Οι Ιρακινοί ψήφισαν χθες στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές, μετά την ήττα του ISIS στα τέλη του 2017. Η συμμετοχή κινήθηκε πολύ χαμηλά, στο 44,5%, καθώς μεταξύ άλλων υπήρξε αρχικά 24ωρη απαγόρευση της κυκλοφορίας, η οποία ανακλήθηκε μερικώς από τον πρωθυπουργό Haider al-Abadi αργότερα την ίδια ημέρα.
Η πετρελαιοπαραγωγός χώρα δεν έχει καταφέρει ακόμη να βρει σταθερότητα μετά την αμερικανική εισβολή που ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν το 2003, και πολλοί Ιρακινοί δηλώνουν απογοητευμένοι από τους πολιτικούς τους.
Οι δύο βασικές θρησκευτικές κοινότητες, οι σουνίτες και οι σιίτες βρίσκονται σε διαμάχη εδώ και δεκαετίες. Το χάσμα που τους χωρίζει είναι τώρα πιο βαθύ από ποτέ.
Οι φυλετικές διακρίσεις που πυροδότησαν εμφύλιο το 2006 με 2007 αποτελούν ακόμα σημαντική απειλή για την ασφάλεια ενώ οι βασικοί υποστηρικτές της χώρας, η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη βρίσκονται σε διαμάχη ξανά την τελευταία περίοδο.
Ενώ, το μεγαλύτερο μέρος της Μοσούλης, στα βόρεια, έγινε συντρίμμια κατά τη διάρκεια των μαχών εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και θα χρειαστούν δισεκατομμύρια για την ανοικοδόμησή της, την ώρα που η οικονομία είναι σε άσχημη κατάσταση.
Αρκετοί ψηφοφόροι εκφράζουν αμφιβολίες σχετικά με το αν το νέο κοινοβούλιο θα καταφέρει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ιράκ.
«Δεν υπάρχει ασφάλεια, δεν υπάρχουν δουλειές, δεν υπάρχουν υπηρεσίες. Οι υποψήφιοι θέλουν μόνο να ωφελήσουν την τσέπη τους, όχι να βοηθήσουν τους ανθρώπους», δηλώνει ένας ψηφοφόρος στο Al Jazeera.

Οι αναλυτές δεν προβλέπουν κάποια δραματική αλλαγή από τα αποτελέσματα, δεδομένης της πολωμένης κατάστασης στη χώρα. Παρόλα αυτά βλέπουν στις εκλογές ως δημοψήφισμα σε σχέση με τη θητεία του Αλ-Αμπάντ.
Η διαφθορά, η ασφάλεια, η φτώχεια, η επιρροή του Ιράν και το μέλλον των αμερικανικών δυνάμεων που βρίσκονται επί του παρόντος στο Ιράκ (αν και ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους) είναι θέματα που κυριάρχησαν στην πορεία προς τις εκλογές.
Συνολικά 6.990 υποψήφιοι από 87 κόμματα ανταγωνίζονται μεταξύ τους, με 2.011 γυναίκες υποψηφίους (25% ή 83 έδρες), ενώ 9 θέσεις θα διατεθούν σε μειονότητες.

Οι βασικοί αντίπαλοι μπορούν να χωριστούν σε τρεις συμμαχίες: στους Σιϊτες, τους Σουνίτες και τους Κούρδους. Τα σιϊτικά κόμματα έχουν τη μεγαλύτερη επιροή στο Ιράκ από το 2005.
Οι υποψήφιοι που εκλέγονται με βάση τη θέση τους στο κόμμα θα διατελέσουν θητεία διάρκειας τεσσάρων ετών.
Για πρώτη φορά φέτος οι εκλογές διεξάγονται με ένα ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφορίας με σκοπό να μειωθεί να περιστατικά ατασθαλιών και να επιταχυνθεί η διαδικασία καταμέτρησης.
Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν εντός 48 ωρών από τη λήξη των εκλογών, δηλαδή μέχρι αύριο το απόγευμα, σύμφωνα με το ανεξάρτητο όργανο που επιβλέπει τις εκλογές.
Η ασφάλεια είχε αυστηροποιηθεί στο Ιράκ τις ημέρες πριν και κατά τη διάρκεια των εκλογών, καθώς μεταξύ άλλων το ISIS απείλησε ότι θα επιτεθεί σε εκλογικά κέντρα.

Δυσκολίες στην ψηφοφορία

Κατά την ημέρα των εκλογών, η κυκλοφορία απαγορεύθηκε στη Βαγδάτη, τη Μοσούλη και άλλες μεγάλες πόλεις, ενώ περιορισμοί τέθηκαν και στη κυκλοφορία μεταξύ επαρχιών. Από την Παρασκευή, τα αεροδρόμια και οι συνοριακές διαβάσεις έκλεισαν.
Μέχρι το Σάββατο το απόγευμα, λιγότερο από το 20% των κατοίκων της πρωτεύουσας, της Βαγδάτης, εμφανίστηκαν να ψηφίσουν, σύμφωνα με την Ανώτατη Εκλογική Επιτροπή του Ιράκ (IHEC).
Σχολιάζοντας την φαινομενικά χαμηλή συμμετοχή των ψηφοφόρων, ο Renad Mansour, ερευνητής στο think-tank του Ηνωμένου Βασιλείου Chatham House, δήλωσε στο Al Jazeera: “Πολλοί Ιρακινοί, ιδιαίτερα στις περιοχές των Σουνιτών, δεν θεωρούν τις εκλογές ως νόμιμες. Πολλοί μποϊκοτάρουν τις εκλογές καθώς δεν πιστεύουν ότι θα αλλάξουν κάτι. “
Οι κυβερνητικοί περιορισμοί άφησαν τους δρόμους της πρωτεύουσας άδειους κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της ψηφοφορίας. Με τις δημόσιες συγκοινωνίες επίσης απαγορευμένες, μόνο τα οχήματα που ανήκαν σε δυνάμεις ασφαλείας και πολιτικούς είχαν τη δυνατότητα να μετακινηθούν.
“Τα εκλογικά τμήματα ήταν πολύ μακριά από εμάς και χωρίς αυτοκίνητο, ήταν πραγματικά δύσκολο να φτάσουμε στα εκλογικά κέντρα”, δήλωσε στο Αλ Τζαζίρα η Amal, μια νοικοκυρά που ζει στο κέντρο της Βαγδάτης. Η απαγόρευση ανακλήθηκε εν μέρει από τον al-Abadi αργότερα κατά τη διάρκεια της ημέρας, σε μια προσπάθεια βελτίωσης της προσέλευσης.
Εν τω μεταξύ, μόνο 285.000 από τα δύο εκατομμύρια εκτοπισμένων ιρακινών ψήφισε, σύμφωνα με την εκλογική επιτροπή.
Κύριοι υποψήφιοι
Στις εκλογές αυτές αναμετρούνται οι δύο κύριοι σουνιτικοί συνασπισμοί, τέσσερα κουρδικά κόμματα και πέντε βασικές σιιτικές συμμαχίες, από τους οποίους θα επιλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός του Ιράκ. Αυτός ο υποψήφιος, με τη σειρά του, θα καθορίσει την τύχη της εθνικής ενότητας του Ιράκ.
Ο Αλ-Αμπάντι, επικεφαλής του συνασπισμού Nasr (Νίκη), επιδιώκει να διατηρήσει τη θέση του, αλλά αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από τον προκάτοχό του Νούρι αλ Μαλίκι, επικεφαλής του συνασπισμού Dawlat al-Qanun (Κράτος του Νόμου) και της συμμαχίας των υποψηφίων της συμμαχίας Fatah (Πίστη), οι οποίοι έχουν στενούς δεσμούς με τις ισχυρές, κυρίως σιϊτικές, παραστρατιωτικές δυνάμεις.
Επικεφαλής της Φατάχ είναι ο Χάντι αλ-Αμίρι, πρώην υπουργός μεταφορών, ο οποίος έγινε ανώτερος διοικητής των παραστρατιωτικών μαχητών στην πάλη ενάντια στο ISIS. Πολλοί από τους υποψηφίους που περιλαμβάνονται στον κατάλογό του ήταν επίσης παραστρατιωτικοί διοικητές πριν κόψουν τους επίσημους δεσμούς τους με τις δυνάμεις αυτές με σκοπό να βρουν μια θέση στο κοινοβούλιο.
Ο Σιίτης Muqtada al-Sadr που ηγείται του συνασπισμού Sairoon, όπου συμμετέχει και το Ιρακινό Κομμουνιστικό Κόμμα, κατά την προεκλογική του εκστρατεία επικεντρώθηκε κυρίως στην καταπολέμηση της διαφθοράς και τα κοινωνικά ζητήματα.
Τέλος, ο συνασπισμός Hikma (σοφία), που δημιουργήθηκε από τον Amar al-Hakim τον Ιούλιο του 2017, λειτουργεί ως πλατφόρμα με σκοπό να προσελκύσει ένα ηλικιακά νεότερο εκλογικό σώμα από τα παραδοσιακά σιιτικά κόμματα.

Οι ηγέτες των Σουνιτών συνενώθηκαν γύρω από δύο βασικά κόμματα-λίστες, το al-Qarar al-Iraqi, με επικεφαλής τον Οσάμα αλ-Νουζάιφι, έναν από τους τρεις αντιπροέδρους του Ιράκ, και τον αδελφό του, και τη Συμμαχία Wataniya (Εθνική Συμμαχία) που εκπροσωπείται από τον Σαλίμ αλ- Jabouri, το σημερινό Πρόεδρο της Βουλής, και τον Saleh al-Mutlaq, πρώην αναπληρωτή πρωθυπουργό, και πρωθυπουργό υπό την κοσμική συμμαχία Iyad Allawi.

Ψηφοφορία σε κουρδικές περιοχές
Στις κουρδικές περιοχές στα βόρεια, βορειοανατολικά της χώρας – όπου διεξήχθη πέρυσι ένα απαγορευμένο δημοψήφισμα για την απόσχιση της περιοχής- παρατηρήθηκε σχετικά υψηλότερη προσέλευση ψηφοφόρων σε σύγκριση με άλλα μέρη της χώρας.

Μετά το δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου του 2017, ο ιρακινός στρατός πήρε τον έλεγχο αρκετών εδαφών, συμπεριλαμβανομένης της πόλης Kirkuk. Οι εδαφικές απώλειες άφησαν πολλούς Κούρδους απογοητευμένους από τους ηγέτες τους.
Ως αποτέλεσμα, τα δύο κύρια κόμματα που κυριαρχούσαν παραδοσιακά στην τοπική πολιτική σκηνή – το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (KDP) και η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (PUK) – αναμένεται να έχουν απώλειες.
Αντίθετα, οι μικρότερες πολιτικές δυνάμεις όπως το Γκόραν (Αλλαγή), το Κόμμα Δημοκρατίας και Δικαιοσύνης – υπό την ηγεσία του πρώην ανώτερου αξιωματούχου του PUK Barham Saleh – και η Ισλαμική Ομάδα του Κουρδιστάν – επίσης γνωστή ως Κομάλκ υπό την ηγεσία του Ali Bapir -αναμένεται να ισχυροποιηθούν σημαντικά.

H επόμενη ημέρα
Σύμφωνα με το Al Jazeera, καμία ομάδα δεν αναμένεται να μπορέσει να κερδίσει τον απαιτούμενο αριθμό των 165 εδρών για να σχηματίσει κυβέρνηση. Όπως φαίνεται θα σχηματιστούν συμμαχίες με την υποστήριξη των μικρότερων κομμάτων. Η διαδικασία επιλογής του επόμενου πρωθυπουργού αναμένεται να διαρκέσει μήνες και πιθανότατα να οδηγήσει σε διασπορά εξουσίας στα διάφορα πολιτικά κόμματα με αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα.
Μέχρι να επιλεγεί ένας νέος πρωθυπουργός, ο al-Abadi θα παραμείνει στην εξουσία, διατηρώντας όλες τις εξουσίες του.
Η πολιτική εξουσία στο Ιράκ είναι κατά παράδοση διαμοιρασμένη στις θέσεις του πρωθυπουργού, του προέδρου και του προέδρου του κοινοβουλίου.
Από τις πρώτες εκλογές που ακολούθησαν την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, η σιϊτική πλειοψηφία κατείχε τη θέση του πρωθυπουργού, ενώ οι Κούρδοι κατείχαν την προεδρία και οι Σουνίτες είχαν τη θέση του προέδρου του κοινοβουλίου.
Αλλά με την αστάθεια στην κουρδική περιοχή του Ιράκ μετά το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας το 2017, οι Κούρδοι έχουν χωριστεί και είναι απίθανο να έχουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό της νέας κυβέρνησης.
Το σύνταγμα θέτει μια ποσόστωση για την εκπροσώπηση των γυναικών. Τουλάχιστον το ένα τέταρτο των μελών του κοινοβουλίου πρέπει να είναι γυναίκες.

Μόλις τα αποτελέσματα των εκλογών επικυρωθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ιράκ, το κοινοβούλιο καλείται να συνεδριάσει εντός 15 ημερών.
Το μεγαλύτερο μέλος του θα προεδρεύει της πρώτης συνεδρίασης, κατά τη διάρκεια της οποίας θα εκλεγεί o πρόεδρος της βουλής. Το Κοινοβούλιο πρέπει στη συνέχεια να εκλέξει πρόεδρο με πλειοψηφία δύο τρίτων εντός 30 ημερών από την πρώτη του συνεδρίαση.
Ο πρόεδρος καλεί ένα μέλος από το μεγαλύτερο κομματικό σχηματισμό στο κοινοβούλιο – τον ορισθέντα πρωθυπουργό – για να σχηματίσει ένα υπουργικό συμβούλιο εντός 30 ημερών. Εάν αποτύχει αυτό το άτομο, ο πρόεδρος πρέπει να ορίσει νέο πρόσωπο για τη θέση του πρωθυπουργού.
Στο παρελθόν, η διαμόρφωση μιας κυβέρνησης έχει διαρκέσει έως και οκτώ μήνες. Το 2005, οι ισχυρισμοί για νοθεία καθυστέρησαν την επικύρωση των αποτελεσμάτων των εκλογών για εβδομάδες.
Οι ειδικοί αναλυτές θεωρούν ότι ο al-Abadi μπορεί να κερδίσει μια δεύτερη θητεία, αλλά θεωρούν ότι οι περισσότεροι από τους κύριους σιϊτικούς συνασπισμούς θα εκπροσωπηθούν στην κυβέρνηση.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον συνασπισμό Fatah του Al-Amiri, ο οποίος έχει πιο στενούς δεσμούς με το Ιράν από το Nasr. Το Ιράν αποτελεί μια χώρα που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική των Σιιτών στο Ιράκ.
ISIS, ΗΠΑ, Ιράν
Στη Βαγδάτη ορισμένοι σουνίτες ψηφοφόροι εξέφρασαν την ελπίδα ότι οι εκλογές θα βοηθήσουν το Ιράκ να προχωρήσει πέρα από την πολιτική των δογμάτων, ώστε να γίνει πιο ανοικτή σε όλους.
“Ψήφισα νέους ανθρώπους να μπουν στην κυβέρνηση”, δήλωσε στο Al Jazeera ο Haitham Hasballah, από τη γειτονιά Μανσούρια της πρωτεύουσας . “Η πολιτική κατάσταση στο Ιράκ έχει πάει από το κακό στο χειρότερο, οπότε χρειαζόμαστε σίγουρα νέα πρόσωπα”.
Ωστόσο, άλλοι στο κέντρο της Βαγδάτης δήλωσαν ότι ψήφισαν τον αλ-Αμπάντι, κυρίως λόγω της στρατιωτικής νίκης κατά του ISIS.
Όταν το ISIS υπερέβη σχεδόν το ένα τρίτο της έκτασης του Ιράκ, το καλοκαίρι του 2014, ξεκίνησαν κύματα βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας με στόχο πολίτες στη Βαγδάτη και σε άλλες περιοχές της χώρας που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης.
Με την υποστήριξη ενός συνασπισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, αλλά και του Ιράν, διεξήχθη ένας σφοδρός πόλεμος εναντίον των μαχητών του ISIS, με τον al-Abadi να ανακοινώνει στο τέλος την ήττα του ISIS, τον Δεκέμβριο του 2017.
Παρά τα στρατιωτικά επιτεύγματα του Αλ-Αμπάντι, το Ιράκ συνεχίζει να ταλανίζεται από την οικονομική ύφεση που προκάλεσαν κυρίως η πτώση των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου, η εδραιωμένη διαφθορά και τα χρόνια των πολιτικών αδιεξόδων.
Ο πόλεμος οδήγησε περισσότερους από δύο εκατομμύρια Ιρακινούς, κυρίως σουνίτες, μακριά από τα σπίτια τους, ενώ πολλές πόλεις και χωριά υπέστησαν μεγάλες καταστροφες. Η αποκατάσταση των υποδομών στις επαρχίες Anbar και Nineveh, τις δύο μεγάλες σουνιτικές περιοχές, θα κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Τέλος, οι εκλογές έρχονται σε μια κρίσιμη συγκυρία στις σχέσεις του Ιράκ με το Ιράν και τις ΗΠΑ. Και οι δύο χώρες είναι σύμμαχοι της ιρακινής κυβέρνησης, αλλά οι διμερείς τους σχέσεις βαδίζουν σε τεντωμένο σχοινί, σε μια περιοχή που εδώ και 15 χρόνια μαστίζεται από τις κτηνωδίες των πολέμων.