Το κείμενο συμπυκνώνει τα κύρια σημεία της κριτικής του Werner Bonefeld στον δομικό μαρξισμό του Λουί Αλτουσέρ, αντλώντας αποκλειστικά από το σχετικό υποκεφάλαιο του βιβλίου του Critical theory and the critique of political economy[1], το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας το τοποθετεί, αν και λαμβάνοντας αποστάσεις, στο ρεύμα της «Νέας Ανάγνωσης» (New Reading) του μαρξικού έργου.

Οι δύο κύριες θέσεις του Αλτουσέρ

Η αντίκρουση του δομικού μαρξισμού του Αλτουσέρ από τον Bonefeld θέτει στο επίκεντρο τις δύο κεντρικές και προγραμματικού χαρακτήρα θέσεις του Αλτουσέρ για την τομή ανάμεσα στον νεαρό, φιλοσοφικό-μεταφυσικό, Μαρξ των Χειρογράφων του 1844, και στον επιστημονικό μαρξισμό του Κεφαλαίου.

Σύμφωνα με την πρώτη από αυτές τις θέσεις, η φιλοσοφική ιδέα περί «αποξένωσης» των Χειρογράφων έγκειται σε μια μη επιστημονική, αφηρημένα ανθρωπιστική προσέγγιση, η οποία ως τέτοια βρίσκεται εκτός του επιστημονικού φάσματος της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας, όπως αυτή συγκροτείται στο Κεφάλαιο. Για τον λόγο αυτό, η θεωρία της «πραγμοποίησης» άλλων μαρξιστικών ρευμάτων (π.χ. της Σχολής της Φρανκφούρτης) κρίνεται ως μια εσφαλμένη προβολή της θεώρησης περί αποξένωσης πάνω στην ανάλυση του «φετιχισμού του εμπορεύματος» του Κεφαλαίου, η οποία δρα εις βάρος του επιστημονικού χαρακτήρα του ώριμου μαρξικού έργου.

Περαιτέρω, κατά τη δεύτερη θέση του Αλτουσέρ, η επιστημονική ανάλυση του καπιταλισμού εκ μέρους του (ώριμου) Marx συνίσταται στη διατύπωση των γενικών οικονομικών νόμων της ιστορικής εξέλιξης (ιστορικός υλισμός), οι οποίοι, στην παρούσα ιστορική φάση, εμφανίζονται και συγκεκριμενοποιούνται στη δομή, τις τάσεις ανάπτυξης, τις αντιθέσεις και αντιφάσεις της καπιταλιστικής οικονομίας. Με άλλα λόγια, στο Κεφάλαιο παρουσιάζονται οι γενικοί, υπεριστορικοί οικονομικοί νόμοι διαμέσου του τρόπου εκδήλωσής τους στην ιστορικά συγκεκριμένη καπιταλιστική κοινωνία.

Σε επιστημολογικό επίπεδο, οι ανωτέρω θέσεις ενάντια στον μεταφυσικό «ανθρωπισμό» αναπροσδιορίζουν τις κοινωνικές επιστήμες ως έναν επιστημονικό λόγο (discourse) «δίχως υποκείμενο», π.χ. τον αλλοτριωμένο άνθρωπο με βάση κάποιες ανθρωπολογικές σταθερές. Εξού και ο δεδηλωμένος «θεωρητικός αντι-ανθρωπισμός» του Αλτουσέρ. Συνεπώς, οι κοινωνικές επιστήμες μελετούν όχι το ανθρώπινο πράττειν, αλλά τις αντικειμενικές δομές στο πλαίσιο των οποίων αυτό ενεργοποιείται εντός των ορίων που υπαγορεύουν οι γενικοί νόμοι της ιστορίας. Με τα λόγια του Bonefeld, οι κοινωνικές επιστήμες καθίστανται έτσι «η ‘συνείδηση’ των αναπόδραστων κατευθυντήριων γραμμών και τάσεων της δομικής αναγκαιότητας» (σελ. 28-29).

Η εργασία ως γενική έννοια και ο σοσιαλισμός

Ένας από τους θεμελιώδεις οικονομικούς νόμους είναι η «αναγκαιότητα της εργασίας» ως της εμπρόθετης δραστηριότητας της κοινωνικής αναπαραγωγής. «Η εργασία εκφράζει έτσι μια υπερ-ιστορική υλικότητα, η οποία ορίζεται από τον μεταβολισμό της εργασίας με τη φύση. Για τον λόγο αυτό, ο καπιταλισμός αντικρίζεται ως μια ιστορικά ειδική τροπικότητα αυτής της αναγκαιότητας της εργασίας» (σελ. 29). Υιοθετώντας εν προκειμένω την άποψη του Moishe Postpone, ο Bonefeld εξηγεί ότι με τον τρόπο αυτό ο δομικός μαρξισμός του Αλτουσέρ αντί να παρέχει μια «κριτική» της καπιταλιστικής παραγωγής, παρέχει μια θεωρία της εν γένει παραγωγής –εναλλακτική έναντι της αστικής οικονομικής και ουσιωδέστερη αυτής–, η οποία πραγματεύεται τις τεχνικές σχέσεις των παραγωγικών συντελεστών, εκροή των οποίων είναι οι αξίες χρήσης που υλοποιούν την κοινωνική αναπαραγωγή.

Το εξηγητικό σχήμα που προκύπτει είναι το συμβατικό μαρξιστικό σχήμα της αντίθεσης δυνάμεων παραγωγής και σχέσεων παραγωγής. Επ’ αυτού, παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα του Bonefeld: «Υφίσταται, λοιπόν, ο αδιάπαυστος γενικός νόμος της εργασίας ως της σκόπιμης ανταλλαγής με τη φύση, σε αφηρημένη βάση, ασχέτως χρόνου και χώρου, και υφίσταται επίσης η ιστορικά ειδική τροπικότητα της εν λόγω ανταλλαγής. Οι δύο αυτές μορφές της εργασίας λέγεται ότι διαμορφώνουν μια αντιφατική ενότητα ανάμεσα στην υλικότητα και την κοινωνική μορφή […] και είναι αυτή η σχέση, μεταξύ της υλικότητας της εργασίας ως υπερ-ιστορικής δύναμης της παραγωγής και των ιστορικά ειδικών σχέσεων παραγωγής, η οποία εγκαθιδρύει τη θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού» (σελ. 30).

Πέρα από άλλα κεφαλαιώδη ερωτήματα που εγείρονται –ενδεικτικά: κατά πόσον οι κοινωνικές σχέσεις εξαντλούνται στις ιδιοκτησιακές σχέσεις κατοχής των μέσων παραγωγής και διανομής του τελικού προϊόντος– το σημαντικότερο, κατά την κρίση μας, είναι ποιο περιεχόμενο προσδίδει η ανάλυση αυτή στην αντίληψη περί μετασχηματισμού της καπιταλιστικής οικονομίας; Η απάντηση του Bonefeld είναι η εξής: «Το ζήτημα του σοσιαλισμού καθίσταται έτσι ζήτημα της ορθολογικής οργάνωσης της οικονομίας της εργασίας, από την καπιταλιστική αναρχία των ‘ανεξέλεγκτων, ασχεδίαστων και ταλανιζόμενων από κρίσεις’ σχέσεων της αγοράς προς τον σοσιαλιστικό εξορθολογισμό της οικονομίας της εργασίας μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό. Τιθέμενη ως κάτι φυσικό, η οικονομία της εργασίας εμφανίζεται ως μια δύναμη της φύσης, η οποία νομιμοποιεί τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις ως εξελιγμένη φύση και διαγράφει τις μελλοντικές δυνατότητες ως εξιδανικευμένα παράγωγα αυτού που υφίσταται» (σελ. 31).

Αυτό το διπλό στρατήγημα, αφενός δικαίωσης του καπιταλισμού ως αναγκαίου ιστορικού σταδίου προς τον σοσιαλισμό και αφετέρου προεξόφλησης της μελλοντικής κοινωνίας που θα προκύψει από την ανατροπή του καπιταλισμού, θεωρείται από τον Bonefeld διολίσθηση σε έναν δογματισμό σοβιετικού τύπου, ο οποίος εξαλείφει τον κριτικό πυρήνα της μαρξικής σκέψης. Αντί να ερευνάται η «κοινωνική συγκρότηση» (social constitution) του καπιταλισμού και των οικονομικών εννοιών που του προσιδιάζουν (π.χ. η αξία), η καπιταλιστική οικονομία και οι προσιδιάζουσες σε αυτήν έννοιες παρουσιάζονται ως συγκεκριμενοποιήσεις αφηρημένων δομών, με συνέπεια οι κοινωνικές σχέσεις να νοούνται ως «ιστορικά υπερκαθορισμένα παράγωγα» αυτών των δομών. Ενώ, ακριβώς αντίθετα, αυτό που θα έπρεπε να ερευνάται είναι υπό ποιους κοινωνικούς όρους έχει καταστεί δυνατός και αναπαράγεται ο «υπερκαθορισμός» του κοινωνικού από την οικονομία[2] (ή, αλλιώς, η αποπολιτικοποίηση του οικονομικού, όπως έχει προσδιοριστεί από την Ellen Wood).

Η ιστορική εξέλιξη στον Adam Smith

Αυτός ο τρόπος συναγωγής της συγκεκριμένης κοινωνίας από την αφηρημένη οικονομία συνοδεύεται από μια ομόλογη αντίληψη της ιστορίας. Η ιστορία νοείται ως μια πορεία του γίγνεσθαι που συμβαίνει σχεδόν αυτόματα, καθώς αναπτύσσονται οι εγγενείς δυνάμεις της. Παραπέμποντας εδώ στη θεώρηση του Simon Clarke, ο Bonefeld σημειώνει ότι μια τέτοια αντίληψη περί της ιστορίας και της κοινωνικής εξέλιξης υπάρχει ήδη στην κλασική πολιτική οικονομία, και δη στον Adam Smith, επί του οποίου, μεταξύ άλλων, ασκείται η κριτική του Κεφαλαίου.

Σε αδρές γραμμές, για τον Smith η παραγωγική δύναμη της εργασίας είναι η βάση του κοινωνικού πλούτου και η ανάπτυξή της οδηγεί σε μια ανάλογη πρόοδο της κοινωνίας, η οποία διέρχεται έτσι μέσα από διάφορα, ανερχόμενα στάδια παραγωγής, καθένα εκ των οποίων αντιστοιχεί σε καθορισμένους τρόπους διαβίωσης. Στην πορεία αυτή, καθώς διευρύνονται οι ανταλλαγές –με δεδομένη μια φυσική ροπή του ανθρώπου να ανταλλάσσει τα προϊόντα της εργασίας του– και ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας, μέσω μιας αμφίδρομης σχέσης τους, εντείνεται η κοινωνική διαφοροποίηση, μέχρις ότου εμφανίζεται η σύγχρονη, καπιταλιστική κοινωνία, με ίδιον την κοινωνική διαφοροποίηση ανάμεσα σε τρείς διακριτές κοινωνικές τάξεις, οριζόμενες βάσει της ιδιαίτερης συμβολής τους στην παραγωγή (κεφάλαιο, εργασία, γη) και της αντίστοιχης πηγής εισοδήματος (κέρδος, μισθός, γαιοπρόσοδος). Ως απόρροια της ίδιας επίτασης της κοινωνικής διαφοροποίησης εξηγείται, σε γενικές γραμμές, και ο χωρισμός του κράτους (δημόσιες λειτουργίες) από την ιδιωτική οικονομία.

Ασπαζόμενος έτσι τη θέση του Clarke, ότι η αλτουσεριανή οπτική του μαρξισμού είναι περισσότερο συνέχεια της κλασικής πολιτικής οικονομίας παρά της μαρξικής κριτικής της, ο Bonefeld συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η εξαφάνιση του υποκειμένου, κατά τον τρόπο του Althusser, δεν απέχει πολύ από την ανωτέρω σμιθιανή θεώρηση, όπου το κοινωνικό προκύπτει ως απροσχεδίαστο αποτέλεσμα ή μη ηθελημένη συνέπεια της ιστορικής ανάπτυξης, στη συνδυαστική βάση φυσικών ροπών του ανθρώπου, τεχνικών δυνάμεων και δομικών αναγκαιοτήτων. Υπονοείται ότι η επιστημονική κριτική θα όφειλε να έχει ως αφετηρία τη διερώτηση γιατί η οικονομία και η ιστορία εν γένει επιβάλλονται στον άνθρωπο ως εξωτερικές προς αυτόν, αλλότριες και φυσικοποιημένες δυνάμεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η κύρια δομική αναγκαιότητα που διατρέχει την ιστορία είναι, όπως ήδη σημειώσαμε, ο νόμος της εργασίας, οπότε, προσθέτει ο Bonefeld, το επακόλουθο είναι η ιστορία να κατανοείται ως μια πορεία «προς την υπέρβαση των συνθηκών σπανιότητας» (σελ. 34). Από εδώ προκύπτει και η υποτιθέμενη εξελικτική σύνδεση καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Ενώ ο καπιταλισμός καθιστά δυνατή την υπέρβαση της σπανιότητας, χάρη στην ιστορικά μοναδική ώθηση που έχει δώσει στις παραγωγικές δυνάμεις, μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματώσει αυτή τη δυνατότητα, και τούτο, άπαξ συμβεί, θα οδηγήσει στην κατάργηση του ταξικού ανταγωνισμού για τους σπάνιους πόρους και, άρα, και των τάξεων εν γένει. Για τον Bonefeld, έως ένα σημείο η άποψη αυτή δεν διαφέρει ούτε καν από τη φιλελεύθερη οικονομική θεωρία, για την οποία το οικονομικό στοιχείο συνίσταται στις δραστηριότητες διάθεσης σπάνιων πόρων ανάμεσα σε εναλλακτικές χρήσεις και, κατ’ επέκταση, ανταγωνιστικές ομάδες δρώντων.

Η πρακτική διάσταση της θεώρησης του Althusser

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, ο Bonefeld συγκεφαλαιώνει την από μέρους του ανασκευή του δομικού μαρξισμού του Althusser λέγοντας ότι: «[…] ο Μαρξισμός ως κοσμοθεωρία αναλύει την καπιταλιστική κοινωνία για να ανακαλύψει τους γενικούς οικονομικούς νόμους· κατόπιν, συλλαμβάνει την καπιταλιστική κοινωνία ως εκδήλωση των ίδιων αυτών γενικών οικονομικών νόμων, που έχουν διαπιστωθεί από την ανάλυση του καπιταλισμού» (σελ. 35).

Ωστόσο, η αλτουσεριανή προσέγγιση, ως φιλοσοφικό εγχείρημα γεφύρωσης θεωρίας και πράξης, δεν σταματά εδώ. Η θεωρητική και φιλοσοφική διάστασή της συνδέεται με και απολήγει σε μια πρακτική διάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται ως «πρακτικός ανθρωπισμός», παρά την απόρριψη του «θεωρητικού ανθρωπισμό».

Αυτή η διάσταση της (πολιτικής) πράξης, παρότι υποστηρίζει προοδευτικούς κοινωνικούς σκοπούς, οδηγείται εξαιτίας των θεωρητικών προϋποθέσεών της, όπως τις είδαμε παραπάνω, να προσδίδει σε αυτούς υπερβολικά γενικό περιεχόμενο σε αφαίρεση από την ιδιαιτερότητα του καπιταλισμού. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Bonefeld αναφέρει τη φράση του Althusser περί της εναντίωσης συνολικά –και λίγο-πολύ αδιακρίτως– στην οικονομική εκμετάλλευση, την πολιτική επιβολή, τον πόλεμο αλλά και σε «κάθε διάκριση, φυλετική, πολιτική και θρησκευτική» [παρατίθεται από Bonefeld, σελ. 35].

Αυτό που αβίαστα διερωτάται κανείς είναι αν αυτές οι «απάνθρωπες συνθήκες» δεν διακρίνουν όλη την προϊστορία του καπιταλισμού, όλες, δηλαδή, τις ιστορικά υπάρξασες κοινωνίες. Πού έγκειται, λοιπόν, το πρόβλημα σε μια τέτοια διατύπωση, πέρα από το ότι τείνει να λάβει χαρακτήρα απλής συνθηματολογίας –η οποία, θα προσθέταμε, θα μπορούσε κάλλιστα να εκστομιστεί και από συστημικούς θεσμικούς παράγοντες, π.χ. θιασώτες των ανθρώπινων δικαιωμάτων;

Το πρόβλημα είναι κατά βάση μεθοδολογικό, αλλά έχει πρακτικές προεκτάσεις. Αυτές είναι, αν δεν παρερμηνεύουμε τη σκέψη του Bonefeld, ότι, αφενός, αποπροσανατολίζεται έτσι η προσοχή από τη ριζική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και, αφετέρου, φράσσεται ο ορίζοντας των ιστορικών δυνατοτήτων ανατροπής του καπιταλισμού και μετάβασης σε μια νέα μορφή κοινωνικής αναπαραγωγής.

Κατά τον Bonefeld, o πρακτικός ανθρωπισμός του Αλτουσέρ πάσχει στο εξής σημείο. Οι απάνθρωπες υφιστάμενες συνθήκες, οι οποίες τώρα στηλιτεύονται, έχουν προηγουμένως αποτελέσει, όπως το είδαμε, την αναλυτική βάση συγκρότησης της κοινωνίας ως συνισταμένης δομικών αναγκαιοτήτων δίχως υποκείμενο. Ως συνέπεια, για την πολιτική κριτική του υπάρχοντος, εικάζεται νοερά μια εκπολιτισμένη κοινωνία έναντι της οποίας συγκρίνεται η εμπειρικά υπάρχουσα, ώστε να διαπιστωθούν «οι ανορθολογικές, εκμεταλλευτικές και μεροληπτούσες» πλευρές της (σελ. 35).

Και εδώ, λοιπόν, η μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία προεικονίζεται ως μια εξιδανικευμένη, εξορθολογισμένη και εκπολιτισμένη εκδοχή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όχι πολύ διαφορετικά, θα λέγαμε, από τον τρόπο με τον οποίο αυτοκατανοήθηκε συνολικά το σοβιετικό μοντέλο, αν μη τι άλλο στο σκέλος της οργάνωσης της παραγωγής.

 

Υποσημειώσεις:

[1] Όλες οι παραπομπές στο κείμενο είναι από το εν λόγω έργο (εκδόσεις Bloomsbury, 2014).

[2] Η αλληλουχία της οικονομικής ανάλυσης μέχρι τη σύνδεση με την έννοια της τάξης και, από εκεί, με τη θεώρηση του κράτους είναι η εξής: «[…] προϋποτίθεται η ύπαρξη γενικών οικονομικών νόμων, που μετασχηματίζουν τους κοινωνικούς νόμους σε ιστορικά υπερκαθορισμένα [overdetermined] παράγωγα φυσικών νόμων, στη συνέχεια αναλύεται ο τρόπος διαμεσολάβησής τους εντός του κοινωνικού κόσμου των διυποκειμενικών δράσεων, όπου περιλαμβάνονται ταξικά συνυφασμένα και λοιπά άλλα κοινωνικά συμφέροντα, και εν τέλει εξετάζονται οι αποκαλούμενες ηγεμονικές στρατηγικές των ανταγωνιστικών κοινωνικών συμφερόντων –προς εξακρίβωση των εμφανιζόμενων δομών πολιτικών ευκαιριών για την υλοποίηση των ηγεμονικών στρατηγικών– τα οποία δρουν διαμέσου του κράτους για να επιτύχουν τους σκοπούς τους» (32).