Η εκδήλωση- συζήτηση με τον τίτλο “αντιπυρηνικός αγώνας, οικολογία και πολιτική” έγινε στην πόλη Louvain (Leuven) του Βελγίου στις 27 Φεβρουαρίου 1980, μπροστά σε περίπου 800 άτομα. Στη συζήτηση συμμετείχε και ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1981 με τίτλο “Από την οικολογία στην αυτονομία”, σε μετάφραση Α. Σταύρου, από τις εκδόσεις Ράππα.

Από την αρχή ο Καστοριάδης επισημαίνει ότι η “επιστήμη και τεχνική δεν έχουν τίποτα το υπερ-ιστορικό” και ότι “ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνικο-ιστορική θέσμιση, που είναι ο καπιταλισμός”. Και το κεντρικό κοινωνικό φαντασιακό στοιχείο που δεσπόζει αυτής της εποχής, “η κεντρική επιδίωξη της κοινωνικής ζωής είναι η απεριόριστη εξάπλωση του ορθολογικού ελέγχου”.

Όλα τα κινήματα θα πρέπει, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, να δουν τη στοιχειώδη αλήθεια:

“Το σύστημα κρατάει γιατί καταφέρνει να δημιουργήσει την προσχώρηση των ανθρώπων στην υφιστάμενη κατάσταση στον έμπρακτο, θεσμισμένο, συγκεκριμένο τρόπο ζωής αυτής της κοινωνίας. Από τούτη τη θεμελιακή διαπίστωση θα πρέπει να ξεκινήσουμε, αν θέλουμε να έχουμε μια δράση που να μην είναι κενή και δίχως νόημα.

Η προσχώρηση αυτή είναι, βέβαια, αντιφατική: συμβαδίζει με ορισμένα στοιχεία εξέγερσης ενάντια στο σύστημα. Ωστόσο δεν παύει να είναι μία προσχώρηση, και όχι μια απλή παθητικότητα”.

“Η προσχώρηση αυτή εξαρτιέται από εξαιρετικά σύνθετες διαδικασίες […] που ονομάζω κοινωνική κατεργασία του ατόμου και ατόμων –όλων μας- μέσα στη – και από την- θεσμισμένη καπιταλιστική κοινωνία, όπως υπάρχει/.

Αυτή η κατεργασία έχει δύο πλευρές. “Η μία αφορά στην ενστάλαξη στα άτομα, από την πιο τρυφερή παιδική ηλικία τους, μιας σχέσης προς την εξουσία, ενός ορισμένου τύπου σχέσης προς ένα τύπο εξουσίας. Η άλλη αφορά την ενστάλαξη στα άτομα ενός συνόλου ‘αναγκών’, που για την ‘ικανοποίησή’ τους αυτά θα αφιερώσουν τη ζωή κατόπι όλη τους τη ζωή”.

“Πρέπει να δείξουμε πριν απ’ όλα ότι η εξουσία, στη σημερινή εποχή, δεν είναι γνώση, ότι όχι μόνο δε ξέρει τα πάντα, αλλά ότι ξέρει πολύ λιγότερα απ’ όσα ξέρει ο κόσμος γενικά και ότι υπάρχουν γι’ αυτό βαθύτεροι και οργανικοί λόγοι. Και δεύτερο, ότι αυτή η ‘γνώση’ που επικαλείται η εξουσία, ακόμη κι όταν υπάρχει, έχει έναν πολύ ιδιαίτερο, μερικό και στρεβλωμένο στη βάση του χαρακτήρα”.

Όμως για τον Καστοριάδη, “ακόμη κι αν παραδεχτούμε ότι η κατεύθυνση, οι σκοποί, ο τρόπος μεταβίβασης και η εσωτερική οργάνωση της επιστημονικής γνώσης είναι”, κατά μια έννοια, ομοούσιες του σημερινού κοινωνικού συστήματος, “ακόμη και τότε, θα πρέπει να δεχτούμε πώς κάτι εδώ δημιουργείται που ξεπερνάει ασφαλώς την σύγχρονη εποχή. Αυτό εξάλλου αληθεύει και για τις προγενέστερες εποχές της ιστορίας” (δίνοντας εδώ το παράδειγμα του πυθαγόρειου θεωρήματος).

Και όσον αφορά τη διάσταση της διαδικασίας κοινωνικής κατεργασίας του ατόμου που αφορά τις ανάγκες, για τον Καστοριάδη “είναι ολοφάνερο πώς δεν υπάρχουν ‘φυσικές ανάγκες’ του ανθρώπινου όντος, όποιον ορισμό του όρου ‘φυσικός’ κι αν διαλέξουμε – εκτός ίσως από τον φιλοσοφικό όπου η ‘φύση’ είναι κάτι τελείως διαφορετικό […] κάτι σαν κανόνα ιδεατό και συνάμα πραγματικό.”

Επομένως, “δεν υπάρχουν φυσικές ανάγκες”, καθότι, “κάθε κοινωνία δημιουργεί ένα σύνολο αναγκών για τα μέλη της και τα μαθαίνει ότι τη ζωή δεν αξίζει να τη ζει κανείς – και ούτε μπορεί υλικά να τη ζει- παρά μόνον αν αυτές οι ανάγκες ‘ικανοποιούνται’ κουτσά-στραβά.”

“Ποια είναι, από αυτή την άποψη, η ιδιοτυπία του καπιταλισμού;”, αναρωτιέται ο Καστοριάδης. Και απαντά: “Ότι κατάφερε να εμφανιστεί, να διατηρηθεί και να στεριώσει, παρά του εργατικούς αγώνες που συντάραξαν την ιστορία του, μόνο επειδή έβαλε στο κέντρο των πάντων τις ‘οικονομικές’ ανάγκες”, κατάφερε δηλαδή να επιβάλλει ως απόλυτη ανάγκη την τηλεόραση, το αμάξι κτλ.

“Κατά δεύτερον, ο καπιταλισμός καταφέρνει να δημιουργήσει μια ανθρωπότητα για την οποία, λίγο- πολύ και κουτσά- στραβά, αυτές οι ‘ανάγκες’ είναι περίπου καθετί που μετρά στη ζωή.

Και τρίτο – και αυτό είναι ένα από τα σημεία που μας χωρίζουν ριζικά από μιαν άποψη σαν εκείνη που ο Μαρξ μπορούσε να έχει για την καπιταλιστική κοινωνία – τις ανάγκες που δημιουργεί ο καπιταλισμός, κουτσά-στραβά-και-ως-επί-των-πλείστων, τις ικανοποιεί.”

Και η ιστορική πείρα έχει δείξει πώς, εκτός κάποιων εξαιρέσεων, λειτουργεί η μηχανή: “η μηχανή λειτουργεί, παράγει, δουλεύει, αγοράζει, καταναλώνει και ξαναλειτουργεί”. “Κοντολογίς, η κοινωνία λειτουργεί επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν πολύ να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο και γενικά μπορούν να το αποκτήσουν και επειδή μπορούν ν’ αγοράσουν βενζίνη για τούτο το αυτοκίνητο”.

“Η ενεργειακή κρίση δεν έχει νόημα ως κρίση, και δεν είναι κρίση παρά μόνο σε σχέση με το σημερινό μοντέλο κοινωνίας, Είναι αυτή η κοινωνία που έχει ανάγκη κάθε χρόνο 10% περισσότερο πετρέλαιο ή ενέργεια για να μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί. Αυτό σημαίνει πώς η ενεργειακή κρίση είναι, κατά κάποιαν έννοια, κρίση αυτής της κοινωνίας. Έτσι περιέχει το σπέρμα […] της αμφισβήτησης από τα άτομα ολόκληρου του συστήματος, ίσως όμως περιέχει επίσης το σπέρμα της δυνατότητας να ακολουθήσουν οι άνθρωποι, στο πολιτικό επίπεδο, τα πιο πλανερά και πιο τερατώδη ρεύματα.”

“Εκείνο που το οικολογικό κίνημα αμφισβήτησε από τη μεριά του είναι η άλλη διάσταση: το σχήμα και τη δομή των αναγκών, ο τρόπος ζωής, πράγμα πού αποτελεί ένα κεφαλαιώδες ξεπέρασμα εκείνου που μπορεί να θεωρηθεί ως ο μονόπλευρος χαρακτήρας των προγενέστερων κινημάτων. Στο κέντρο της προσοχής του οικολογικού κινήματος είναι ολόκληρη η αντίληψη, ολόκληρη η τοποθέτηση των σχέσεων ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον περιβάλλοντα κόσμο, και τελικά το θεμελιακό και αιώνιο ερώτημα: τι είναι η ανθρώπινη; Ζούμε για κάποιο λόγο;”

Για τον Καστοριάδη η απάντηση στο ερώτημα αυτό που έδωσε ο καπιταλισμός, βρίσκει την πιο λακωνική διατύπωση του πνεύματός του, στη ρήση του Καρτέσιου: να φτάσουμε στη γνώση και στην αλήθεια ‘για να γίνουμε αφέντες και κτήτορες της γης’.

Οι οπαδοί παραδοσιακών απόψεων θεωρούσαν την Επανάσταση ως βασικό σκοπό του αγώνα, κι επομένως οι αγώνες π.χ. για τη μη ρύπανση των ποταμιών είναι υποπροϊόν της επανάστασης […] “ευτυχώς”, όπως τονίζει ο Καστοριάδης, “οι γυναίκες και οι φοιτητές έπαψαν να περιμένουν την Επανάσταση για να απαιτήσουν και να πετύχουν τις ουσιαστικές αλλαγές της κατάστασής τους”.

Το πιο κρίσιμο ερώτημα:

“Το να μιλάμε για μιαν αυτόνομη κοινωνία, για αυτονομία της κοινωνίας, όχι μόνο απέναντι σ’ ένα ορισμένο ιδιαίτερο κυρίαρχο στρώμα, αλλά απέναντι στην ίδια την θέσμισή του, στις ανάγκες, στην τεχνική, κτλ. προϋποθέτει τόσο την ικανότητα όσο και τη θέληση των ανθρώπων για αυτοκυβέρνηση, με τη στενή έννοια αυτού του όρου.

[…] από την αρχή της περιόδου όπου ανέλαβα, μαζί με τους συντρόφους μου της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, μ’ αυτούς βασικά τους όρους έμπαινε το ζήτημα της δυνατότητας μιας ριζικής επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας: έχουν άραγε οι άνθρωποι την ικανότητα να αυτοκυβερνηθούν; (Λέω προπαντός τη θέληση, γιατί κατά τη γνώμη μου η «ικανότητα» δεν αποτελεί πρόβλημα.) Θέλουν αληθινά να είναι αυτεξούσιοι; Γιατί στο κάτω-κάτω, αν το θέλανε, τίποτε δεν θα μπορούσε να τους εμποδίσει να το πετύχουν: αυτό είναι γνωστό από τον καιρό της Ρόζα Λούξεμπουργκ, από τον καιρό του Λα Μποεσί, από τον καιρό ακόμη των αρχαίων Ελλήνων.

Σιγά-σιγά όμως μια άλλη όψη του ζητήματος αυτού- της δυνατότητας μιας ριζική αλλαγής της κοινωνίας – άρχισε να μου παρουσιάζεται και να με απασχολεί όλο και περισσότερο. Το γεγονός ότι μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία αυτόνομη, δεν συνεπάγεται μόνο την αυτοδιαχείριση, την αυτοδιεύθυνση, την αυτοθέσμιση. Συνεπάγεται και μιαν άλλη κουλτούρα, με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Συνεπάγεται έναν άλλο τρόπο ζωής, άλλες ανάγκες, άλλους προσανατολισμούς της ανθρώπινης ζωής. Γιατί, θα συμφωνήσετε μαζί μου πώς ένας σοσιαλισμός της κυκλοφοριακής συμφόρησης είναι ένας παραλογισμός […] και πως η σοσιαλιστική λύση αυτού του προβλήματος δεν είναι να εξαλείψουμε το μποτιλιάρισμα τετραπλασιάζοντας το πλάτος της λεωφόρου ChampsElysees. Τι είναι λοιπόν εκείνο που θέλουν πραγματικά να κάνουν αυτές οι πόλεις, αυτοί οι άνθρωποι που τις γεμίζουν; Πώς διάβολε συμβαίνει να ‘προτιμούν’ να έχουν τα’ αυτοκίνητά τους και να περνούν ώρες ολόκληρες στα ‘μποτιλιαρίσματα’, παρά να κάνουν κάτι άλλο;

Το να θέτουμε το πρόβλημα μιας νέα κοινωνίας, σημαίνει να θέτουμε το πρόβλημα μιας εξαιρετικής πολιτισμικής δημιουργίας. Και μπαίνει το ερώτημα, που σας το θέτω κι εσάς: μήπως έχουμε μπροστά μας προμηνύματα και προαγγελτικά σημάδια αυτής της πολιτισμικής δημιουργίας; Εμείς που απορρίπτουμε τουλάχιστον στα λόγια, τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής και ότι αυτός συνεπάγεται – και συνεπάγεται το καθετί που υπάρχει σήμερα- μήπως βλέπουμε γύρω μας να γεννιέται ένας άλλος τρόπος ζωής που να προαγγέλλει, που να προεικονίζει κάτι το καινούργιο, κάτι που θα έδινε ένα ουσιαστικό περιεχόμενο στην ιδέα της αυτοδιαχείρισης της αυτοκυβέρνησης, της αυτονομίας, της αυτοθέσμισης. Μ’ άλλα λόγια: η ιδέα της αυτοκυβέρνησης μπορεί να αποκτήσει την πλήρη της ισχύ, να φτάσει στον πλήρη προορισμό της, αν δεν υποβαστάζεται κι από άλλες επιθυμίες, κι από άλλες ‘ανάγκες’ που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό σύστημα;

[…] Και μπαίνει το ερώτημα μήπως […] η απόρριψη των αναγκών που τρέφονται σήμερα από το σύστημα και η εμφάνιση άλλων επιδιώξεων, αρχίζει να αχνοφέγγει στον ορίζοντα, να φανερώνεται σαν κάτι σημαντικό για τους ανθρώπους που ζούνε σήμερα;

Και τέλος: μήπως εδώ, σε τούτο το σημείο, σε τούτη τη γραμμή, συναντάμε πραγματικά το όριο της πολιτικής σκέψης και δράσης; Γιατί βέβαια όπως η κάθε σκέψη, και η κάθε δράση πρέπει κι αυτή να έχει ένα όριο – και οφείλει να προσπαθήσει να το αναγνωρίσει. Μήπως τούτο το όριο είναι το σημείο το ακόλουθο: το ότι ούτε εμείς, ούτε κανένας μπορεί να αποφασίζει έναν τρόπο ζωής για τους άλλους; Λέμε, μπορούμε να έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε ενάντια στον σύγχρονο τρόπο ζωής – πράγμα που, ακόμα μια φορά, περιλαμβάνει περίπου το καθετί που υπάρχει, και όχι μόνο την ανέγερση του τάδε πυρηνικού σταθμού, που δεν είναι παρά μια συνεπαγωγή της νιοστής τάξης. Το να λέμε πως είμαστε ενάντια στο τάδε τρόπο ζωής, αυτό παρεισάγει πλάγια ένα φοβερό πρόβλημα του δικαιώματος με την πιο γενική έννοια, όχι απλώς του τυπικού δικαιώματος, αλλά του δικαιώματος ως περιεχομένου. Τι γίνεται αν οι άλλοι εξακολουθούν να θέλουν αυτό τον άλλο τρόπο ζωής; […] Γιατί αυτό που προβάλλει στον τρόπο ζωής είναι τελικά το ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να πάει το ‘δικαίωμα’ (η πραγματική, νομικά και συλλογικά εξασφαλισμένη δυνατότητα) του κάθε ατόμου, της κάθε ομάδας, της κάθε κοινότητας, του κάθε έθνους να ενεργεί όπως νομίζει, αφού ξέρουμε…πως είμαστε όλοι μπαρκαρισμένοι στο ίδιο πλανητικό σαπιοκάραβο, και πως ότι κάνει ο καθένας μας μπορεί να έχει αντίκτυπο σε όλους;

Το ζήτημα της αυτοκυβέρνησης, της αυτονομίας της κοινωνίας, είναι συνάμα το ζήτημα του αυτοπεριορισμού της κοινωνίας. Αυτοπεριορισμού που έχει δυο πτυχές: τον περιορισμό από την κοινωνία αυτού που θεωρεί ως απαράδεκτες επιθυμίες, τάσεις πράξεις κτλ. ενός οποιουδήποτε μέρους των μελών της, αλλά και τον αυτοπεριορισμό της ίδιας της κοινωνίας στον διακανονιστικό, ρυθμιστικό, νομοθετικό ρόλο που ασκεί απέναντι στα μέλη της. Το θετικό και ουσιαστικό πρόβλημα του δικαιώματος είναι να μπορέσουμε να διανοηθούμε μια κοινωνία που θα είναι θεμελιωμένη σε ουσιώδεις καθολικούς κανόνες (η απαγόρευση του φόνου δεν είναι «τυπικός» κανόνας) και ταυτόχρονα θα συμβιβάζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία πολιτισμικής δημιουργίας και, συνακόλουθα, τρόπων ζωής και συστημάτων αναγκών (δεν εννοώ φολκλόρ για τουρίστες). Κι αυτή η σύνθεση, αυτός ο συμβιβασμός δεν μπορεί να ξεφυτρώσει από το κεφάλι μας. Κι αν ξεφύτρωνε, δεν θα ωφελούσε σε τίποτε. Θα βγει από την ίδια την κοινωνία ή δεν θα βγει καθόλου.

Το να αναγνωρίσουμε αυτό το όριο στην πολιτική σκέψη και δράση, σημαίνει ν’ απαγορέψουμε στον εαυτό μας να ξανακάνει τη δουλεία των πολιτικών φιλοσόφων του παρελθόντος, που υποκαθιστούσαν την κοινωνία κι αποφαίνονταν – όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης- πως η τάδε μουσική κλίμακα είναι καλή για την αγωγή των νέων, ενώ η τάδε άλλη είναι κακή πρέπει να απαγορευτεί στην πολιτεία. Αυτό δεν συνεπάγεται καθόλου πως παραιτούμαστε από την ίδια μας τη σκέψη, από την ίδια μας τη δράση, από την άποψή μας, ούτε πως δεχόμαστε τυφλά και θρησκευτικά το καθετί που μπορούν να παράγουν η κοινωνία και η ιστορία. Τελικά, είναι πάλι αφηρημένη άποψη φιλοσόφου που κάνει τον Μαρξ ν’ αποφαίνεται (γιατί αυτός είναι που αποφαίνεται) πως ότι η ιστορία πρόκειται ν’ αποφασίσει ή έχει ήδη αποφασίσει, είναι σωστό (Η ιστορία έχει σχεδόν αποφανθεί υπέρ του Γκουλάγκ). Διατηρούμε την ευθύνη μας, την κρίση μας, τη σκέψη μας και τη δράση μας, αλλά και αναγνωρίζουμε το όριό τους. Και αναγνωρίζω τούτο το όριο σημαίνει δίνω το πλήρες περιεχόμενό του σ’ αυτό που λέμε ουσία, δηλαδή ότι μια επαναστατική πολιτική σήμερα είναι κατά πρώτο λόγο και πριν απ’ όλα η αναγνώριση της ίδιας της κοινωνίας ως ύστατης πηγής θεσμιστικής δημιουργίας.”

Επιμ. Ε.- Α. Π.