Λόγω της φύσης του Διατλαντικού Εμπορίου Δούλων και των πρακτικών των Αμερικανών ιδιοκτητών σκλάβων, οι υποδουλωμένοι Αφρικανοί που μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ έχασαν μεγάλο μέρος της σχέσης τους με τους πολιτισμούς της Δυτικής Αφρικής από όπου και προέρχονταν.

Ο Cudjo Kossola Lewis, ο τελευταίος γνωστός επιζών του Διατλαντικού Εμπορίου Δούλων, γεφυρώνει αυτό το χάσμα, συνδέοντας τον παραδοσιακό αφρικάνικο πολιτισμό με την πραγματικότητα της ζωής των σκλάβων. Στην πορεία, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δεκαετίας του ’30, έγινε σύμβολο της δουλείας ανάμεσα σε κύκλους συγγραφέων και ακαδημαϊκών που προσπαθούσαν να κατανοήσουν την πλήρη ιστορία του δουλεμπορίου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Cudjo γεννήθηκε το 1840 στην περιοχή Μπαντέ της Δυτικής Αφρικής, η οποία σήμερα είναι έδαφος του Μπενίν. Το όνομα του ήταν “Kossola” και μεγάλωσε σε μια μεγάλη οικογένεια ανάμεσα σε 17 αδέλφια.

Η “Πόρτα Χωρίς Επιστροφή” στο λιμάνι της Ouidah

Την άνοιξη του 1860, η ειρηνική ζωή του Cudjo διακόπτεται όταν τον απαγάγει ο στρατός του Βασιλείου του Dahomey (σημερινό Μπενίν) και τον πουλάει στην Ouidah, ένα λιμάνι της Δυτικής Αφρικής αποκλειστικά για δουλεμπόριο. Eκείνη την περίοδο, η “εισαγωγή” σκλάβων ήταν τυπικά παράνομη στις Ηνωμένες Πολιτείες και για σχεδόν 60 χρόνια, τα βρετανικά και αμερικανικά πλοία είχαν επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό σε όλη την περιοχή γύρω από τη Δυτική Αφρική για να αποτρέψουν την αποστολή δούλων από την ήπειρο.

Ωστόσο, οι δουλέμποροι δεν σταμάτησαν να μεταφέρουν παράνομα σκλάβους στις Η.Π.Α. καθώς το κέρδος που αποκόμιζαν ήταν πολύ μεγάλο. Επιπλέον, εκείνη την περίοδο, όσοι δουλέμποροι κατηγορήθηκαν για πειρατεία απαλλάχθηκαν από τις δικαστικές αρχές, με αποτέλεσμα πολλοί να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν να εισάγουν σκλάβους στις Η.Π.Α. χωρίς συνέπειες.

Ο Cudjo πωλήθηκε στον καπετάνιο William Foster του πλοίου Clotilde, ο οποίος τον μετέφερε μαζί με 115 ακόμα Αφρικανούς άνδρες και γυναίκες στο λιμάνι Μομπάιλ της Αλαμπάμα, όπου και πωλήθηκαν στον επιχειρηματία Timothy Meaher. Το Clotilde ήταν το τελευταίο γνωστό πλοίο που εμπορεύθηκε σκλάβους από την Αφρική στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αστυνομία είχε ειδοποιηθεί για αυτό το παράνομο φορτίο των σκλάβων. Εξέδωσε ένταλμα σύλληψης στον Meaher για “παράνομη κατοχή αιχμαλώτων”, αλλά μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του για να τον συλλάβουν είχε προλάβει να κρύψει τους δούλους και να σβήσει όλα τα ίχνη που τους συνέδεαν με το χώρο.

Στον Meaher ανήκε και μια έκταση γης σε μια περιοχή του Μομπάιλ που περιβάλλεται από βάλτους και είναι εύκολα προσβάσιμη με βάρκα. Εκεί έκρυψε και τους προσφάτως αγορασθέντες δούλους του κατά την έφοδο της αστυνομίας.

Χωρίς τα φυσικά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία βέβαια ήταν οι ίδιοι οι σκλάβοι, η υπόθεση απορρίφθηκε τον Ιανουάριο του 1861 και ο Cudjo και οι συμπατριώτες του αναγκάστηκαν να εργαστούν στους μύλους και τα ναυπηγεία του Meaher ως δούλοι.

O Cudjo Lewis

Ως σκλάβος, του δόθηκε το όνομα “Cudjo” καθώς ο Meaher δεν μπορούσε να προφέρει το κανονικό του όνομα. Ο Cudjo εργάστηκε ως σκλάβος για τέσσερα χρόνια, έως το 1865 οπότε και τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος στις Η.Π.Α. και η δουλεία έγινε παράνομη. Το 1868, όταν εγκρίθηκε η περίφημη 14η τροποποίηση του συντάγματος των Η.Π.Α., η οποία καθιστούσε σχεδόν όλους τους πρώην σκλάβους Αμερικανούς πολίτες. Ο Cudjo και οι υπόλοιποι “επιβάτες” του Clotilde δεν συμπεριλήφθηκαν στους ευνοούμενους καθώς δεν είχαν γεννηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κάποιους μήνες αργότερα ο Cudjo έγινε αμερικανός πολίτης αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο για ίδιο.

Μετά τη λήξη της νόμιμης σκλαβιάς στις Η.Π.Α., ο Cudjo και οι συμπατριώτες του, που είχαν απαχθεί από την Αφρική μόλις πέντε χρόνια νωρίτερα, προσπάθησαν να συγκεντρώσουν χρήματα για το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα τους. 

Ωστόσο, με τις οικονομικές συνθήκες που βίωναν οι πρώην δούλοι στο Νότο, γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι θα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθούν αρκετά χρήματα για την επιστροφή στην πατρίδα τους.

Όπως και πολλοί ελευθερωμένοι δούλοι, έτσι και οι μεταφερθέντες με το Clotilde συνέχισαν να εργάζονται για την οικογένεια που τους είχε προηγουμένως υποδουλώσει, παίρνοντας πενιχρή αμοιβή για τη σκληρή εργασία που προσέφεραν. Ο Cudjo συνέχισε να εργάζεται στο μύλο ξυλείας του Meaher, όπου και τελικά κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να αγοράσει, το 1872, ένα οικόπεδο δύο στρεμμάτων για 100 δολάρια.

Σε αυτή την περίοδο, πολλοί από τους Αφρικανούς που είχαν μεταφερθεί από το Clotilde στην Αμερική, άρχισαν να αγοράζουν γη στην περιοχή και δημιούργησαν μια αυτάρκη κοινότητα όπου μιλούσαν μια ιδιαίτερη αφρικανική διάλεκτο και δεν χρειάστηκε ποτέ να μάθουν αγγλικά. Για τους ξένους, αυτή η περιοχή έγινε γνωστή ως Africatown.

Εκεί, ο Cudjo εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του Abile, μια ακόμα επιζούσα του Clotilde, με την οποία γνωριστήκαν το 1860 και παντρεύτηκαν επισήμως το 1880.
Οι δύο τους έζησαν καλλιεργώντας τη γη που αγόρασε ο Cudjo, και οργάνωσαν τη ζωή τους με τις συνήθειες και τα έθιμα των Γιορούμπα, της φυλής από την οποία προέρχονταν.

Έκαναν 6 παιδιά και έμειναν μαζί μέχρι και το θάνατο της Abile το 1905. Ο Cudjo εργάστηκε ως αγρότης και εργάτης έως ότου τραυματίστηκε όταν το αμαξίδιό του χτυπήθηκε από ένα τρένο το 1902. Μετά από αυτό το συμβάν, η κοινότητα της Africatown τον όρισε υπεύθυνο της εκκλησίας της. Όταν το 1908 πέθανε ο μεγαλύτερος γιος του, ο Cudjo επέτρεψε στη νύφη του, τα εγγόνια του και, εν τέλει, και τον δεύτερο σύζυγό της να συνεχίσουν να ζουν στο σπίτι του.

Ο Cudjo Lewis στο σπίτι του στην Africatown

Στη δεκαετία του 1910, μια συγγραφέας από τη Μομπάιλ, η Emma Langdon Roche, πήρε συνέντευξη από τον Cudjo για το  βιβλίο της “Ιστορικά Σκίτσα του Νότου”.
Ως ένας από τους λίγους εναπομείναντες πρώην σκλάβους που είχαν υπομείνει τις φρικαλεότητες του διατλαντικού ταξιδιού και που είχαν αναμνήσεις από τη ζωή τους στην Αφρική, η ιστορία του Cudjo προκάλεσε αίσθηση μέσα στην κοινότητα των ανθρωπολόγων εκείνης της εποχής.

Ο Arthur Fauset, συγγραφέας και λαογράφος των αρχών του 20ου αιώνα, μίλησε με τον Cudjo το 1925, και ο τελευταίος μετέδωσε πολλές ιστορίες της προφορικής παράδοσης του πολιτισμού του στον Fauset. Μέχρι τότε, ο Cudjo ήταν ο τελευταίος επιζών του Clotilde και ο τελευταίος άνθρωπος που μεταφέρθηκε στην Αμερική από την Αφρική ως σκλάβος.

Ο Fauset δημοσίευσε αυτές τις ιστορίες, καθώς και μια αφήγηση του Cudjo Lewis για τον τρόπο κυνηγιού στην Αφρική. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος πολιτισμικός αντίκτυπός προκλήθηκε όταν συναντήθηκε με την πρωτοπόρο ανθρωπολόγο και λαογράφο Zora Neale Hurston.  Η Zora έγραψε και δημοσίευσε άρθρα σχετικά με την ιστορία του Cudjo και τράβηξε φωτογραφίες και βίντεο από αυτόν, τα οποία αποτέλεσαν πολύτιμο υλικό για τις συνθήκες της δουλείας στις Η.Π.Α..

Σύμφωνα με τη Valerie Boyd, βιογράφο της Zora, αυτό που κινητοποίησε περισσότερο τη συγγραφέα στην καταγραφή της ζωής του Cudjo ήταν οι άσβηστες αναμνήσεις του από την οικογένειά του στο Μπενίν. “Μου λείπουν οι δικοί μου” της έλεγε. Κι εκείνη έγραφε: “Υστερα από 75 χρόνια βίωνε ακόμα την απώλεια, τη λαχτάρα για τους οικογενειακούς και τους πολιτισμικούς δεσμούς, την αίσθηση της αποκοπής. Ηταν ένας λόγος για να συγκινηθεί κανείς”.

Ο Cudjo Lewis πέθανε στις 17 Ιουλίου 1935, σε ηλικία 95 ετών, ζώντας 27 χρόνια περισσότερα από τη γυναίκα και όλα τα παιδιά του!