*του Σπύρου Μαρκέτου

Ένα δίπολο με ιστορικότητα

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τι σημαίνει φασισμός και γιατί δεν πρέπει να συγχέεται με την άκρα δεξιά, αλλά συνιστά ένα μονάχα κομάτι της. Επίσης ότι δεν συνδέεται με άλλους πολιτικούς χώρους, και κυρίως δεν υπάρχειαριστερός φασισμός’, όπως επιμένουν κάποιοι που προσπαθούν να τόν εξωραϊσουν.

Για να τα δούμε όμως αυτά καθαρά, πρέπει πρώτα να διευκρινίσουμε τι είναι δεξιά και τι αριστερά, δυο όροι γύρω από τους οποίους επικρατεί αρκετή σύγχυση. Εν μέρει αυτή είναι σκόπιμη, για ευνόητους πολιτικούς λόγους, κι εν μέρει οφείλεται στη φύση τους, αφού πρόκειται για όρους καταστατικά διαμφισβητούμενους, δηλαδή όρους που παραμένουν εξ ορισμού πάντοτε υπό συζήτηση, που η σωστή τους χρήση συμπεριλαμβάνει αέναες διαμάχες για το ποιά ακριβώς είναι η σωστή τους χρήση.

Επιπλέον υπάρχουν ιστορικοί λόγοι. Σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία τα πολιτικά στρατόπεδα στήνονται ανάλογα με τα επίδικα ζητήματα. Ομάδες που προηγουμένως βρίσκονταν αριστερά, με το πέρασμα του χρόνου περνούν στη δεξιά, και το αντίστροφο. Αρκεί εδώ ναναλογιστούμε αφενός την πορεία του Πασόκ και του Σύριζα, ή τη συντηρητικοποίηση γειτονιών όπως η Καλαμαριά, και αφετέρου τη ριζοσπαστικοποίηση μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ή στην Κατοχή στρωμάτων που προηγουμένως προσέβλεπαν στον μονάρχη ή στον Βενιζέλο. Ή προσώπων, λόγου χάρη του Νίκου Καρβούνη και του Στρατηγού Σαράφη. Φυσικά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε αυτόματα, πάντοτε πρωτοστάτησαν κάποια δρώντα υποκείμενα, ομάδες και πρόσωπα που πήραν πρωτοβουλίες.

Τα όρια μεταξύ δεξιάς και αριστεράς

Μια χρηστική διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς θα βλέπει τούτους τους όρους στο ιστορικό τους βάθος, κι επιπλέον θα έχει συγκριτική εφαρμογή, επιτρέποντάς μας ναποτιμούμε τη συμπεριφορά των πολιτικών υποκείμενων σε κάθε δεδομένη στιγμή. Βεβαίως η ερμηνεία τέτοιων ζητημάτων δεν δίνεται ακαριαία, αντίθετα, οι αληθινές επιδιώξεις του καθενός συνήθως κρίνονται σε βάθος χρόνου.

Άλλα έλεγαν στα νιάτα τους ο Μουσολίνι και ο Τσίπρας και άλλα έκαναν όταν πήραν καρέκλα. Οι εξάρσεις μεσοπολεμικών επαναστατών όπως ο Άγις Στίνας και ο Ελευθέριος Σταυρίδης, ή πιο πρόσφατα του Άκη Τσοχατζόπουλου, του Θόδωρα Πάγκαλου και του Θεόδωρου Τσουκάτου, μόνον εκ των υστέρων έδειξαν το αληθινό τους νόημα. Ο Παναγιώτης Ψωμιάδης δήλωνεκοινωνικά αριστερός’, ενώ ακόμη κι εγκληματίες πολέμου όπως ο Τόνυ Μπλαιρ ή οικονομικοί δολοφόνοι όπως ο Γερούν Νταίσελμπλουμ και ο Εμανουέλ Μακρόν αναδείχθηκαν από κόμματα που αυτοχαρακτηρίζονται σοσιαλιστικά ή εργατικά.

Χρειαζόμαστε λοιπόν σαφή μέτρα και σταθμά ώστε να ξεχωρίζουμε τι είναι αριστερό και τι δεξιό σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίσταση. Αλλά συνάμα και διαλεκτικά. Γιατί η ποιότητα κάθε πολιτικής, και ιδίως της επαναστατικής, πάντοτε κρίνεται από το πόσο πολύ ή λίγο μπορεί να βλέπει πίσω απ’ όσα φαίνονται εκείνα που δεν φαίνονται.

Το δίπολο αριστεράς και δεξιάς, επισήμανε ένας διαλεκτικός στοχαστής τον οποίο συζητούμε αμέσως παρακάτω, ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, είναι σχεσιακό. Δηλαδή οι όροι αυτοί δεν αντιπροσωπεύουν δυο δεδομένα σύνολα ιδεών, δυο όρους ανιστορικούς και απόλυτους, αλλά μάλλον έναν άξονα που μετατοπίζεται από τη μια γενιά στην άλλη. Υπήρξαν αρκετές τέτοιες μετατοπίσεις από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, οπότε πρωτοεμφανίστηκε τούτο το δίπολο, ως τις ημέρες μας. Ωστόσο γίνονται πάντοτε μέσα σε κάποια όρια, τα οποία πρέπει πρώτα πρώτα να ερευνήσουμε, να δούμε δηλαδή ποιές πολιτικές δεν θα μπορούσαν ποτέ να χαρακτηριστούν αριστερές ή δεξιές. Μόνον έτσι θα καταλάβουμε γιατί ο φασισμός δεν είναι ποτέ αριστερός.

Τι σημαίνει δεξιά και αριστερά;

Την καλύτερη αφετηρία για να συζητήσουμε τι σημαίνει αριστερά και δεξιά θα έδινε ένας όσο το δυνατόν πιο χαμηλών απαιτήσεων και αδρός ορισμός, που θα παρέλειπε τις ιστορικά σύντυχες λεπτομέρειες. Αναζητώντας ακριβώς την ευρύτερη και απλούστερη δυνατή εννοιολόγηση ο Μπόμπιο, ένας μετριοπαθής στοχαστής που αυτοχαρακτηριζόταν αριστερός φιλελεύθερος, λίγο μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο στην αρχή της δικής μας ιστορικής περιόδου, όρισε ως αριστερά εκείνο το πολιτικό στρατόπεδο που αγωνίζεται για ισότητα και απελευθέρωση των πολλών, ενώ αντίθετα η δεξιά προκρίνει και προάγει αξίες όπως η ιεραρχία και η ανισότητα.

Ο ορισμός αυτός είναι χρηστικός ακριβώς επειδή είναι τόσο στοιχειώδης και απλός ώστε δύσκολα προκαλεί αμφισβητήσεις. Από ρεαλιστική οπτική, η αξία κάθε ορισμού εξαρτάται όχι από το αν είναιαληθινόςήψεύτικος’, αλλαπό το πόσο χρηστικός είναι, δηλαδή πόσο βοηθά να κατανοηθεί το φαινόμενο που μελετούμε. Ιδίως στην πολιτική οι ορισμοί δεν μπορούν ποτέ να στέκονται μόνο στην αυτοπεριγραφή ή στις διακηρύξεις των διάφορων παραγόντων. Ο κριτικός ορισμός εστιάζει όχι μόνο στις αφηρημένες αξίες που επαγγέλλεται ένας πολιτικός χώρος, αλλά και στο τι κάνει αυτός. Η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς αυτονόητα δεν αφορά μόνον αξίες, αλλά και πρακτικές.

Επιπλέον, αν δεξιά και αριστερά είναι τόποι όντως διαφορετικοί, αν διαφέρουν μεταξύ τους ουσιαστικά και όχι απλώς στις λεπτομέρειες, τότε λογικά η διάκριση βρίσκει εφαρμογή στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, στην κουλτούρα όσο και στην καθημερινότητα. Επίσης αφορά τους γενικούς τους στόχους μάλλον παρά το αν τούτοι οι στόχοι προάγονται με μια περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική πολιτική.

Ρωτάμε λοιπόν πάντοτε, πώς μεταφράζονται πρακτικά σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση οι ιδέες ή αξίες της ισότητας και της απελευθέρωσης; Ποιούς καλύπτουν και ποιούς αποκλείουν, σε ποιό βαθμό και από ποιές απόψεις; Ποιό το περιεχόμενό τους; Όλα αυτά αλλάζουν από τόπο σε τόπο, και ακόμη περισσότερο καθώς κυλά o ιστορικός χρόνος. Μολαταύτα ο πιο αδρός και απλούστερος τρόπος για να τεθεί το ζήτημα είναι, νομίζω, ο εξής.

Υπηρετώντας την ισότητα και την απελευθέρωση, η αριστερή πολιτική μεταφέρει πόρους κι εξουσία από τους λίγους στους πολλούς, από τους δυνατούς στους αδύναμους, από τους πλούσιους στους φτωχούς, από τους καπιταλιστές στο λαό. Αντίστοιχα η δεξιά πολιτική μεταβιβάζει πόρους κι εξουσία από τους πολλούς στους λίγους, από τους αδύναμους στους δυνατούς, από τους φτωχούς στους πλούσιους, από το λαό στους καπιταλιστές.

Οι πόλοι των τριών διπόλων τούτου του ορισμού σε μεγάλο βαθμό αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν ταυτίζονται ολότελα και πάντως αφορούν διαφορετικές αντιθέσεις. Αντιστοιχούν χονδρικά στο κράτος και στο κεφάλαιο, ή στις διαστάσεις της οικονομικής και της πολιτικής εξουσίας, καθώς και της δημοκρατίας. Επιπλέον δεν μπορεί μια αληθινά αριστερή πολιτική να μη βοηθά άμεσα ή έμμεσα εκείνους που βρίσκονται κάτω κάτω, όπως και μια δεξιά πολιτική εκείνους που βρίσκονται πάνω πάνω.

Συνεχίζοντας την ίδια συλλογιστική, ως άκρα αριστερά και άκρα δεξιά θα ορίζαμε τα κομάτια εκείνα της αριστεράς και της δεξιάς που αγωνίζονται νανατρέψουν τους συσχετισμούς μέσα από τη συστηματική, μαζική και ταχύρρυθμη μεταφορά πόρων κι εξουσίας από τους πολλούς, φτωχούς και αδύναμους στους λίγους, πλούσιους και ισχυρούς, ή αντίστροφα. Προωθούν, με άλλα λόγια, πολιτικές υψηλής ενδεχόμενης αποτελεσματικότητας, αλλά και μεγάλου ρίσκου.

Τούτος ο ορισμός στηρίζεται σε διαφορετικά κριτήρια, αλλά εν μέρει αλληλεπικαλύπτεται μέναν άλλο, που υιοθετεί μεταξύ άλλων και ο Μπόμπιο, και ο οποίος συνδέει την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά με τη χρήση επιτακτικών ή αυταρχικών μεθόδων για την προώθηση των στόχων του αντίστοιχου στρατοπέδου. Επίσης είναι συμβατός με τον κλασικό τριτοδιεθνιστικό ορισμό των φασιστικών καθεστώτων από τον Γκιόργκι Ντιμιτρόφ, που διέκρινε σαυτά τηνανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, σωβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου”. Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια πως ο φασισμός δεν είναι το σύνολο της άκρας δεξιάς, αλλαπλώς μόνο μια από τις μερίδες της, και συγκεκριμένα εκείνη που επιδιώκει να φτιάξει μαζικό κίνημα. Σε επόμενα άρθρα θαναφερθούμε και στη μη φασιστική ακροδεξιά.

Από την ίδια σκοπιά, κεντροαριστερά και κεντροδεξιά είναι αντίστοιχα οι πολιτικοί χώροι που, δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα, επιδιώκουν μέτριες αλλαγές προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση μέσω συναίνεσης, συνεννόησης, συμβιβασμών. Είναι συντηρητικοί με την έννοια ότι επιδιώκουν μάλλον να διατηρήσουν το σύστημα και τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης παρά να τους ανατρέψουν. Συχνά αυτά τα κάνουν εστιάζοντας στις ανάγκες και τα σχέδια μεσαίων στρωμάτων μάλλον παρά εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή ή στη βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Κεντροαριστερά και κεντροδεξιά έχουν περιθώρια δράσης κυρίως σε καιρούς που ο καπιταλισμός ανθεί και η πίτα μεγαλώνει. Μεταπολεμικά στην Ευρώπη εκφράστηκαν από σοσιαλδημοκρατικούς, χριστιανοδημοκρατικούς ή ρεπουμπλικανικούς φορείς και συνήθως χρησιμοποίησαν κεϋνσιανού τύπου πολιτικές. Απεναντίας παραμερίζονται σεποχές όπου μεσουρανεί το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όπως ήταν ο Μεσοπόλεμος και είναι ακόμη περισσότερο η δική μας. Ποιές οι προοπτικές εφαρμογής τέτοιων πολιτικών σεποχές απαλλοτριωτικής συσσώρευσης; μάλλον ανύπαρκτες.

Η διάκριση στον ιστορικό και στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό

Στον σημερινό χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό οιαγορές’, δηλαδή οι καπιταλιστές, τιμωρούν ακαριαία κάθε απόκλιση από τις δικές τους προτεραιότητες, και η κοινωνική πόλωση κλιμακώνεται ακατάπαυστα. Με άλλα λόγια, η δεξιά αν όχι ακροδεξιά πολιτική έχει εγγραφεί στη δομή και στη λειτουργία του συστήματος.

Σε τέτοιες συνθήκες η αριστερή πολιτική, δηλαδή ο αγώνας για αναδιανομή πόρων κι εξουσίας προς τα κάτω, είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη. Προϋποθέτει πρώτα πρώτα, ενάντια στις κάθε λογής πολώσεις που επάγεται στη φυσιολογική της λειτουργία η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, οργάνωση και κινητοποίηση ανθεκτικές στο χρόνο και στις αντιξοότητες. Επίσης επίγνωση του εχθρού, σαφείς πολιτικές στοχεύσεις και ικανότητα ένωσης του λαού, γιατί χωρίς όλα αυτά δεν φτιάχνονται ελπιδοφόρα μαζικά κινήματα ούτε συσχετισμοί δυνάμεων απαραίτητοι για τέτοιες αναδιανομές. Ακόμη κι έτσι ωστόσο παραμένει έννοια αρκετά ευρύτερη από τη σοσιαλιστική πάλη για ανατροπή του καπιταλισμού.

Τα επίδικα μεταξύ δεξιάς και αριστεράς είναι κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, οικονομικά και πολιτικά. Καπιταλισμός σημαίνει ταξική σύγκρουση. Η κοινωνική σχέση του κεφαλαίου αναπόφευκτα χωρίζει τους ανθρώπους σε καπιταλιστές κι εργαζόμενους, με τους λίγους που κατέχουν μέσα παραγωγής να εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Ιστορικά ωστόσο η ταξική διάκριση μπόρεσε ναναπαραχθεί μόνον όποτε συναρθρώθηκε με άλλεςφύλου, ράτσας, καθώς και κείνες που περιβάλλουν κάποιες ομάδες κύρους, όπως τις χαρακτηρίζει ο Βαλλερστάιν, λόγου χάρη έθνους, θρησκείας, ή εντοπιότητας.

Οι μη ταξικές διακρίσεις είναι πολιτικά σημαντικές κυρίως επειδή κρατούν διασπασμένους τους εργαζόμενους και τους εμποδίζουν να ορθώσουν κοινό μέτωπο απέναντι στους καπιταλιστές. Είναι δευτερεύουσες με την έννοια ότι, αντίθετα από την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, δεν είναι λογικά απαραίτητες για την αναπαραγωγή του συστήματος. Από την άλλη μεριά είναι πολιτικά αναγκαίες κι έχουν ισχυρά πρακτικά αποτελέσματα όσο και ιστορικό και βιωματικό βάθος. Δεν υπήρξε ποτέ, και λογικά ποτέ δεν θα υπάρξει, ‘καθαρόςκαπιταλισμός όπου όλες οι υπόλοιπες διακρίσεις, εκτός από την ταξική, είναι ασήμαντες.

Για παράδειγμα, αν το καπιταλιστικό σύστημα έχει ιστορία πεντακοσίων χρόνων και η πατριαρχία έξη ως δέκα χιλιάδων χρόνων, οι θρησκείες παράγουν πολιτικά αποτελέσματα εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, ενώ και τα έθνη υπάρχουν στην Ευρώπη από διακόσια ή τριακόσια χρόνια. Οι συγκρούσεις και διακρίσεις που όλα αυτά γεννούν είναι αναπόσπαστες πλευρές του ενσαρκωμένου, του υπαρκτού και ιστορικά διαμορφωμένου καπιταλισμού.

Σε τέτοιες διακρίσεις στηρίζεται η ισχυρή στις ημέρες μας πολιτική των ταυτοτήτων (identity politics), η οποία δεν συνδέεται αναγκαστικά με την αριστερά. Αλλά και ο φασισμός τις φέρνει επίσης στο προσκήνιο προσπαθώντας να κρύψει την ουσιώδη ταξική σύγκρουση για να προβάλει τα δικά του ιδεολογήματα περί έθνους ή φυλής, που δήθεν ενοποιούν τις κοινωνίες.

Ιστορικά διαπιστώνουμε ότι ο φασισμός συνεργάζεται πάντοτε με το κεφάλαιο, και κατεξοχήν με το μεγάλο και ιδίως με το χρηματιστικό κεφάλαιο, ενώ υποβαθμίζει την ταξική διάσταση. Για να φτιάξει μαζικό κίνημα πάντοτε την ντύνει με κάποια δευτερεύοντα χαρακτηριστικά, τα οποία ωστόσο παρουσιάζει σαν να ήταν ιδιαίτερα σημαντικά. Αποκλείοντας όσο μπορεί περισσότερους, εγκαθιδρύει ιεραρχίες μεταξύ των θυμάτων της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης πολιτικά λειτουργικές για την αφαίμαξη και την καταστολή τους.

Εμπειρικά γνωρίζουμε πως όλοι οι φασισμοί χρειάζονται αποδιοπομπαίους τράγουςεβραίους, μαύρους, πρόσφυγες, ή άλλουςενώ συνήθως, αλλά όχι απαραίτητα, εμπλουτίζονται και με ισχυρά στοιχεία μισογυνισμού, ομοφοβίας, ρατσισμού, αντισημιτισμού, εθνικισμού και ποικίλων μισαλλοδοξιών.

Τούτο το ιστορικό δεδομένο, κατάφωρο σήμερα όσο και στον Μεσοπόλεμο, αποτυπώνει τη λειτουργική λογική του φασισμού, δηλαδή κινητοποίηση και πόλωση απέναντι σεξωτερικούς κι εσωτερικούς εχθρούς που ακόμη και αν δεν προϋπάρχουν κατασκευάζονται. Η κεντρική στον καπιταλισμό σχέση της οικονομικής εκμετάλλευσης σταθεροποιείται πολιτικά όταν οι υποτελείς διασπούνται.

Κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει εδώ η δημιουργία ενδιάμεσων στρωμάτων, ομάδων που οι από πάνω τις εκμεταλλεύονται και τις καταπιέζουν λιγότερο απ’ ό,τι τη μεγάλη μάζα των εργαζόμενων. Αλλά αυτό δεν απαιτεί οπωσδήποτε παροχές, κάποτε πετυχαίνεται απλώς με υποσχέσεις προστασίας από τα χειρότερα.

Ο φασισμός αναλαμβάνει με σχετικά χαμηλό κόστος να παράξει, μέσα από ανελέητες αρπαγές και διώξεις, εκείνους που τελικά γίνονται βάση της διατροφικής αλυσίδας του καπιταλισμού κάνοντας έτσι τους υπόλοιπους να αισθάνονται προνομιούχοι. Από τούτη την άποψη είναι το σημερινό λειτουργικό αντίστοιχο της παλαιότερης θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της απανθρωποποίησης και γενοκτόνησης των κατακτημένων λαών καθώς και της δουλείας την εποχή του ιμπεριαλισμού, ή του κυνηγιού των μαγισσών που καθυπέταξε τις γυναίκες σε μια ιδιαίτερα τοξική μορφή πατριαρχίας ανάμεσα στην κατάκτηση της Αμερικής και τη Γαλλική Επανάσταση.

*Ο Σπύρος Μαρκέτος είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, με γνωστικό αντικείμενο την ιστορία των νεώτερων και σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών ιδεών.

Το άρθρο δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα. Αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας για την Άκρα Δεξιά. Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε με τίτλο Το ιστορικό συνεχές της ελληνικής Ακροδεξιάς και το δεύτερο Ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία αλλά πολιτική πρακτική