Μέρος Δεύτερο.
Τα μαρξιστικά εργαλεία για την εξέταση της καπιταλιστικής οικονομίας.
Το πρώτο μέρος τελείωνε, όπως είδαμε, με τη διερώτηση για τον τρόπο με τον οποίο η μεγέθυνση του ενεργειακού τομέα αποκατέστησε την ταξική δύναμη του κεφαλαίου και την κερδοφορία του. Παράλληλα, έγινε νύξη στη σύνδεση αυτής της μεταβολής με την εξέγερση των γυναικών ενάντια στην άμισθη οικιακή εργασία.
Το δεύτερο και το τρίτο από τα ερωτήματα που διατυπώθηκαν μπορούν να αποδοθούν και ως ακολούθως. Πώς η αυτοματοποίηση, για να μην εκμηδενίσει την κερδοφορία, συμβαδίζει με την επέκταση του τομέα των υπηρεσιών. Και πώς καθόρισε αυτή την επέκταση η φεμινιστική διεκδίκηση της απελευθέρωσης από την άμισθη οικιακή εργασία. Για την απάντησή τους ο Caffentzis αξιοποιεί τον σκληρό πυρήνα του ώριμου μαρξικού έργου. Γι’ αυτόν τον λόγο θα επιδιωχθεί να απλοποιηθούν, όσο γίνεται, οι μαρξικές έννοιες που χρησιμοποιεί.
Πυλώνες της εξήγησης του Caffentzis είναι η εργασιακή θεωρία της αξίας1 και η ανάλυση του Τρίτου Τόμου του Κεφαλαίου για το πώς ο σχηματισμός των τιμών αναδιανέμει, μέσω του ανταγωνισμού, την παραχθείσα μάζα «υπεραξίας». Επίκεντρο του δεύτερου πυλώνα είναι να εξηγηθεί πώς ένας, ας υποθέσουμε, πλήρως αυτοματοποιημένος κλάδος, που δεν χρησιμοποιεί καθόλου εργασία, απορροφά τη δημιουργούμενη «υπερεργασία» κλάδων με χαμηλό ή σχεδόν μηδενικό βαθμό μηχανοποίησης.
Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 1867
Για να γίνει κατανοητό το σχήμα του Caffentzis, θα πρέπει κανείς να έχει ξεδιαλύνει, έστω χονδρικά, δύο πράγματα. Πρώτον, τι είναι η υπεραξία. Δεύτερον, ότι το μέγεθος της υπεραξίας που αποσπά ο ατομικός καπιταλιστής στη διάρκεια της παραγωγής δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με, και πράγματι εμπειρικά διαφέρει από, την υπεραξία που εισπράττει αφότου διαμορφωθεί η τιμή ανταλλαγής του προϊόντος του.
Ως προς το πρώτο: Υπεραξία είναι ο χρόνος υπερεργασίας εκφρασμένος σε χρηματική αξία. Υπερεργασία είναι ο χρόνος εργασίας άνω του εργασιακού χρόνου στον οποίο ο εργαζόμενος παράγει προϊόν τόσης χρηματικής αξίας ώστε να ισοφαρίζεται ο μισθός του. Συνεπώς, πρόκειται για ένα απλήρωτο μέρος του συνολικού χρόνου εργασίας (ας πούμε, της εργάσιμης ημέρας).
Η Diane Elson (1979) έχει σωστά ερμηνεύσει τον Marx σε αυτό το σημείο, ως προς τη φορά της αιτιότητας. Δεν προκύπτει υπερεργασία γιατί ο μισθός είναι μικρότερος από το παραγόμενο προϊόν. Αντίστροφα, επειδή το κεφάλαιο αξιοποιείται μόνον αν χρησιμοποιεί χωρίς πληρωμή ένα μέρος του χρόνου εργασίας, για αυτόν τον λόγο ο μισθός είναι κατ’ ανάγκη μικρότερος από το προϊόν της εργασίας.
Ως προς το δεύτερο: Κατά τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κεφάλαια, για την τοποθέτησή τους στις πιο επικερδείς σφαίρες επένδυσης, διαμορφώνεται ένα, κατά προσέγγιση, μέσο ποσοστό κέρδους. Για τον λόγο αυτό διαφεύγει από την οπτική του ατομικού καπιταλιστή πόση υπερεργασία έχει εκμεταλλευτεί. Αντί αυτής, υπολογίζει στην τιμή ανταλλαγής τού προϊόντος του το μέσο ποσοστό κέρδους, έτσι ώστε η κερδοφορία του, σε απόλυτο μέγεθος, να είναι ανάλογη με το ύψος της επένδυσής του ως υποπολλαπλασίου του συνολικά επενδυμένου κεφαλαίου.
Στον Τρίτο Τόμο, Τμήμα Δεύτερο «Η μετατροπή του κέρδους σε μέσο κέρδος», ο Marx γράφει σχετικά: «Οι διάφοροι κεφαλαιοκράτες φέρονται εδώ σαν απλοί μέτοχοι μιας μετοχικής εταιρίας, στην οποία τα μερίδια του κέρδους μοιράζονται ισόμετρα […] και γι’ αυτό […] τα μερίδια αυτά διαφέρουν μεταξύ τους σύμφωνα με το μέγεθος του κεφαλαίου που έβαλε ο καθένας στη συνολική επιχείρηση».
Ο Caffentzis υπεραμύνεται της εργασιακής θεωρίας της αξίας –κόντρα σε άλλες νεο-μαρξιστικές προσεγγίσεις– στο σημείο όπου διερωτάται αν η μεταστροφή της κατεύθυνσης των επενδύσεων προς τον ενεργειακό τομέα, ούτως ώστε να ελεγχθούν οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων από τα εταιρικά μονοπώλια, συμβαίνει με όρους μονοπωλιακής δύναμης. Δίνεται έτσι απάντηση στο ερώτημα, το οποίο θέσαμε εξαρχής, ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο ρευστοποιούνται οι μαρξικές κατηγορίες. Υποστηρίζεται σχετικά:
[Α]ν το κεφάλαιο μπορεί, κατά βούληση, να αλλάζει και να χειραγωγεί τις ενεργειακές και βιομηχανικές τιμές στη βάση της εταιρικής δύναμης των πολυεθνικών, δηλαδή ανεξάρτητα από τον όγκο εργασίας που εισέρχεται στην παραγωγή των εμπορευμάτων, θα πρέπει τότε να εγκαταλείψουμε την εργασία και την υπεραξία (την εκμετάλλευση) ως βασικές μας αναλυτικές κατηγορίες. […] Θα έπρεπε να αποδεχτούμε τη θέση του Sweezy και του Marcuse, ότι η μονοπωλιακή οργάνωση και η τεχνολογική εξέλιξη έχουν ανεξαρτητοποιήσει το κεφάλαιο από τον ‘νόμο της αξίας’ (δηλαδή, ότι οι τιμές, τα κέρδη, τα κόστη και η λοιπή λογιστική αριθμολογία έχουν ως ρίζα και εξηγούνται από τον εργασιακό χρόνο που εισέρχεται στην παραγωγή των εμπορευμάτων και την αναπαραγωγή των αντίστοιχων εργαζομένων). Θα έμοιαζε τότε ότι το κεφάλαιο μπορεί να διαρρήξει τους δικούς του κανόνες και πως ο ταξικός αγώνας διεξάγεται πλέον στο επίπεδο της καθαρής δύναμης, της ‘κυριαρχικής βούλησης’ και της ισχύος εναντίον ισχύος, καθώς και ότι οι τιμές έχουν γίνει μέρος της εξίσωσης της βίας, τιθέμενες αυθαίρετα σαν το τράβηγμα μιας σκανδάλης. Διαφωνούμε με τους θεωρητικούς της ‘μονοπωλιακής δύναμης’· η εργασία και η εκμετάλλευση παραμένουν οι κύριοι προσδιοριστικοί παράγοντες της κίνησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε έχει κανείς να κάνει με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και πυρηνικά είτε με φτυάρια και εκκοκκιστικές μηχανές” (σελ. 27).
Πώς, όμως, λειτουργεί ο νόμος της αξίας στον αναπτυγμένο καπιταλισμό; Η εξήγηση είναι η ακόλουθη.

Η διάρθρωση της οικονομίας και η γυναικεία εξέγερση στην άμισθη εργασία
Στον αναπτυγμένο καπιταλισμό η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας διαιρείται σε τρείς κατηγορίες κλάδων. Μία κατηγορία αφορά τους κλάδους όπου η αναλογία εργαζομένων και μηχανών –η «τεχνική σύνθεση» του κεφαλαίου (Marx)2– συμπίπτει με τον μέσο όρο του συγκεκριμένου μεγέθους στη συνολική οικονομία. Εδώ ανήκουν οι κλάδοι που δίνουν το στίγμα της οικονομικής ανάπτυξης, μη ευρισκόμενοι στην πρωτοπορία της τεχνολογικής καινοτομίας. Οι κλάδοι με τη μέση σύνθεση κεφαλαίου καθορίζουν αν πρόκειται για αγροτική ή βιομηχανική οικονομία, καθώς και το επίπεδο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Από τη μεταπολεμική περίοδο και έπειτα ο εκβιομηχανισμός στηρίχτηκε στο (φορντικό) εργοστάσιο της μαζικής γραμμής παραγωγής.
Στη βιομηχανική μαζική παραγωγή ο καπιταλιστής αυξάνει την απόσπαση απλήρωτης εργασίας όχι επεκτείνοντας την εργάσιμη ημέρα. Η τελευταία παραμένει σταθερή και η σταθεροποίησή της μπορεί να είναι νομικά εγγυημένη (π.χ. οκτάωρο). Η απόσπαση απλήρωτης εργασίας αυξάνεται μέσα από την εντατικοποίηση της εργασίας, δηλαδή την επιτάχυνση του ρυθμού παραγωγής, την ελαχιστοποίηση των παύσεων ανάμεσα στην εκτέλεση των διάφορων εργασιών, την πλήρη προσήλωση των διανοητικών δυνάμεων του εργαζομένου κ.λπ. («σχετική υπεραξία»)3. Πρόκειται για όλες εκείνες τις τεχνικές που, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, αποκλήθηκαν «επιστημονικό μάνατζμεντ» και στηρίζονται στον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ σχεδιασμού και εκτέλεσης των εργασιών.
Σε αυτή την κατηγορία κλάδων ο πλούτος που παράγεται, εκφρασμένος σε χρηματικές αξίες, αντιστοιχεί στον χρόνο εργασίας που δαπανάται στην παραγωγή του. Δηλαδή, οι τιμές ανταλλαγής των προϊόντων είναι ίσες με τις αξίες τους, υπολογίζοντας τις τελευταίες με μέτρο τον δαπανημένο εργασιακό χρόνο. Τούτο σημαίνει επίσης ότι η υπερεργασία την οποία αποσπά το ατομικό κεφάλαιο και εισφέρει στη δεξαμενή του συνολικού κεφαλαίου είναι ισόποση με αυτή την οποία εισπράττει εν τέλει κατά την πώληση των προϊόντων.
Υπάρχουν, όμως, και σφαίρες παραγωγής με ανώτερη και με κατώτερη από τη μέση σύνθεση. Οι κλάδοι υψηλής σύνθεσης, όπως ο τομέας ενέργειας και τομείς που βασίζονται στην πληροφορική, απασχολούν συγκριτικά λίγους εργαζομένους και, άρα, εισφέρουν λίγη υπεραξία. Εισπράττουν, όμως, το μέσο ποσοστό κέρδους, και δη αναλογικά με το ύψος της κεφαλαιουχικής επένδυσής τους ως μέρους του συνολικά επενδυμένου κεφαλαίου. Πραγματοποιούν έτσι τεράστια κέρδη. Αυτό είναι εφικτό επειδή οι τιμές ανταλλαγής των προϊόντων τους είναι κατά πολύ υψηλότερες από τις αξίες τους, με μέτρο τον δαπανώμενο χρόνο εργασίας.
Αντίστροφα, οι κλάδοι κατώτατης σύνθεσης είναι όλοι όσοι συνδυάζουν σχετικά πολυάριθμο και χαμηλής ειδίκευσης προσωπικό με μικρής έκτασης ή μηδαμινή εκμηχάνιση. Στους κλάδους αυτούς οι τιμές ανταλλαγής των προϊόντων τους είναι χαμηλότερες από την παραγόμενη αξία, με μέτρο, ομοίως, τον δαπανώμενο χρόνο εργασίας.
Οι υψηλής σύνθεσης είναι κερδοφόροι γιατί μεταφέρεται υπεραξία από τους χαμηλής σύνθεσης προς αυτούς. Την ίδια στιγμή, στους χαμηλής σύνθεσης κλάδους η απόσπαση απλήρωτης εργασίας αυξάνεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας («απόλυτη υπεραξία»), π.χ. μέσα από παραβιάσεις του νόμιμου, ανώτατου ωραρίου, μη αμειβόμενες υπερωρίες ή ελαστική απασχόληση.
Για τον λόγο αυτό, καταλήγει ο Caffentzis, η στροφή του κεφαλαίου στην ενέργεια και η αυτοματοποίηση ακολουθήθηκαν κατ’ ανάγκη από μια υπερδιόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, και μάλιστα μέσα σε επισφαλείς εργασιακές συνθήκες, που θυμίζουν εκείνες που επικράτησαν στον πρώιμο καπιταλισμό και τη βιομηχανική επανάσταση: υπέρμετρη παράταση της εργάσιμης ημέρας, ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, αποειδίκευση κ.λπ. «Σε αυτή τη συγκυρία, όπως πάντα στην ιστορία του κεφαλαίου, κάθε τεχνολογικό άλμα χρηματοδοτείται από το τομάρι τον πιο τεχνολογικά λιμασμένων εργατών» (σελ. 39 [πλάγια του συγγραφέα]).
Η ιδιαιτερότητα της αναδιοργάνωσης που συντελείται στη δεκαετία του 1970 είναι ότι ο αναπτυσσόμενος, χαμηλής σύνθεσης τομέας υπηρεσιών πρόκειται να μετατρέψει σε πωλούμενο εμπόρευμα τις αναπαραγωγικές υπηρεσίες, οι οποίες στην προηγούμενη περίοδο προσφέρονται άμισθα από τις γυναίκες στο πλαίσιο του εργατικού νοικοκυριού. Το, δε, εργατικό δυναμικό το οποίο πρόκειται να απασχοληθεί εκεί προέρχεται από τις ομάδες που αμφισβήτησαν το κεϋνσιανό κύκλωμα εργοστασίου-οικίας. Τις γυναίκες, τους νέους, τον έγχρωμο πληθυσμό, και ιδίως τις πρώτες: «to the women who said, ‘Hit the road, Jack’, capital responded with the ‘service sector’ jobs» (σελ. 40). Άλλη ιδιαιτερότητα –ίσως βέβαια όχι ιστορικά ανεπανάληπτη, αν σκεφτεί κανείς την εποχή του ιμπεριαλισμού (1870-1914)– είναι ότι η τριμερής κλαδική διάρθρωση δεν διατάχθηκε μόνο εσωτερικά, εντός των εθνικών οικονομιών. Εκφράστηκε ταυτόχρονα και στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, και ίσως αυτή είναι η πιο κρίσιμη διάστασή της. Έτσι, χοντρικά, οι δυτικές μητροπόλεις αυτοματοποιήθηκαν, οι αναπτυσσόμενες χώρες ανέλαβαν την εργοστασιακή βιομηχανική παραγωγή και η λοιπή, υπανάπτυκτη περιφέρεια μετατράπηκε σε τόπο χαμηλής στάθμης υπηρεσιών, π.χ. φτηνό τουρισμό (περιλαμβανομένων εδώ, σύμφωνα με τον Caffentzis, και των «μπουρδέλων του πλανήτη»).
Η ενεργητικότητα που απελευθερώθηκε από την εξέγερση των γυναικών ενάντια στην άμισθη οικιακή εργασία αποτέλεσε τη βάση της γιγαντιαίας εξάπλωσης ενός τομέα χαμηλής οργανικής σύνθεσης, ο οποίος παρείχε την αναγκαία εργασία για τον μετασχηματισμό των τιμών ενέργειας. Η εξέγερση των γυναικών, παρότι φανέρωσε την εκμετάλλευσή τους μέσω του Οιδιπόδειου μισθού, διάνοιξε ένα νέο μονοπάτι καπιταλιστικής ανάπτυξης. […] Όταν οι γυναίκες αρνήθηκαν να κάνουν ό,τι ήταν για αυτές ‘φυσικό’, οι υπηρεσίες τους μετατράπηκαν σε εμπόρευμα για το κεφαλαίο και γεννήθηκαν ολόκληρες βιομηχανίες” (σελ. 40-41).

Συγκεντροποίηση της συσσώρευσης και αποκέντρωση της εκμετάλλευσης
Η παραπάνω ανάλυση απάντησε εξαντλητικά, πιστεύουμε, στο δεύτερο και το τρίτο από τα ερωτήματα που τέθηκαν στο τέλος του πρώτου μέρους, παρότι το κείμενο του Caffentzis επεκτείνεται και σε άλλα ζητήματα και είναι πολύ πιο πλούσιο. Δεδομένων, πάντως, όσων ειπώθηκαν, είναι εύκολη η κατανόηση της απάντησης που δίνεται και στο πρώτο ερώτημα.
Γιατί, πέρα από την άνοδο της κερδοφορίας4, η μεγέθυνση του ενεργειακού τομέα αποτελεί μία επιτυχημένη στρατηγική του κεφαλαίου, για την ανάκτηση της δύναμης την οποία είχε χάσει κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Διότι, «αυτή η αναδιοργάνωση», γράφει ο Caffentzis, «συγκεντροποιεί τη διαδικασία συσσώρευσης, ενόσω την ίδια στιγμή αποκεντρώνει σε υπερθετικό βαθμό τη διαδικασία εκμετάλλευσης» (σελ. 26).
Η συγκεντροποίηση της συσσώρευσης είναι προφανής. Ο έλεγχος των ενεργειακών τιμών, μέσω της μεταφοράς υπεραξίας από τις χαμηλές και κατώτατες βαθμίδες παραγωγής, περιέρχεται στα χέρια μίας ολιγάριθμης μερίδας καπιταλιστών (πολυεθνικών μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων). Γιατί, όμως, γίνεται λόγος και για αποκέντρωση της εκμετάλλευσης;
Καταρχάς, διότι μέσα στους αυτοματοποιημένους κλάδους μια μικροσκοπική εργασιακή δύναμη προσαρτάται σε γιγαντιαίους πάγιους εξοπλισμούς, με συνέπεια να χάνεται η υποκειμενική αίσθηση της εκμετάλλευσης. Ο βαθύτερος λόγος, βέβαια, είναι ότι η κύρια μάζα της υπεραξίας, εκφρασμένη στον όγκο των κερδών, προέρχεται αδιόρατα από τους κλάδους χαμηλής σύνθεσης.
Κατά δεύτερον, αφού συμβαίνει μία τέτοια μεταφορά υπεραξίας, οι πηγές της υπεραξίας διασκορπίζονται χωρικά και χρονικά σε μικρής κλίμακας επιχειρήσεις. Διαφεύγουν έτσι από την άμεση εποπτεία μας.
Κατά τρίτον, σε αυτές τις μικρές επιχειρήσεις γεννάται η ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει διάκριση κεφαλαίου-εργασίας, διότι ο ιδιοκτήτης μοχθεί και αυτός δίχως σημαντική οικονομική απολαβή. «Το πρόβλημα εδώ είναι ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί να δει το πλεόνασμα. Ένα τοπικό εστιατόριο μπορεί να εξοντώνει τους υπαλλήλους του με υπέρμετρο εργασιακό φόρτο και πάλι να φαίνεται σαν μην ‘βγάζει λεφτά’. Το αφεντικό ενδέχεται να είναι εξίσου αποθαρρημένο όπως και οι εργαζόμενοί/ές του και να ξεζουμίζει τη δική του ενέργεια ‘για το τίποτα’, εξού και τα δάκρυα των μικρού τύπου επιχειρήσεων, του ‘σκληρά εργαζόμενου’ τομέα του κεφαλαίου» (σελ. 29).
Ακριβώς αντίθετα, η εκμετάλλευση είναι ορατή και βιούμενη στη βιομηχανική γραμμή συναρμολόγησης: «Ο εργάτης/η εργάτρια μπορεί να δει την εκμετάλλευσή του/της διαμέσου της ταχύτητας της γραμμής παραγωγής» (σελ. 29). Όλα αυτά, αθροιζόμενα, επιφέρουν την αποκέντρωση της εκμετάλλευσης.
Απεργία στο εργοστάσιο της Ford. 7.6.1968
Συγκεφαλαίωση
Συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν. Η μεταπολεμική περίοδος σηματοδοτεί μία εποχή διάσωσης μεν του καπιταλισμού, αλλά προϊούσας μειονεξίας του κεφαλαίου, η οποία εκδηλώθηκε με την εξισορρόπηση του ταξικού συσχετισμού και τη συμπίεση της κερδοφορίας και κλιμακώθηκε με τις προωθημένες διεκδικήσεις των νέων κοινωνικών κινημάτων. Ως στρατηγική απάντηση, το κεφάλαιο μετατοπίστηκε στον ενεργειακό τομέα, βασιζόμενο στην τριμερή δομή που περιγράφηκε και αξιοποιώντας υπέρ του ίδιου την εξέγερση ενάντια στην άμισθη αναπαραγωγική εργασία. Απόρροια ήταν να λάβει χώρα μία ιστορικά πρωτοφανής απειλή της κοινωνικής αναπαραγωγής, αυτή τη φορά διαμέσου της καταστροφής της φύσης. Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι η δημόσια συζήτηση, αντλώντας από τον αντίστοιχο επιστημονικό προβληματισμό, επικεντρώθηκε σε μελλοντολογικά σενάρια «Αποκάλυψης». Παραγνωρίστηκε έτσι και συγκαλύφτηκε η γενική αναδιάρθρωση που επήλθε στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας.
Μία σημαντική διάσταση που παραγνωρίστηκε, και από την αριστερή διανόηση, είναι η αναγκαία σύνδεση μεταξύ αυτοματοποίησης του ενεργειακού τομέα και της νέας επέκτασης του τομέα των υπηρεσιών, η οποία βασίστηκε στη μισθωτή εργασία των γυναικών αλλά και άλλων νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας (π.χ. της νεολαίας σε θέσεις ελαστικής απασχόλησης). Εξαιτίας της έλλειψης μίας σφαιρικής θεώρησης της καπιταλιστικής οικονομίας θα προκύψει στη δεκαετία του 1990 μία ευρεία συζήτηση για το «τέλος της εργασίας». Πρόκειται για έναν προβληματισμό με τον οποίο θα αναμετρηθεί ο Caffentzis σε μεταγενέστερα κείμενά του, τηρώντας τις αρχές τις οποίες έθεσε στο παρόν κείμενο, για την ανανέωση μεν της σκέψης του Marx, αλλά χωρίς να εγκαταλείπεται ο θεωρητικός πυρήνας της.

1 Είναι αυτονόητο ότι εδώ δεν μπορεί να θιγεί ο προβληματισμός για τη διαφορά της θεωρίας αξίας του Marx από τις αντίστοιχες θεωρήσεις των εκπροσώπων της λεγόμενης κλασικής σχολής της πολιτικής οικονομίας (Smith, Ricardo). Για την πιο τεκμηριωμένη, κατά την κρίση μας, πραγμάτευση αυτού του ζητήματος μπορεί κανείς να ανατρέξει στο βιβλίο Marx, marginalism and modern sociology, του Simon Clarke. Πάντως, το παρακάτω μαρξικό σχήμα, πάνω στο οποίο κτίζει την ανάλυσή του ο Caffentzis, συνιστά μια θεμελιώδη διαφοροποίηση του Marx έναντι των κλασικών. Ιδίως, έναντι του ανεπίλυτου προβλήματος στη θεωρία του Ricardo, πώς είναι δυνατόν, ενώ η αξία καθορίζεται από την ποσότητα εργασίας, το κέρδος, που ενσωματώνεται στις τιμές ανταλλαγής, να αντιστοιχεί στην πράξη όχι στον αριθμό των απασχολούμενων εργατών, αλλά στο ύψος της επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο.

2 Η τεχνική σύνθεση είναι βάση και δείκτης της σύνθεσης ως προς τη χρηματική αξία, δηλαδή της αναλογίας του σταθερού και του μεταβλητού μέρους της κεφαλαιουχικής επένδυσης. Τα δύο αυτά μεγέθη διαμορφώνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.

3 Ας σημειωθεί ότι άλλες προσεγγίσεις, όπως αυτή του Micehl Aglietta, ερμηνεύουν πιο στενά την εντατικοποίηση, ως διάσταση της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, με το σκεπτικό ότι αυτό που πραγματοποιεί, π.χ., η επιτάχυνση του ρυθμού παραγωγής είναι να καλύπτει τους κενούς «πόρους» της τυπικής εργάσιμης ημέρας με πραγματικό χρόνο εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η σχετική υπεραξία αφορά τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγής, με τρόπους που, αυξάνοντας την κλίμακα και τον βαθμό συλλογικής χρήσης των μέσων παραγωγής, εξοικονομούν εργασία (και δη στον τομέα της οικονομίας που παράγει τα καταναλωτικά προϊόντα). Σε δεύτερο χρόνο γίνεται, βέβαια, παραδεκτό ότι ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός καταλήγει και σε εντατικοποίηση της εργασίας. Αυτή είναι συνοπτικά η θέση του Aglietta στο έργο A theory of capitalist regulation, που ιδρύει τη γαλλική σχολή της ρύθμισης. Η εξέταση αυτών των διαφορετικών αναγνώσεων, αν και θα πρέπει να αποφευχθεί να λάβει διαστάσεις σχολαστικισμού, μπορεί να ξεδιαλυθεί μόνο με αναδρομή στις πρωτογενείς πηγές.

4 Για την ακρίβεια, η ανάλυση για τη μεταφορά υπεραξίας από τον χαμηλό στον υψηλό τομέα δεν αναφέρεται σε μια άνοδο της κερδοφορίας ως τέτοιας, αλλά αφορά έναν βασικό τρόπο περιορισμού (προσωρινού;) της πτωτικής τάσης του μέσου κέρδους.