη αλήθεια ως πνευματικότητα, «η οποία έχει κερδίσει την αρμόζουσα στην έννοια του πνεύματος μορφοποίηση», αποτελούν τη βάση για τη διαίρεση της επιστήμης της τέχνης σε τρία κύρια μέρη:

α) Η Ιδέα του καλλιτεχνικού ωραίου ή το ιδεώδες, αποτελεί το γενικό μέρος, «το οποίο εξετάζει επίσης τη στενότερη σχέση του Ιδεώδους με τη φύση, αλλά και με την υποκειμενική καλλιτεχνική παραγωγή».

β) Η εξέλιξη του Ιδεώδους στις ιδιαίτερες μορφές του αποτελεί το ειδικό μέρος, όπου η έννοια του καλλιτεχνικού ωραίου αναπτύσσεται και εκδιπλώνεται βαθμιαία με ειδικές μορφοποιήσεις και

γ) το τελευταίο μέρος αποτελεί «η εξέταση της εξατομίκευσης του καλλιτεχνικού ωραίου, εφόσον η τέχνη προοδεύει στην αισθητή πραγματοποίηση των μορφωμάτων της και ολοκληρώνεται ως ένα σύστημα των επιμέρους τεχνών, των γενών και των ειδών τους»6.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για τον Hegel «η Ιδέα ως το καλλιτεχνικό ωραίο δεν είναι η Ιδέα ως τέτοια, όπως τη συλλαμβάνει ως απόλυτη, μια μεταφυσική λογική, αλλά η Ιδέα, στο βαθμό που διαμορφώνεται σε πραγματικότητα και ενώνεται με αυτήν σε άμεση ενότητα»7. Συλλαμβάνοντας τη διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου, ο Hegel οδηγείται στο συμπέρασμα ότι «η ελλειμματικότητα της μορφής πηγάζει από την ελλειμματικότητα του περιεχομένου» κι αντίστροφα: όσο εξοχότερη η μορφή των έργων «τόσο βαθύτερη και εσωτερικότερη είναι η αλήθεια του περιεχομένου και της σκέψης τους»8.

Η μορφή όμως των έργων δε θα πρέπει να κρίνεται μόνο με κριτήρια επιδεξιότητας, καθώς σε ορισμένες βαθμίδες συνείδησης και αναπαράστασης τα καλλιτεχνικά μορφώματα διαστρεβλώνονται και εγκαταλείπονται, χωρίς όμως να πρόκειται για μια απειρία ή αδυναμία του καλλιτέχνη, αλλά για μια στοχευμένη μετατροπή η οποία πηγάζει από το περιεχόμενο της συνείδησης9.

Για τον Hegel ύψιστη στιγμή της τέχνης είναι η αληθινή αντιστοιχία Ιδέας και αναπαράστασης. Η αληθινή Ιδέα όμως για να παράγει μια αληθινή μορφή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και όχι αφηρημένη10. Το Ιδεώδες συνίσταται στην μεταξύ τους αντιστοιχία, στη συγκεκριμένη ενότητά τους.

Ο Hegel βασίζεται λοιπόν στη συγκεκριμένη ενότητα μορφής και περιεχομένου για να εξετάσει την εξέλιξη του Ιδεώδους, συντάσσοντας έτσι μια θεωρία των καλλιτεχνικών μορφών. Οι βασικές σχέσεις Ιδέας και μορφοποίησής της είναι τρεις και σε κάθε μία αντιστοιχούν οι τέχνες βάσει των υλικών που χρησιμοποιεί η κάθε τέχνη για να εκφράσει το καλλιτεχνικά ωραίο11, ακολουθώντας παράλληλα και την ιστορική εξέλιξη της Ιδέας στις καλλιτεχνικές της μορφές, οι οποίες είναι οι εξής:

Α) Η συμβολική μορφή, κατά την οποία η Ιδέα όντας απροσδιόριστη και αφηρημένη επιδιώκει την εικονοποίησή της και τη μεταβολή της σε περιεχόμενο καλλιτεχνικών μορφών. Σ’ αυτό το στάδιο υπάρχει αναντιστοιχία εξωτερικού και εσωτερικού, καθώς η μορφή είναι πλήρως προσδιορισμένη, τη στιγμή που η Ιδέα παραμένει αφηρημένη και αδιαμόρφωτη. Η συμβολική μορφή αντιστοιχεί στο χαρακτήρα του πρώτου καλλιτεχνικού πανθεϊσμού της ανατολής, όπου το περιεχόμενο αδυνατεί να ενσωματωθεί στην έκφανση, διατηρώντας μια δυσαρμονία μεταξύ της Ιδέας και της μορφής. Στη συμβολική μορφή αντιστοιχεί η αρχιτεκτονική, στην οποία καθίσταται αδύνατη –λόγο των υλικών και των μορφών της- η πραγματοποίηση του Ιδεώδους. Η αρχιτεκτονική προετοιμάζει τη θέση για το θεό, χτίζοντας το ναό του12.

Β) Η κλασσική μορφή, είναι υψηλότερη από τη συμβολική, καθώς καταφέρνει να προσιδιάσει στη μορφή το περιεχόμενο της Ιδέας «κατ’ ίδιον τρόπο σύμφωνα με την έννοιά της και με την οποία, ως εκ τούτου, μπορεί να έλθει σε μιαν ελεύθερη συμφωνία». Μόνο με την κλασσική καλλιτεχνική μορφή μπορεί αφενός να παραχθεί κι αφετέρου να εποπτευθεί πλήρως το Ιδεώδες, ως πραγματοποιημένη παρουσία. Δεν πρόκειται όμως για μια τυπική συμφωνία μορφής-περιεχομένου, καθώς η ιδιοτυπία της κλασσικής μορφής έγκειται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο της μορφής είναι η συγκεκριμένη Ιδέα κι επομένως το «συγκεκριμένο πνευματικό», καθώς μόνο αυτό είναι «αληθινά εσωτερικό»13. Χαρακτηριστικό αυτής της μορφής τέχνης είναι το ανθρώπινο σώμα, καθώς μόνο μέσα στο σώμα του, το πνεύμα εκφαίνεται αισθητά και με επάρκεια, φτάνοντας έτσι στην ύψιστη αισθητοποίηση της τέχνης, δηλαδή στην επίτευξη του Ιδεώδους. Στην κλασσική μορφή αντιστοιχεί η γλυπτική, η οποία διατηρεί το πνευματικό ως εσωτερικό απέναντι στις εξωτερικές μορφές της, παραπέμποντας στο έμψυχο μόνο ως κάτι άλλο. Το πνεύμα μορφοποιεί τη σωματικότητα και «οι δυο πλευρές συμφύονται χωρίς να υπερισχύει η μια της άλλης». Η γλυπτική προσλαμβάνει την κλασσική μορφή ως βασικό τύπο της, τοποθετώντας το άγαλμα εντός του ναού14.

Γ) Η ρομαντική μορφή, όπου η αναντιστοιχία έκφανσης και Ιδέας επανέρχεται μόνο που εδώ συνίσταται στην υπέρβαση του Ιδεώδους και της κλασσικής μορφής. Η πλήρης ένωση Ιδέας και πραγματικότητας, αίρεται καθώς η ρομαντική μορφή επαναθέτει, σε υψηλότερο επίπεδο, τη διαφορά και την αντίθεση των δύο πλευρών, που είχαν μείνει ανυπέρβλητες στη συμβολική τέχνη. Το περιεχόμενο της ρομαντικής τέχνης συμπίπτει με αυτό που ο χριστιανισμός αποφαίνεται για το Θεό ως πνεύμα, με την ενότητα, δηλαδή, ανθρώπινης και θείας φύσης. Καθώς αυτή η ενότητα υφίσταται μόνο άμεσα και καθεαυτήν, εκδηλώνεται με άμεσο και αισθητό τρόπο. Στη ρομαντική τέχνη το καθεαυτό ον υψώνεται στην αυτοσυνείδητή του γνώση, έτσι ώστε η αλήθεια να μην είναι πια μια άμεση αισθητή παρουσία, αλλά η αυτοσυνείδητη εσωτερικότητα15.

Η ρομαντική καλλιτεχνική μορφή είναι «η υπέρβαση της τέχνης πέρα από τον εαυτό της». Παραμένει ωστόσο στην περιοχή της τέχνης και διατηρεί «τη μορφή της ίδια της τέχνης». Το περιεχόμενο του ρομαντικού είναι ο εσωτερικός κόσμος, ο οποίος επικρατεί επί του εξωτερικού, υποβιβάζοντας «το αισθητά εκφαινόμενο σε απαξία»16, καθώς η έννοια και η σημασία του δεν βρίσκονται μέσα και πάνω στο εξωτερικό, αλλά στο θυμικό που βρίσκει την έκφανσή του στον ίδιο του τον εαυτό. Η ελλειμματικότητα της ρομαντικής μορφής προκύπτει καθώς η ενότητα δεν αναζητείται πλέον στη «συνένωση με το εξωτερικό, εφόσον αυτή αναζητεί κι εκπληρώνει εν εαυτή την αληθινή της πραγματικότητα κι έκφανση» ως πλήρες πνεύμα και θυμικό17.

Στη ρομαντική μορφή, αντιστοιχούν οι τέχνες, που παραστούν την κοινότητα που παρουσιάζεται στο ναό18. Η ζωγραφική, η μουσική και η ποίηση είναι οι τέχνες που καταφέρνουν ένα υψηλότερο πνευματικό περιεχόμενο και μάλιστα ως απόλυτο, το οποίο εκφαίνεται όμως «ως μερικευμένο αίσθημα». Εδώ η ενότητα κατακερματίζεται στην πολλαπλότητα εξατομικευμένης εσωτερικότητας και επανατίθεται -όχι αισθητά αλλά- ιδεατή.

«Σ’ αυτήν την κοινότητα ο θεός εξυψώνεται στην πνευματικότητα και στη γνώση», καθιστώντας αντικείμενο της αναπαράστασης την πολυποίκιλη (στη ζωντανή κίνηση και ενέργειά της) υποκειμενικότητα, ως ανθρώπινο πάθος, πράξη και συμβάν και εν γένει την ευρεία περιοχή της ανθρώπινης αίσθησης, βούλησης και παράλειψης διεαυτήν»19.

Οι τέχνες αυτές διαρθρώνονται και πάλι βάση της διαλεκτικής σχέσης υλικού και περιεχομένου. Η ζωγραφική είναι πιο κοντά στη γλυπτική, καθώς καταφέρνει να απελευθερώσει την τέχνη από την αισθητή- χωρική τελειότητα του υλικού, περιορίζοντάς την όμως στη «διάσταση της επιφάνειας»20. Το περιεχόμενό της, αποκτά μια «ευρύτατη μερίκευση» έτσι ώστε να ενώνει τη σκέψη και το αίσθημα με τις υπαινικτικές ως προς το πνεύμα εκφάνσεις της21.

Η μουσική προχωρεί «σε ακόμη βαθύτερη υποκειμενικότητα και μερίκευση», καθώς εμφανίζεται «ως χρονική ιδεατότητα», αποδεσμεύοντας «το ιδεατό από την αιχμαλωσία στο υλικό». Η μουσική αποτελεί–όπως η γλυπτική ως το κέντρο ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και στις τέχνης της ρομαντικής υποκειμενικότητας- το σημείο διάβασης μεταξύ «της αφηρημένης χωρικής αισθητότητας της ζωγραφικής και της αφηρημένης πνευματικότητας της ποίησης»22.

Η ποίηση είναι η πνευματικότερη αναπαράσταση της ρομαντικής μορφής. Ο ήχος στην ποίηση είναι απλά ένα σημείο, το οποίο γίνεται λέξεις και νόημα σημαίνοντας σκέψεις και αναπαραστάσεις. «Το αληθινό στοιχείο της ποιητικής αναπαράστασης είναι η ίδια η ποιητική αναπαράσταση και πνευματική απεικόνιση» και καθώς η ποίηση διαπερνά όλες τις τέχνες, αναπτύσσεται αυτόνομα εντός τους. «Η ποίηση αποτελεί τη γενική τέχνη του εν εαυτώ απελευθερωμένου πνεύματος», που όντας πλέον απελευθερωμένο από το εξωτερικό και αισθητό υλικό, πραγματώνεται στον εσωτερικό χώρο και χρόνο «των παραστάσεων και των αισθημάτων». Η ποίηση εξαπλώνεται μέσα από όλες τις μορφές του ωραίου, εφόσον καθοριστικό και χαρακτηριστικό στοιχείο της είναι η φαντασία, το κατ’ εξοχήν αναγκαίο για κάθε καλλιτεχνική μορφή23.

Η τέχνη με την ποίηση φτάνει στον Hegel στην υψηλότερη βαθμίδα της, ξεπερνώντας τον εαυτό της, εγκαταλείποντας την αισθητοποίηση του πνεύματος, περνώντας από την ποίηση της αναπαράστασης στην πρόζα της νόησης24. Το τέλος της τέχνης στη ρομαντική περίοδο προαναγγέλλει την εσωτερίκευση της απόλυτης υποκειμενικότητας, πέρα από τα όρια της αισθητής απεικόνισης. Η πλήρης αυτή πνευματοποίηση εμπεριέχει το ‘θάνατο’ της τέχνης και το πέρασμα του απολύτου στο χώρο της φιλοσοφίας25.

«Η τέχνη θεωρούμενη από την άποψη του ύψιστου προορισμού της, είναι και παραμένει για μας κάτι που ανήκει στο παρελθόν. Ως εκ τούτου έχει χάσει για εμάς την αυθεντική αλήθεια και ζωή και έχει μάλλον μεταφερθεί στις ιδέες μας, αντί να διατηρήσει την προγενέστερη αναγκαιότητάς της στην πραγματικότητα και να λάβει την ύψιστη θέση της. Αυτό που τώρα αναδύεται μέσα μας από τα έργα τέχνης, δεν είναι μόνο μια άμεση απόλαυση, αλλά και η κρίση μας, εφόσον υποβάλλουμε σε διανοητική θεώρηση α) το περιεχόμενο της τέχνης και β) τα μέσα της αναπαράστασης του έργου και την καταλληλότητα ή μη του ενός για το άλλο. Η φιλοσοφία της τέχνης αποτελεί συνεπώς μεγαλύτερη ανάγκη στις μέρες μας, απ’ ό,τι στις μέρες όπου η τέχνη δι’ εαυτήν, απέφερε πλήρη ικανοποίηση. Η τέχνη μας προσκαλεί σε διανοητική θεώρηση, όχι όμως για να δημιουργήσουμε τέχνη ξανά, αλλά για να γνωρίσουμε φιλοσοφικά τι είναι η τέχνη»26.

Βιβλιογραφία:

Danto, “Art, Evolution and the Consciousness of History”, The Journal Of Aesthetics and Art Criticism, 44 (Spring, 1986) no.3

Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, επιμ. Κ. Ψυχοπαίδης, μτφρ. Γ. Βελουδής Αθήνα: Πόλις, 2007.

Hegel, Αισθητική, μτφρ. Σ. Γιακουμής, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

Hegel’s Aesthetics, Lectures on Fine Arts’, trans. T.M. Knox, ed. Oxford Claderon Press, 1975.

Μπρα, Ζεράρ, Ο Χέγκελ και η τέχνη, Αθήνα: Πατάκη, 2000.

Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Υποσημειώσεις

1 Στο κλειστό φιλοσοφικό σύστημα του Hegel, το πνεύμα- η κινητήριος δύναμη της ιστορίας- πορεύεται προς την ελευθερία του, στο τριαδικό σχήμα της διαλεκτικής: θέση-αντίθεση-σύνθεση. Στο στάδιο της θέσης, εκδηλώνεται ως καθεαυτό, ως αυτοπεριεκτική ύπαρξη, ως κάτι που βλέπει τον εαυτό του όπως είναι το ίδιο χωρίς να εξαρτάται από οτιδήποτε άλλο έξω από τον εαυτό του (Λογική). Στο στάδιο της αντίθεσης εκδηλώνεται ως δι’ εαυτό, καθώς εκπίπτει στην κατάσταση της ύλης (φιλοσοφία της φύσης), τείνει όμως να επιστρέψει στον εαυτό του. Στη σύνθεση, επομένως, παρουσιάζεται ως καθεαυτό και δι’ εαυτό, εφόσον δεν είναι το ίδιο όπως ξεκίνησε την πορεία του (καθεαυτό) καθώς έχει εμπλουτιστεί από το δι’ εαυτό (φιλοσοφία του πνεύματος). Το πνεύμα ως καθεαυτό και δι’ εαυτό, παρουσιάζεται με τρεις μορφές (οι οποίες ακολουθούν πάντα το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση): υποκειμενικά (ψυχή, συνείδηση, νόηση), αντικειμενικά (οικογένεια, αστική κοινωνία, κράτος) και απόλυτα (τέχνη, θρησκεία, φιλοσοφία). Το απόλυτο πνεύμα –το τελικό στάδιο του πνεύματος, κατά την απόλυτη εκδήλωσή του- ολοκληρώνει τον έσχατο στόχο του, που είναι η ελευθερία του. Η τέχνη είναι το πρώτο στάδιο αυτής της εξέλιξης, η οποία, όπως θα δούμε, οδηγείται με την ποίηση στην αποϋλοποίησή της. Παραμένοντας όμως δέσμιο των αισθητών μορφών, επιζητεί να κατακτήσει την ελευθερία, μεταβαίνοντας στο επόμενο στάδιο, αυτό της θρησκείας. Καθώς όμως και στην ανώτερη στιγμή της θρησκείας, στον χριστιανισμό, παραμένει δέσμιο αφηγήσεων που αποκρύπτουν την εγγενή ουσία του Θεού, μεταβαίνει στη φιλοσοφία. Το πνεύμα μπορεί να κατακτήσει την απόλυτη ελευθερία του μόνο μέσω της φιλοσοφίας, μιας και οι χειριστές της δε μεταχειρίζονται ξένα προς τη φύση του στοιχεία (όπως οι καλλιτέχνες και οι θεολόγοι), αλλά έννοιες, που είναι ομόλογες με τη φύση του. (Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας, σ. 304 & 1298-1302).

2 Να σημειώσουμε επίσης ότι στο εγελιανό σύστημα η ωραιότητα της φύσης (που αποκλείεται από τη μελέτη της αισθητικής) είναι κατώτερη από την ωραιότητα της τέχνης, διότι η ‘ωραιότητα της τέχνης είναι η ωραιότητα που γεννήθηκε και ξαναγεννήθηκε από το πνεύμα, και στον ίδιο βαθμό που το πνεύμα και τα παράγωγά του είναι ανώτερα από τη φύση και τα φαινόμενά της (καθώς η φύση προϋποθέτει το πνεύμα για να συγκροτηθεί), είναι ανώτερο και το ωραίο της τέχνης από την ωραιότητα της φύσης’. Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, ό.π., σ.46.

3 Ψυχοπαίδης, Κ., επίμετρο στο Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, ό.π., σ.255

4 Ψυχοπαίδης, ό.π., σ.235-236.

5 Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, ό.π., σ. 175

6 ό.π. σ.179-181.

7 «Η Ιδέα είναι το καθεαυτό και δι’ εαυτό αληθινό, που όμως δεν έχει αντικειμενικοποιηθεί στη γενικότητά του, ενώ η Ιδέα ως το καλλιτεχνικό ωραίο, έχει τον επιπλέον προσδιορισμό να είναι κατ’ ουσία, ατομική πραγματικότητα, καθώς και μια ατομική μορφοποίηση της πραγματικότητας, αφήνοντας την Ιδέα να εκφαίνεται εντός της ή αλλιώς να διαφαίνεται μέσω αυτής». (βλ. Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, ό.π., σ.181 & Αισθητική, ό.π., σ. 65). Αυτός είναι ο λόγος που η Ιδέα και η μορφοποίησή της πρέπει να αρμόζει πλήρως η μία στην άλλη.

8 ό.π. σ.182-183.

9 ό.π. σ. 183.

10 Ο θεός π.χ. που συλλαμβάνεται κατά τον Hegel μόνο ως πνεύμα, αναπαρίσταται από τη χριστιανική φαντασία με ανθρώπινη μορφή, χωρίς όμως αυτή η μορφή να εκπορεύεται από το ίδιο το πνεύμα έτσι ώστε να παραμένει αφηρημένη. «Η αφηρημένη Ιδέα έχει μια μορφή, που δεν έχει όμως τεθεί ακόμη από την ίδια δηλαδή εξωτερική. Αντίθετα, η εν εαυτή συγκεκριμένη Ιδέα φέρει την αρχή του τρόπου έκφανσής της εν εαυτή, όντας δηλαδή η ίδια ελεύθερη μορφοποίηση του εαυτού της» (σ. 184).

11 ‘Το αληθινά ωραίο είναι η μορφοποιημένη πνευματικότητα, το Ιδεώδες, το απόλυτο πνεύμα, η ίδια η αλήθεια. Αυτή η περιοχή της καλλιτεχνικά για την εποπτεία και το αίσθημα αναπαραστημένης θείας αλήθειας αποτελεί το κέντρο ολόκληρου του κόσμου της τέχνης ως αυτόνομη, ελεύθερη, θεία μορφή, η οποία έχει ιδιοποιηθεί πλήρως το εξωτερικό της μορφής και του υλικού και το φέρει επ’ αυτής μόνο ως εκδήλωση του εαυτού της’ (σ. 198).

12 ό.π. σ. 186-188, 200.

13 ό.π. σ.189.

14 Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, ό.π. σ. 201-203 & 190-191.

15 Hegel, ό.π. σ. 193. «Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ο χριστιανισμός φέρνει την παράσταση το θεό ως πνεύμα όχι ως ατομικό μερικό πνεύμα αλλά ως απόλυτο, μέσα στο πνεύμα και στην αλήθεια, επιστρέφει τώρα στην αισθητότητα της παράστασης στην πνευματική εσωτερικότητα αποκαθιστώντας την εσωτερικότητα κι όχι το σωματικό, ως υλικό και ύπαρξη του περιεχομένου της». (σ. 194).

16 Ό.π. σ. 195.

17 Ό.π. σ.196.

18 Ό.π. σ. 203-204.

19 Ό.π. σ. 204-205.

20 Ό.π. σ. 206.

21 Ό.π. σ.206-207.

22 Ό.π. σ. 207-208.

23 Ό.π. σ. 208-210. «Η ολότητα των επιμέρους τεχνών θα μπορούσε να διαρθρωθεί ως εξής: η εξωτερική τέχνη της αρχιτεκτονικής, η αντικειμενική της γλυπτικής και η υποκειμενική τέχνη της ζωγραφικής της μουσικής και της ποίησης».

24 Ό.π. σ.210.

25 Μπρα, Ζεράρ, Ο Χέγκελ και η τέχνη, Αθήνα: Πατάκη, 2000. σ.109-123.

26 ‘Hegel’s Aesthetics, Lectures on Fine Arts’, trans. T.M. Knox, ed. Oxford Claderon Press, 1975, p.11. βλ. επίσης Hegel, Εισαγωγή στην Αισθητική, ό.π. σ. 62-63 και Hegel, Αισθητική, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 12.