Μπορεί κάποιος να πράττει το κακό δίχως ο ίδιος να είναι κακόβουλος; Αυτό υπήρξε το περίπλοκο ερώτημα το οποίο θέλησε να ξεδιαλύνει η Hannah Arendt όταν έκανε σχετική έρευνα για λογαριασμό του περιοδικού The New Yorker το 1961, σχετικά με τη δίκη του Adolf Eichmann για εγκλήματα πολέμου, ο οποίος υπήρξε  συνταγματάρχης των SS και βασικός υπεύθυνος της οργάνωσης μεταφοράς εκατομμυρίων Εβραίων και άλλων πληθυσμιακών ομάδων σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης ώστε να εφαρμοστεί η «Τελική Λύση» των ναζί.

Η Arendt διαπίστωσε ότι ο Eichmann υπήρξε ένας συνηθισμένος, μάλλον πεζός, γραφειοκράτης, ο οποίος δεν ήταν «ούτε διεστραμμένος ούτε σαδιστής», αλλά «τρομακτικά φυσιολογικός». Το αποκλειστικό κίνητρο με το οποίο ενήργησε δεν ήταν άλλο από το να προωθήσει τη σταδιοδρομία του μέσα στη ναζιστική γραφειοκρατία. Ο Eichmann δεν ήταν ένα ανήθικο τέρας, κατέληγε η  Arendt στη μελέτη της Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (1963)*. Αντιθέτως, πραγματοποίησε μοχθηρές πράξεις χωρίς να έχει μοχθηρές προθέσεις, ένα γεγονός που συνδεόταν με την «αδιαφορία» του, δηλαδή την πλήρη αποστασιοποίησή του από την πραγματικότητα των μοχθηρών ενεργειών του. Ο Eichmann «ουδέποτε συνειδητοποίησε τι ακριβώς έκανε», λόγω μιας «παντελούς ανικανότητας να σκεφτεί από την οπτική γωνία κάποιου άλλου ανθρώπου». Μη έχοντας αυτή την γνωσιακή ικανότητα, «διέπραξε φριχτά εγκλήματα υπό συνθήκες που καθιστούσαν σχεδόν αδύνατο για αυτόν να ήξερε ή να συναισθανόταν ότι έπραττε κάτι λάθος».

Η Arendt αποκάλεσε αυτά τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά του Eichmann «η κοινοτοπία του κακού»: δεν ήταν εγγενώς κακός, απλώς εντελώς ρηχός και ανίδεος. Ήταν ένα άτομο που στρατολογήθηκε στο ναζιστικό κόμμα, αναζητώντας σκοπό και καθοδήγηση και όχι από βαθιά ιδεολογική πεποίθηση. Σύμφωνα με την εξιστόρηση της Arendt, ο Eichmann μας θυμίζει τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος του Albert Camus Ο Ξένος, ο οποίος διαπράττει μια τυχαία ανθρωποκτονία δίχως μετέπειτα να νοιώθει καμία τύψη. Δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη πρόθεση ή κανένα προφανές μοχθηρό κίνητρο, η πράξη αυτή απλώς «συνέβη».

Ο Άιχμαν κατά τη διάρκεια της δίκης του στο Ισραήλ το 1961.

Αυτή σε γενικές γραμμές ήταν η πρώτη, κάπως επιφανειακή εντύπωση που αποκόμισε η  Arendt για τον Eichmann. Ακόμη και δέκα χρόνια μετά τη δίκη του στο Ισραήλ, η ίδια έγραψε το 1971:«εντυπωσιάστηκα από την εμφανή ρηχότητα του αυτουργού [του Eichmann], η οποία έκανε αδύνατο να αναγάγει κανείς την αδιαμφισβήτητη μοχθηρότητα των πράξεών του σε οποιοδήποτε βαθύτερο επίπεδο κινήτρων ή ελατηρίων. Οι πράξεις του ήταν τερατώδεις, ωστόσο ο αυτουργός, τουλάχιστον αυτός που δικαζόταν, ήταν εντελώς συνηθισμένος και κοινότοπος και σε καμία περίπτωση δαιμονικός ή τερατώδης».

H  «κοινοτοπία του κακού» υπήρξε πεδίο αντιπαράθεσης. Σε όσους ασκούν κριτική στην Arendt φαίνεται τελείως ανεξήγητο το πώς μπορεί ο Eichmann, άνθρωπος κλειδί στη γενοκτονία των Εβραίων, να μην είχε μοχθηρές προθέσεις. Ο φιλόσοφος Gershom Scholem έγραψε το 1963 στην Arendt ότι η εν λόγω εργασία της ήταν «περισσότερο μια συνθηματολογία, που δεν τον εντυπωσίασε κυρίως λόγω έλλειψης βάθους ανάλυσης». Ο Mary McCarthy, συγγραφές και καλός φίλος της Arendt, δήλωσε απορημένος:«Μου φαίνεται πως αυτό που λες είναι ότι ο  Eichmann στερούνταν ένα έμφυτο ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ικανότητα της σκέψης και της αντίληψης. Οπότε, αυτό ακριβώς δεν το καθιστά τέρας;»

Η αντιπαράθεση συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας. Ο φιλόσοφος Alan Wolfe στο έργο του Political Evil (2011) επεσήμανε ότι η Arendt ψυχολογικοποιεί -δηλαδή αποφεύγει- το θέμα της καθαυτό μοχθηρίας, προσδιορίζοντάς την στο περιορισμένο πλαίσιο της πληκτικής ύπαρξης του Eichmann.

Ο Wolfe θεωρεί πως η Arendt επικεντρώθηκε περισσότερο στο ποιος ήταν ο Eichmann, παρά στο τι έκανε. Για τους πολέμιούς της, αυτή η εστίαση της στην ασήμαντη και ανιαρή ζωή του Eichmann την απομακρύνει επί της ουσίας από το θέμα των απεχθών πεπραγμένων του.

Και άλλες πρόσφατες έρευνες έχουν επισημάνει τα ιστορικά λάθη της Arendt, τα οποία την έκαναν να μη δει τη βαθύτερη μοχθηρότητα του Eichmann, όταν υποστήριζε ότι η τελευταία «ήταν απόρθητη στη σκέψη»  -όπως έγραψε στον φιλόσοφο Karl Jaspers τρία χρόνια μετά το πέρας της δίκης. Η ιστορικός Deborah Lipstadt, η οποία κατηγορήθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση από τον David Irving, αρνητή του Ολοκαυτώματος, παρέθεσε κατά την ακρόαση έγγραφα της Ισραηλινής κυβέρνησης που αποδεικνύουν ότι η χρήση του όρου «κοινοτοπία» ήταν εσφαλμένη. «Τα απομνημονεύματα του Eichmann, που έδωσε στο φως η κυβέρνηση του Ισραήλ στη δίκη, αποδεικνύουν ότι ο ίδιος ήταν εμποτισμένος με την ιδεολογία των ναζί και την ιδέα της φυλετικής καθαρότητας», αναφέρει η Libstadt. Επιπροσθέτως, η Libstadt ισχυρίζεται ότι η Arendt απέτυχε να εξηγήσει γιατί ο Eichmann και οι συνεργάτες του προσπάθησαν να καταστρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία των εγκλημάτων πολέμου που είχαν διαπράξει, αν όντως δεν είχαν επίγνωση των εσφαλμένων πράξεών τους.

Η Γερμανίδα ιστορικός Bettina Stangneth, στο έργο της Eichmann Before Jerusalem (2014), αναδεικνύει μια ακόμη πλευρά του χαρακτήρα του Eichmann, πέρα από την κοινότοπη και φαινομενικά «απολιτίκ» σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι ενεργούσε σαν ένας συνηθισμένος γραφειοκράτης προσανατολισμένος στη σταδιοδρομία του. Βασισμένη σε συνεντεύξεις του Eichmann σε δημοσιογράφους των Ναζί, η έρευνά της αποκαλύπτει ότι ο ίδιος υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος στη ναζιστική ιδεολογία και δεν έδειξε καμία μεταμέλεια για τη συμμετοχή του στο απάνθρωπο σχέδιο της Τελικής Λύσης. Ένας ριζικά μοχθηρός συνταγματάρχης που ζούσε μέσα στο απατηλά φυσιολογικό κέλυφος μιας πεζής γραφειοκρατίας. Ο Eichmann όχι μόνο δεν είχε το «ακαταλόγιστο», αλλά αντίθετα διαπνεόταν από πληθώρα σκέψεων που αφορούσαν τη γενοκτονία όπως του την είχε υποδείξει το πολυαγαπημένο του ναζιστικό κόμμα. Σε απόσπασμα συνέντευξης ο ίδιος αναφέρει: «Φυσικά υπήρξα ένας απλός γραφειοκράτης, ο οποίος όμως καταλήφθηκε από έναν φανατικό ναζί μαχητή, που έδωσε μάχη για την ελευθερία του αίματός του, ως εκ γενετής μου δικαίωμα».

Η Arendt πραγματικά αστόχησε να αναδείξει αυτή την μοχθηρή πλευρά του χαρακτήρα του Eichmann, όταν δέκα χρόνια μετά τη δίκη του έγραψε ότι «δεν υπήρχε κανένα σημάδι κακόβουλων προθέσεων ή βαθιά ριζωμένων ιδεολογικών πεποιθήσεων». Αυτός ο ισχυρισμός της απλώς υπερτονίζει την κοινοτοπία και το λάθος της ίδιας της θέσης της Arendt περί «κοινοτοπίας του κακού». Και ενώ η ίδια ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ο Eichmann ήταν ένα αθώο γρανάζι της ναζιστικής γραφειοκρατίας ούτε τον υπερασπίστηκε ως κάποιον που ακολουθούσε απλώς εντολές (ισχυρισμοί που και οι δυο αποτελούν συνήθεις παρερμηνείες των ευρημάτων της σχετικά με τον Eichmann), οι επικριτές της παρέμειναν ανικανοποίητοι από τις εξηγήσεις της.

Τι θα πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε σχετικά με τον ισχυρισμό της Arendt ότι ο Eichmann όπως και άλλοι ναζί έπραξαν μοχθηρές πράξεις χωρίς να είναι μοχθηροί; Το ερώτημα αυτό αποτελεί ένα αίνιγμα διότι η Arendt έχασε την ευκαιρία να διερευνήσει το ευρύτερο νόημα της ιδιαίτερης μοχθηρίας του Eichmann, και αυτό γιατί δεν επέκτεινε τη μελέτη της για το πρόσωπο αυτό προς την κατεύθυνση μιας ευρύτερης μελέτης πάνω στη φύση της μοχθηρότητας ή του κακού.

Στο βιβλίο της Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, το οποίο δημοσιεύθηκε πολύ πριν από τη δίκη του Eichmann, η Arendt έγραψε: «είναι εγγενές σε ολόκληρη τη δυτική φιλοσοφική παράδοση το ότι μας είναι αδύνατο να συλλάβουμε το ριζικό κακό». Η Arendt αντί να χρησιμοποιήσει την περίπτωση του Eichmann ως ένα τρόπο για να αναδείξει την κατανόηση του απόλυτου κακού από τη δυτική φιλοσοφία, αποφάνθηκε ότι η μοχθηρότητά του ήταν κοινότοπη, δηλαδή «απόρθητη στη σκέψη». Υιοθετώντας μια στενή νομικίστικη και φορμαλιστική προσέγγιση της δίκης (καθώς θεώρησε ότι δεν διακυβεύονταν βαθύτερα ζητήματα πέρα από τα νομικά γεγονότα της ενοχής ή αθωότητας του Eichmann), η Arendt αυτομάτως απέτυχε να συλλάβει τη βαθύτερη αιτία της μοχθηρότητας του Eichmann.

Ωστόσο, σε παλιότερα κείμενά της είχε υιοθετήσει μια αντίθετη θέση. Στο βιβλίο Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού υποστήριξε ότι η κακία των ναζί ήταν απόλυτη και απάνθρωπη και όχι ρηχή και ακατανόητη. Αποτελούσε τη μεταφορική ενσάρκωση της ίδιας της κόλασης: «Τίποτα δεν θυμίζει περισσότερο τις μεσαιωνικές εικόνες της κόλασης όσο η πραγματικότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης».

Υποστηρίζοντας στα παλαιότερα κείμενά της ότι το απόλυτο κακό, όπως αυτό εκφράστηκε από τους ναζί, παρακινούνταν από μια τερατώδη πρόθεση εξαφάνισης της ίδιας της ανθρωπότητας, η Arendt αντηχούσε το πνεύμα φιλοσόφων όπως ο Σέλινγκ και ο Πλάτωνας, οι οποίοι δεν απέφυγαν να διερευνήσουν τις βαθύτερες και πιο δαιμονικές όψεις του κακού. Όμως, η στάση αυτή άλλαξε όταν η Arendt συνάντησε τον Eichmann, του οποίου η γραφειοκρατική κενότητα δεν υποδήλωνε κανένα διαβολικό βάθος, αλλά μόνο έναν πεζό καισαρισμό και μια ανικανότητα σκέψης.

Στο σημείο αυτό ο παλαιότερος ευρηματικός στοχασμός για το ηθικό κακό εκτράπηκε και έτσι γεννήθηκε η συνθηματολογία της κοινοτοπίας του κακού. Η Arendt πέθανε το 1975. Κατά πάσα πιθανότητα, αν είχε ζήσει περισσότερο, θα είχε αποσαφηνίσει τα αινίγματα που περιβάλουν τη θέση της περί κοινοτοπίας του κακού και τα οποία ακόμα προκαλούν σύγχυση στους σχολιαστές του έργου της. Αλλά αυτό είναι ένα ενδεχόμενο που ποτέ δεν θα μάθουμε.

Έτσι, βρισκόμαστε έχοντας στα χέρια μας την αρχική τοποθέτησή της. Πού ακριβώς έγκειται η βασική σύγχυση σε σχέση με αυτή; Η Arendt ποτέ δε συμφιλίωσε τις εντυπώσεις της για τη γραφειοκρατική κοινοτοπία του Eichmann με την προηγούμενη ζωηρή αντίληψή της των μοχθηρών και απάνθρωπων πράξεων του Γ’ Ράιχ. Στο πρόσωπο του Eichmann αντίκρισε ένα συνηθισμένο δημόσιο λειτουργό και όχι έναν από ιδεολογική πεποίθηση μοχθηρό πολεμιστή. Το αίνιγμα για αυτήν ήταν πως είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η ανιαρή ζωή του Eichmann με εκείνο το «άλλο» κακό. Βέβαια, η Arendt ποτέ δεν υποβάθμισε την ενοχή του, αλλά κατά επανάληψη τον περιέγραψε ως εγκληματία πολέμου και συμφώνησε με την καταδίκη του σε θάνατο, την οποία αποφάσισε το δικαστήριο του Ισραήλ.

Για την ίδια, αν και τα κίνητρα του  Eichmann ήταν σκοτεινά και πέρα από την σκέψη, οι πράξεις γενοκτονίας ήταν σαφείς. Σε τελική ανάλυση η Arendt αντίκρισε πράγματι τον αληθινό τρόμο της μοχθηρότητας του Eichmann.

Ελεύθερη απόδοση από το άρθρο του Thomas WhiteWhat did Hannah Arendt really mean by the banality of evil.

*Τα κυρίως έργα που αναφέρονται στο κείμενο:Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού και Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νησίδες.