Μέρος Πρώτο.

Ορισμένα εισαγωγικά σχόλια.

Ο George Caffentzis έχει εκθέσει τη θεώρησή του για την οικονομική κρίση του 1970 στο κείμενο «The work/energy crisis and the Apocalypse». Πρόκειται για άρθρο του που δημοσιεύθηκε το 1980 στο περιοδικό της ομάδας «Midnight Notes Collective» (τ. 1, αρ. 2) και έχει πρόσφατα αναδημοσιευθεί στη συλλογή κειμένων του In letters of blood and fire: work, machines and the crisis of capitalism (2013). Θα αποπειραθούμε εδώ να συνοψίσουμε και να σχολιάσουμε τα κύρια σημεία της ανάλυσής του.

Όπως μας εξηγεί στην εισαγωγή της πρόσφατης έκδοσης, το σύνολο των κειμένων είναι προϊόν του περίγυρου εντός του οποίου άκμασε η εν λόγω ομάδα, έχοντας ως επιρροές τα εξής τρία μαρξιστικά ρεύματα. Το νεότερο, τότε, φεμινιστικό ρεύμα υπέρ της αμοιβής της γυναικείας οικιακής εργασίας («Wages for Housework»), τον ιταλικό εργατισμό (workerism, operaismo) και τις εργασίες τού Άγγλου ιστορικού E. P. Thompson.

Μας εξηγεί ακόμη, αναφερόμενος στη μέθοδο που χρησιμοποιεί, ότι κοινό στοιχείο όλων των κειμένων είναι η χρήση των «μαρξιστικών κατηγοριών» με τέτοιο τρόπο ώστε να «εκταθούν» ως προς το περιεχόμενό τους, αλλά χωρίς να «αποξηλωθούν» (σελ. 2)*. Θα λέγαμε ότι εδώ τίθεται ο κεντρικός άξονας της νεο-μαρξιστικής προσέγγισης του Caffentzis. Αφενός, να διασταλούν οι κλασικές έννοιες του ώριμου μαρξικού έργου, διαφεύγοντας του στενού νοήματος που έχουν, π.χ., στον ορθόδοξο μαρξισμό ή στη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Αφετέρου, όμως, να μη διασταλούν τόσο ώστε να ρευστοποιηθεί το περιεχόμενό τους. Θα δούμε στην πορεία σε τί ακριβώς μεταφράζεται μία τέτοια ρευστοποίηση.

Εντός των ίδιων ορίων κινείται γενικότερα και η πλαισίωση των προβληματισμών της ομάδας «Midnight Notes Collective» με την αναβίωση της θεματικής για τους βίαιους τρόπους συσσώρευσης του κεφαλαίου, ιστορικούς αλλά και, προπάντων, συγχρονικούς. Ότι και η θεώρηση του Caffentzis εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο είναι φανερό από την επιλογή του τίτλου «Με γράμματα από αίμα και φωτιά», μίας φράσης που είναι παρμένη από το περίφημο 24ο κεφάλαιο του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου, («Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση»).

Το πρίσμα κάτω από το οποίο θα συνοψίσουμε και θα σχολιάσουμε το κείμενό του για την «ενεργειακή κρίση» είναι αυτό της διασταλτικής χρήσης των μαρξικών εννοιών (εργασία, αξία κ.λπ.). Με άλλα λόγια, δεν μας απασχολεί καθόλου το ζήτημα της –επανάληψης της– πρωταρχικής συσσώρευσης, το οποίο εξάλλου μόνον υπολανθάνει στο συγκεκριμένο άρθρο.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ανάλογες απόπειρες έχουν προηγηθεί από τον ιταλικό εργατισμό και από τη νεότερη φεμινιστική θεωρία. Επειδή, όμως, η θεωρητική σχέση του με το πρώτο ρεύμα είναι μάλλον αμφιλεγόμενη1, εδώ θα αναδείξουμε την επαφή του με το δεύτερο ρεύμα, η επιρροή του οποίου είναι άλλωστε διάχυτη στο κείμενο.

Η νεότερη φεμινιστική θεωρία έθεσε στο επίκεντρο του κοινωνικού προβληματισμού την άμισθη οικοκυρική δραστηριότητα των γυναικών, ως την εργασία που αναπαράγει το εργατικό δυναμικό. Τη διασταλτική ερμηνεία της εργασίας, επιπροσθέτως και ως βιολογικά και κοινωνικά αναπαραγωγικής, ο Caffentzis την ενσωματώνει στη θεώρηση του2, όπως αποτυπώνεται με κομβικό τρόπο και στο υπό εξέταση κείμενο. Ουσιαστικά, πρόκειται για μία από τις παραμέτρους στη βάση των οποίων μπορεί να εξηγηθεί η οικονομική κρίση του 1970 και οι μακροπρόθεσμες συνέπειές της.

Η ενεργειακή κρίση του 1970 ως ακόμη μία περίπτωση «Αποκάλυψης»

Ως ενεργειακή κρίση του 1970 νοείται, καταρχάς, η κατακόρυφη άνοδος των τιμών των προϊόντων ενέργειας (π.χ. του πετρελαίου), από την οποία χρονολογείται τυπικά η επικράτηση του μονεταρισμού στη διαμόρφωση των οικονομικών πολιτικών. Με την ενεργειακή κρίση σχετίζεται και το περιβαλλοντολογικό ζήτημα, το οποίο εισέρχεται έκτοτε μόνιμα στην ημερήσια διάταξη. Για τον Caffentzis, το περιβαλλοντικό ζήτημα έχει δύο, ξεχωριστές μα αλληλένδετες διαστάσεις. Την εξαντλούμενη ποσότητα των ορυκτών και λοιπών καυσίμων και τις επιβλαβείς, οργανικά και κοινωνικά, συνέπειες της μαζικής (βιομηχανικής και οικιακής) χρήσης των καύσιμων υλικών.

Στη βάση αυτή, η σχετική διένεξη πολώνεται ανάμεσα στους πολέμιους της περιοριστικότητας (antilimitationists) και στους υπέρμαχους της αλληλεπίδρασης (interactionists). Οι πρώτοι διαβλέπουν ένα σημείο μηδέν, εξάντλησης των ενεργειακών πόρων, το οποίο μπορεί να αποφευχθεί μόνο μέσα από τη δοκιμή καινοτόμων τεχνολογιών –ακόμη και αν δεν έχουν εξακριβωθεί οι ευρύτερες επιπτώσεις από την εφαρμογή τους. Οι δεύτεροι διαβλέπουν μια ανεπανόρθωτη διατάραξη του φυσικού περιβάλλοντος, την οποία θα μπορούσε μόνο να επισπεύσει μία τέτοια εφαρμογή αδοκίμαστων τεχνολογιών. Το κοινό στοιχείο τους είναι ότι προβλέπουν ένα έσχατο σημείο καταστροφής ή «Αποκάλυψης» (Apocalypse). Οι μεν σκιαγραφούν εικόνες «κοινωνικής αναρχίας», εξαιτίας γενικευμένων συγκρούσεων για τους εξαντλούμενους ενεργειακούς πόρους, οι δε «φυσικής αναρχίας», οφειλόμενης στη διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας.

Ο Caffentzis υποστηρίζει ότι το στοιχείο της «Αποκάλυψης» είναι διαχρονικό στον τρόπο που το κεφάλαιο3 κάνει προβολές στο μέλλον. Μπορεί, δε, να ανευρεθεί στις καταστροφολογικές διαστάσεις που ενυπάρχουν σε κάθε μεγάλη φυσική κοσμοαντίληψη, η οποία είναι η επικρατούσα σε καθεμία από τις ιστορικές φάσεις του καπιταλισμού. Έτσι, το νευτώνειο ηλιακό σύστημα κινδυνεύει, σύμφωνα με τον εισηγητή του, από τις μικρές αποκλίσεις στις περιστροφές των πλανητών, οι οποίες, αθροιζόμενες συν τω χρόνω, μπορούν να τους θέσουν εκτός τροχιάς· για τον λόγο αυτό, επινοείται ο ρόλος του Θεού ως μέγα ωρολογοποιού και επιδιορθωτή του πλανητικού συστήματος. Σύμφωνα με τον Caffentzis, η νευτώνεια φυσική κοσμοαντίληψη σχετίζεται με τον τρόπο που ο πρώιμος καπιταλισμός ορίζει τον χρόνο εργασίας:

Στη νευτώνεια περίοδο, το κύριο μέλημα του κεφαλαίου είναι η κανονικοποίηση του χρόνου ως προϋπόθεση για την επέκταση της εργάσιμης ημέρας. Ο μεσαιωνικός χρόνος παραγωγής ήταν περιστροφικός και η μετάβαση από τη δουλειά στην «ανάπαυση» καθοριζόταν από «αιώνιες» εποχικές και ημερήσιες διχοτομήσεις. Το καλοκαίρι και η ημέρα δεν γινόταν να διασταλούν· ούτε και ο χειμώνας και η νύχτα μπορούσαν να συρρικνωθούν κατά βούληση. Ο Νεύτωνας και οι συνάδελφοί του μηχανικοί τού «αιώνα των ιδιοφυιών» έπρεπε να δημιουργήσουν έναν μη γήινο εργάσιμο χρόνο, ο οποίος να είναι ο ίδιος το χειμώνα και το καλοκαίρι, τη νύχτα και την ημέρα, επί γης όπως και στα ουράνια. Δίχως αυτόν τον μετασχηματισμό του χρόνου, θα ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς την επέκταση της εργασίας ημέρας, πολλώ δε μάλλον την επιβολή της «με αίμα και φωτιά» (σελ. 13).

Παρόμοιες αντιστοιχίες υπάρχουν ανάμεσα στο σύστημα της θερμοδυναμικής και στην αναδιοργάνωση του κεφαλαίου, καθώς εισέρχεται στην πιο ώριμη φάση του. Με παρεμφερή τρόπο, η απεικόνιση του φυσικού κόσμου μέσω της θερμοδυναμικής περιέχει μία καταστροφολογική διάσταση. Πρόκειται για το φαινόμενο της εντροπίας, το οποίο σημαίνει ότι σε ένα κλειστό θερμοδυναμικό σύστημα μειώνεται διαρκώς η ενέργεια που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή έργου (εξού και δεν μπορεί να υπάρξει ένα μηχανικό αεικίνητο, μια διαχρονική φαντασίωση του κεφαλαίου).

Ο εντοπισμός από τον Caffentzis τέτοιων αντιστοιχιών μεταξύ φυσικής επιστήμης και καπιταλιστικής οικονομίας θέτει το ερώτημα πώς γίνονται κατανοητές αυτές οι συσχετίσεις. Πρόκειται για αναλογίες ή για μια αιτιώδη σχέση; Η υποτιθέμενη αιτιώδης σχέση είναι ευθύγραμμη ή αμφίδρομη; Δηλαδή, η φυσική επιστήμη λειτουργεί χοντροκομμένα ως ιδεολογικό, παραμορφωτικό πρίσμα του κεφαλαίου; Ή, αντίθετα, συνυπάρχουν σε έναν κοινό νοηματικό τόπο, ο οποίος καθορίζεται από την ιστορικότητα του καπιταλισμού; Το παρακάτω απόσπασμα παρουσιάζει την άποψη του Caffentzis επί του θέματος:

Οι Αποκαλύψεις εκ μέρους του Νεύτωνα και του Κλαούζιους δεν έχουν απλώς αναλογικές συνδέσεις με τις κρίσεις του κεφαλαίου στις αντίστοιχες εποχές τους. Οι θεωρίες από τις οποίες προέρχονται αυτές οι Αποκαλύψεις δεν έχουν μόνο τυχαία ή ιδεολογική σχέση με τη συγκαιρινή, εν εξελίξει οργάνωση της εργασίας. Οι καπιταλιστικές κρίσεις προκύπτουν από την άρνηση της εργασίας. Έτσι, σε καιρούς κρίσης, καθίστανται επιτακτικές νέες αναλύσεις για την εργασία αλλά και νέα σχήματα για την υπερπήδηση των αντιστάσεων προς αυτή. Στο αυτό το πλαίσιο, η φυσική δεν έχει ξεχωριστό περιεχόμενο, αντιθέτως παρέχει καθορισμένες αναλύσεις για την εργασία και νέα σχέδια για την οργάνωσή της. Τα «μοντέλα» της μπορεί να μοιάζουν αφηρημένα, αλλά σχετίζονται ευθέως με την εργασιακή διαδικασία (σελ. 15).

Το ζήτημα, βέβαια, δεν εξαντλείται στην οργάνωση της εργασίας. Υπάρχουν και άλλες λειτουργίες που επιτελεί μια εσχατολογική «Αποκάλυψη», προερχόμενη από την επιστημονική αντίληψη του φυσικού κόσμου. «Δεν χρησιμεύει μόνο ως παράμετρος στην εν εξελίξει διαδικασία εργασιακής οργάνωσης και πειραματισμού, αλλά και ως υπενθύμιση και απειλή: υπενθύμιση, διότι ο έλεγχος του κεφαλαίου είναι εξαρτημένος και ανά πάσα στιγμή υπάρχουν επαναστατικές δυνατότητες· απειλή, διότι αποπειράται να παρουσιάσει την καταστροφή τού κεφαλαίου ως συμπαντική καταστροφή» (σελ. 15).

Ερχόμενοι στην πραγματικότητα του τελευταίου τετάρτου του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, το πρόβλημα είναι όχι ότι πρόκειται έκτοτε να επινοηθεί εκ του μηδενός ένα περιβαλλοντικό ζήτημα, το οποίο δεν υπάρχει –όπως θα το ήθελαν οι σύγχρονοι αρνητές του– αλλά ότι συσκοτίζονται οι πραγματικές του αιτίες, οι οποίες άπτονται της καπιταλιστικής οικονομίας. Με άλλα λόγια, και οι δύο πόλοι της δημόσιας συζήτησης για το περιβάλλον και τους ενεργειακούς πόρους αποκόβουν τη σχετική συζήτηση από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας και την θέτουν αποκλειστικά με όρους φύσης και βιομηχανικής οικονομίας. Και πάλι με τα λόγια του Caffentzis: «όπως και οι προφήτες των Αποκαλύψεων του παρελθόντος, αντικρίζουν το πρόβλημά τους στη Φύση. Από τη μια μεριά, το καθαρό όριο των ενεργειακών υλικών και, από την άλλη, η ‘οικολογική’ καταστροφή, που προκαλείται από τη βιομηχανική ανάπτυξη. Θέτουν αξιωματικά ένα όριο είτε στη φυσική ‘εισροή’ (καύσιμα) είτε στην ‘εκροή’ πάνω στη φύση (ρύπανση)» (σελ. 19). Ωστόσο, αυτό που λαμβάνει χώρα πίσω από αυτές τις επιφανειακές αλλαγές είναι η εκ βάθρων ανατροπή του κεϋνσιανού μοντέλου διευθέτησης της σχέσης κράτους, οικονομίας, κοινωνίας.

Ποια είναι, όμως, ακριβώς η ουσία της κεϋνσιανής διευθέτησης και πώς αυτή ανατρέπεται τη δεκαετία του 1970, σύμφωνα με τον Caffentzis; Ακόμη, γιατί η ανατροπή της ενδύεται τον μανδύα τής ενεργειακής κρίσης και τι στην πραγματικότητα σημαίνει η τελευταία για την υπερενδυνάμωση του κεφαλαίου στη σχέση του προς την εργασία;

Πίσω από την «Αποκάλυψη» της ενεργειακής κρίσης: η ανατροπή του κεϋνσιανού μοντέλου και η μεγέθυνση του ενεργειακού τομέα.

Ζητείται να εξηγηθεί η κεϋνσιανή κοινωνική ειρήνη και πρωτίστως ο αγαθός κύκλος ταυτόχρονης αύξησης της παραγωγικότητας, της κερδοφορίας και των μισθών. Για τον σκοπό αυτό, ο Caffentzis κάνει μία πρωτότυπη ανάλυση της θεώρησης του John M. Keynes σχετικά με τον ρόλο των προσδοκιών (expectations) στην οικονομική συμπεριφορά.

Απαριθμεί τρία είδη προσδοκιών. (1) Προσδοκίες που διαμορφώνονται αποκλειστικά στη βάση παρελθουσών δεδομένων, π.χ. των εσόδων των ανταγωνιστών του μεμονωμένου καπιταλιστή. (2) Προσδοκίες για τις οποίες δεν αρκεί η εξέταση των δεδομένων του παρελθόντος, γιατί προσανατολίζονται σε στρατηγικές κινήσεις των αντιπάλων. Επ’ αυτού υπάρχει ένα γνωστό παράδειγμα του ίδιου του Keynes, από το έργο Γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος (1935). Σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς η πρόβλεψη του επικρατέστερου υποψηφίου προσανατολίζεται σε υποθέσεις για τις προσδοκίες των άλλων: «Δεν πρόκειται για την περίπτωση στην οποία διαλέγει κανείς, κρίνοντας κατά το καλύτερο δυνατόν, εκείνα [τα πρόσωπα] που είναι πράγματι τα ομορφότερα, ούτε καν εκείνα τα οποία ο μέσος όρος γνωμών θεωρεί τα ομορφότερα. Έχουμε φτάσει σε έναν τρίτο βαθμό, όπου η σκέψη μας αφιερώνεται στο να προβλέψουμε τι προσδοκά ο μέρος όρος γνωμών ότι θα είναι ο μέσος όρος γνωμών»4. Το παράδειγμα του Keynes αφορά κατεξοχήν τις συναλλαγές στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο Caffentzis, όμως, το γενικεύει, ούτως ώστε να ισχύει για κάθε οικονομική ενέργεια που ενέχει διακινδύνευση ή, απλούστερα, ρίσκο (risk). Παρά την περιπλοκότητα που γεννάται, εύλογες προβλέψεις μπορούν να γίνουν και σε αυτές τις περιπτώσεις, ιδίως μέσα από τη χρήση σύγχρονων οικονομικών τεχνικών (π.χ. θεωρία παιγνίων). Το απολύτως μη υπολογίσιμο είναι το τρίτο είδος προσδοκιών. (3) Προσδοκίες που προκύπτουν από τη «ζωώδη διάθεση» (animal spirits), η οποία αναπτύσσεται στην οικονομία της αγοράς από τους καπιταλιστές επιχειρηματίες, ως ταυτόσημη μίας «αυθόρμητης παρώθησης προς τη δράση παρά την αδράνεια».

Για τον Caffentzis, η μείζων συμβολή του Keynes στη διάσωση του καπιταλισμού, ο οποίος απειλήθηκε να τερματιστεί από έναν παγκόσμιο πόλεμο, τον διεθνή αντίκτυπο της οκτωβριανής επανάστασης και την κρίση του μεσοπολέμου, είναι ότι έστεψε τη «ζωώδη διάθεση» της τάξης των καπιταλιστών από τα ρίσκα στην παραγωγή (διακυμάνσεις τιμών, τεχνολογικές καινοτομίες, ανακαλύψεις μεταλλευμάτων κ.ά.) στα ρίσκα που σχετίζονται με την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, όπως αυτά που αφορούν τη σταθεροποίηση της εργασιακής ηθικής, την κατάρτιση, τις εργασιακές συνήθειες κ.λπ. Για να ελαχιστοποιηθούν αυτά τα ρίσκα, εκτός από τον κρατικό μακροοικονομικό παρεμβατισμό, έπρεπε να διαταχθεί με ορισμένο τρόπο η δομή της εργατικής οικογένειας. Ζητούμενο ήταν ένας τρόπος συμβατός με το φορντικό εργοστάσιο, το οποίο τεχνικά είναι δομημένο πάνω στη γραμμή συναρμολόγησης (assemble line) και εργασιακά στηρίζεται στη σταθερή πλήρη απασχόληση ενός ημι-ειδικευμένου εργατικού δυναμικού αρρένων. Έτσι, υποστύλωμα της κοινωνικής αναπαραγωγής καθίσταται η σύζυγος-νοικοκυρά. Το παρακάτω απόσπασμα αξίζει να παρατεθεί στο σύνολό του, γιατί συμπυκνώνει την αντίληψη του Caffentzis.

Η εργασιακή δύναμη δεν πρέπει μόνο να παράγεται, αλλά και να αναπαράγεται. Η νοικοκυρά γίνεται ο ρυθμιστής του εργάτη της γραμμής παραγωγής των κεϋνισανών εξισώσεων. Συμβατικά, η νοικοκυρά λογίζεται ως καταναλωτής, αλλά οι σχεδιαστές [των μέτρων κατά] της Ύφεσης [του 1929] ενδιαφέρονται περισσότερο για αυτήν ως τον παραγωγό ενός ‘πολύ ιδιαίτερου εμπορεύματος’, της διαθεσιμότητας προς εργασία του εργοστασιακού εργάτη. Τούτο, όμως, απαιτεί ένα κεφάλαιο, ένα σπιτικό. Αυτό είναι ακριβώς το κεφάλαιο που αποσαρθρωνόταν στη διάρκεια της Ύφεσης, καθώς όλο και περισσότερες γυναίκες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους, χώριζαν και γενικά ‘τα παρατούσαν’. Οι κεϋνσιανοί διέβλεψαν ότι κανένας υψηλής εντατικοποίησης εργάτης της γραμμής παραγωγής δεν θα εργαζόταν ή δεν θα επέστρεφε στη δουλειά του δίχως μια εξίσου υψηλής εντατικοποίησης αναπαραγωγική διαδικασία.

Η γραμμή συναρμολόγησης είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις ατομικές παραλλαγές του εργασιακού ρυθμού: ο ρυθμός πρέπει να διατηρείται και μετά το πέρας της εργασίας. Τα τακτικά γεύματα, οι τακτικές συνουσίες και οι τακτικές κενώσεις είναι ουσιώδεις για την επιτάχυνση της εργασιακής δύναμης και του κεφαλαίου στις εγκαταστάσεις σφυρηλάτησης. Όχι μόνο έπρεπε να ‘κατατροπωθεί’ η ανεργία, αλλά έπρεπε και να κεφαλαιοποιηθεί ο πραγματικός μισθός, τον οποίο η εργατική τάξη είχε ‘προασπιστεί’ στη διάρκεια των πιο ακραίων ετών της Ύφεσης και μετέπειτα τον είχε επιβάλει. Αν οι μισθολογικές αυξήσεις μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να κεφαλαιοποιηθεί το σπιτικό, τούτο εν τέλει θα αύξανε την παραγωγικότητα της εργασίας, και έτσι θα αυξανόταν το κέρδος. Εδώ βρίσκεται το θεμέλιο της ταξικής συμφωνίας: χαρούμενοι εργαζόμενοι, χαρούμενο κεφάλαιο και επέλευση συμβιβασμού! Το κεϋνσιανό σύστημα εξισορροπείται λεπτά πάνω στη συμβίωση σπιτικού και εργοστασίου […]. (σελ. 25).

Σε αυτές τις συνθήκες οι κλασικοί κρατικοί θεσμοί, προνοιακοί και μη, δηλαδή τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι φυλακές, ο στρατός κ.λπ., λειτουργούν ως «συμπληρώματα» της άμισθης οικοκυρικής εργασίας των γυναικών εντός της εργατικής οικίας. «Παίρνουν τον έλεγχο όταν η γυναίκα αποτυγχάνει ή αποπερατώνουν την εργασία της και την τυποποιούν» (σελ. 42). Με τη σειρά τους, οι θεσμοί συμμετοχής εκπροσώπων τής εργατικής τάξης στην πολιτική και κοινωνική ζωή (σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, συνδικάτα) εγγυώνται τη συνεχή άνοδο της αποδοτικότητας της βιομηχανικής εργασίας.

Σταδιακά, όμως, η ειδυλλιακή αυτή κατάσταση αρχίζει να υπομονεύεται. Εν μέρει λόγω της ίδιας της τής επιτυχίας και εν μέρει εξαιτίας της νέας τροπής των κοινωνικών διεκδικήσεων. Από τη μια μεριά, το γενικευμένο κλίμα οικονομικής σταθερότητας μειώνει μεν την αβεβαιότητα, αλλά με αυτόν τον τρόπο γεννά μία «ατολμία» ως προς τις επενδύσεις του κεφαλαίου, πράγμα που αποτυπώνεται στα σταθερά χαμηλά ή μειούμενα επιτόκια. Συνυπολογίζοντας εδώ την αυξημένη φορολογία επί των επιχειρήσεων και των υψηλών εισοδημάτων, το αποτέλεσμα είναι να αρχίσει να φθίνει, σε σχετικούς όρους, η συμμετοχή του κεφαλαίου στο εθνικό εισόδημα, που βέβαια εξακολουθεί να μεγεθύνεται χάρη στη συνέχιση της ανόδου της παραγωγικότητας της οικονομίας.

Από την άλλη μεριά, στην οποία επικεντρώνεται η ανάλυση του Caffentzis, τα νέα κοινωνικά κινήματα στα όψιμα χρόνια της δεκαετίας του 1960, όπως παραδειγματικά εμφανίζονται στις ΗΠΑ, δηλαδή τα κινήματα των γυναικών, των μαύρων και της νεολαίας, θέτουν υπό ριζική αμφισβήτηση το κεϋνσιανό κύκλωμα εργοστασίου-οικίας. Αρθρώνουν έναν λόγο «άρνησης της εργασίας». Τον απευθύνουν, δε, σε όλο το εύρος της κοινωνικής κλίμακας, από το μάκρο- έως το μίκρο-επίπεδο: «η διαδικασία που εξασφάλιζε έναν πληθυσμό δεκτικό στις μεγάλης κλίμακας σχέσεις μισθών, κερδών και παραγωγικότητας, καθώς και στις μικροσχέσεις του έρωτα, της απασχόλησης, της πειθαρχίας και ενός ήρεμου θανάτου, περιήλθε σε κρίση» (σελ. 22). Επίσης, πρόκειται για μία κοινωνική κινητοποίηση που παρακάμπτει τους προαναφερθέντες, καθιερωμένους συμμετοχικούς θεσμούς: «Προνοιακές διεκδικήσεις, εξεγέρσεις στα γκέτο, απροσχεδίαστες στάσεις, καταλήψεις εργοστασίων και μια γενική κατάρρευση της ‘πειθαρχίας’ από τον στρατό έως τα πανεπιστήμια (αντανακλούσα τη ‘διαταραχή’ των οικογενειακών και σεξουαλικών σχέσεων), όλα αυτά κινήθηκαν εκτός της τροχιάς των διαδρόμων της συνδικαλιστικής διαχείρισης και των κενών συζητήσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών» (σελ. 35). Τελευταία καθοριστική διάσταση της νέας κατάστασης είναι η καταπραϋντική απάντηση του κράτους μέσα από την αύξηση των κάθε λογής μεταβιβαστικών πληρωμών. Η αύξηση αυτή προστίθεται στην ήδη διογκωμένη σε βάρος του κεφαλαίου φορολογία και επιτείνει έτσι τη διπλή μέγγενη της φορολόγησης και της επενδυτικής «ατολμίας».

Ότι τα εν λόγω κοινωνικά κινήματα αμφισβητούν την εργασιακή πειθαρχία είναι ένα γεγονός το οποίο, όπως αναφέρει και ο Caffentzis, καταγγέλλεται εκείνη την περίοδο από τον συντηρητικό Τύπο και τους συστημικούς δημοσιολόγους ως αιτία της οικονομικής κρίσης. Θα προσθέταμε ότι, σε μια πιο επεξεργασμένη μορφή, η άποψη αυτή ανευρίσκεται στον Daniel Bell, τον κοινωνιολόγο που εισήγαγε τον όρο «μετα-βιομηχανική κοινωνία». Εντός των εγχώριων τειχών, ο Γιάννης Βούλγαρης έχει εκλάβει την αντίληψη του Bell ως πρότυπο μίας ηθικού είδους συντηρητικής κριτικής στον κεϋνσιανισμό. Κατά τον ίδιο, το επιχείρημα του Bell είναι, χοντρικά, ότι η συνεχής ενίσχυση της κατανάλωσης του εργατικού νοικοκυριού επέφερε την αποθέωση του καταναλωτικού ηδονισμού, πράγμα που υπέσκαψε την ασκητική εργασιακή ηθική, η οποία είχε υπάρξει το αναγκαίο ηθικό θεμέλιο του καπιταλισμού στην περίοδο της γέννησής του. Υπάρχει, λοιπόν, εδώ μία υποψία, την οποία απλώς σημειώνουμε, μήπως η αναφορά του Caffentzis στην «άρνηση της εργασίας» εκ μέρους των νέων κοινωνικών κινημάτων διολισθαίνει, άθελά της, έστω και από αριστερόστροφη πορεία, σε μία τέτοια λογική. Ότι, δηλαδή, η κρίση οφείλεται στην υπονόμευση της παραγωγικότητας από τον καταναλωτικό ηδονισμό.

Βέβαια, για να είμαστε ακριβείς, δηλώνει ρητά ότι η κρίση του 1970 δεν είναι επ’ ουδενί κρίση παραγωγικότητας, υπολογίζοντας την τελευταία ως τον λόγο του παραγόμενου έργου ανά εργατοώρα. Άρα, απορρίπτεται εξαρχής η νεοφιλελεύθερη εξήγηση, ότι επήλθε μία κατάσταση όπου, εξαιτίας αγκυλώσεων στην αγορά εργασίας (κατώτατοι μισθοί, συνδικαλιστική προστασία κ.λπ.), ο μισθός υπερέβη την αποδοτικότητα της εργασίας.

Εν μέσω της ανωτέρω κατάστασης, δηλαδή της αλλαγής του ταξικού σχηματισμού υπέρ των εργαζομένων και της διατύπωσης προωθημένων κοινωνικών αιτημάτων από τις προαναφερθείσες, μέχρι πρότινος αποκλεισμένες ομάδες5, λαμβάνει χώρα ο αναπροσδιορισμός της «στρατηγικής» του κεφαλαίου, ο οποίος είναι αυτός που θα παρουσιαστεί ως ενεργειακή κρίση, δίκην «Αποκάλυψης». Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι μια μεγάλη στροφή των κεφαλαιουχικών επενδύσεων από τη βιομηχανία του δευτερογενή τομέα στον τομέα των ενεργειακών εμπορευμάτων. Το αποτέλεσμα είναι η άνοδος της αυτοματοποίησης. Διότι, από τεχνική άποψη, ο τομέας της ενέργειας, π.χ. ένα πυρηνικό εργοστάσιο, λειτουργεί με μεγάλες αυτοματοποιημένες πάγιες εγκαταστάσεις, οι οποίες συνδυάζονται με συγκριτικά πολύ μικρό αριθμό εργαζομένων και δη απασχολούμενων κυρίως στον σχεδιασμό και την παρακολούθηση των αυτόματων διαδικασιών παραγωγής, δηλαδή σε διανοητικές παρά χειρωνακτικές εργασίες6. Παράλληλα επέρχεται η σχετική υποχώρηση της βαρύτητας του μεταποιητικού τομέα στο εγχώριο προϊόν των δυτικών μητροπολιτικών κέντρων. Πράγμα που έχει έκτοτε αποκαλεστεί κοινώς αποβιομηχανοποίηση.

Η εξήγηση του Caffentzis γεννά ένα τριπλό ερώτημα. Με τη διαλεύκανσή του θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος. Τα ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν είναι τα ακόλουθα.

Γιατί αυτή η μεταστροφή των κεφαλαιουχικών επενδύσεων συνιστά μια επιτυχημένη στρατηγική του κεφαλαίου;

Επίσης, πώς είναι δυνατό κάτι τέτοιο όχι μόνο να ενδυναμώσει την τάξη των καπιταλιστών έναντι των εργαζομένων αλλά και να αποκαταστήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου; Με δεδομένο πως, σύμφωνα με το μαρξικό πλαίσιο της ανάλυσης του Caffentzis, όσο αυξάνεται η αυτοματοποίηση τόσο πέφτει το ποσοστό κέρδους. Τούτο γιατί είναι αξιωματικά δοσμένο –αν και εμπειρικά επιβεβαιώσιμο– ότι οι μηχανές δεν παράγουν νέα ανταλλακτική αξία, μόνο μεταφέρεται η ανταλλακτική αξία τους στην αξία του τελικού προϊόντος. Για τους εξοικειωμένους κάπως με το ώριμο μαρξικό έργο η τελευταία παραδοχή αποτελεί μια άλλη όψη της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Της θέσης, δηλαδή, ότι η ανθρώπινη εργασία είναι η πηγή και το μέτρο της αξίας του παραγόμενου πλούτου.

Τέλος, πώς εμπλέκονται οι αγώνες των γυναικών σε αυτόν τον μετασχηματισμό της οικονομίας, ο οποίος λαμβάνει και παγκόσμιες διαστάσεις;

*Οι μεταφράσεις όρων και παραθεμάτων από το κείμενο του Caffentzis είναι του υπογράφοντος, με αρίθμηση σελίδας της έκδοσης του 2013.

1Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο «The end of work or the renaissance of slavery? A critique of Rifkin and Negri» (1998).

2Τη θεωρεί προχώρημα έναντι της μαρξικής προσέγγισης, όπου η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης περιορίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση μέσων συντήρησης και παραγνωρίζει τις πρακτικές δραστηριότητες που απαιτούνται για να συντελεστεί η αναπαραγωγή, δηλαδή η συντήρηση του υφιστάμενου εργατικού δυναμικού και η δημιουργία μιας νέας γενιάς εργατών.

3Αυτή η χρήση του όρου κεφάλαιο ως ενιαίο υποκείμενο, που απαντάται σε όλο το κείμενο, γιατί κρίνεται μάλλον προτιμότερη από την αναφορά στην τάξη των καπιταλιστών, φαίνεται να υποδηλώνει την εγγενή λογική του κεφαλαίου σε διάκριση από την πρακτική δράση των καπιταλιστών, μέσω της οποίας πραγματώνεται, συγκρουσιακά έως και αντιφατικά, αυτή η λογική. Μία ένσταση θα ήταν ότι υποβαθμίζει τον ανταγωνισμό των καπιταλιστικών συμφερόντων στην αγορά, ο οποίος, παρότι αποτελεί επιφαινόμενο, είναι αναγκαίος για την επενέργεια των κανονικοτήτων που ενυπάρχουν στη λογική του κεφαλαίου. Τη θέση αυτή σχετικά με τη σημασία του ανταγωνισμού έχει αναδείξει τελευταία ο David Harvey.

4Το παράθεμα αυτό και η παρακάτω αναφορά στη «ζωώδη διάθεση» είναι από το κεφάλαιο 12 της Γενικής θεωρίας, «The state of longterm expectation».

5Υποομάδες της εργατικής τάξης, οι οποίες υφίστανται διπλή εκμετάλλευση, δηλαδή και από τις κυρίαρχες κεφαλές (λευκοί, άρρενες κ.λπ.) του εργατικού δυναμικού. Π.χ. οι γυναίκες μέσω της άμισθης οικιακής εργασίας. Ή ο έγχρωμος πληθυσμός εξαιτίας καθεστώτων αποκλεισμού του από την πολιτική συμμετοχή και εκπροσώπηση ή από ευκαιρίες πρόσβασης στην εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση κ.λπ. Για μια ενδιαφέρουσα αντίληψη σχετικά με το πώς ο καπιταλισμός αναδημιουργεί διαρκώς και κατ’ ανάγκη, κόντρα στις φιλελεύθερες εξαγγελίες, θύλακες υποβαθμισμένης εργατικής δύναμης στην αγορά εργασίας μπορείς κανείς να δει το βιβλίο Κοινωνία της εργασίας; του Γερμανού κοινωνιολόγου Claus Offe.

6Με τη διάκριση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας ασχολείται ο Caffentzis στο κείμενο «Marx, Turing machines and the labor of thought» (2000), με αφορμή το κρίσιμο ερώτημα αν η δυνατότητα μηχανοποίησης και της διανοητικής εργασίας, μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της ρομποτοποίησης, αναιρεί τη δημιουργία της αξίας από την ανθρώπινη εργασία. Το τελευταίο ζήτημα το έχει πραγματευτεί εκτεταμένα ήδη στο κείμενο «Why machines cannot create value· or, Marxs theory of machines» (1977). Η ελληνική μετάφραση του τελευταίου επανεκδόθηκε το 2011 (Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα).