Από το βιβλίο του Καστοριάδη Καστοριάδη: Η “ορθολογικότητα” του καπιταλισμού, μτφρ. Κ. Σπαντιδάκης, Ζ. Χριστοφορίδου-Καστοριάδη, Αθήνα: Ύψιλον

“Θα φανεί ίσως παράδοξο ότι ασχολούμεθα ακόμη με την «οικονομική ορθολογικότητα» του σύγχρονου καπιταλισμού, σε μια εποχή που η επίσημη ανεργία φθάνει στη Γαλλία τα τριάμισι εκατομμύρια άτομα και υπερβαίνει το 10% του ενεργού πληθυσμού στις χώρες της EΟK, και όπου οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απαντούν σ’ αυτήν την κατάσταση εντείνοντας τα αντιπληθωριστικά μέτρα, όπως τη μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού. Tο πράγμα γίνεται λιγότερο παράδοξο, ή μάλλον το παράδοξο μετατίθεται, όταν λάβουμε υπ’ όψιν την αδιανόητη ιδεολογική οπισθοδρόμηση που πλήττει τις δυτικές κοινωνίες, εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια. Πράγματα που δικαίως τα θεωρούσαμε κεκτημένα, όπως η ισοπεδωτική κριτική που ασκήθηκε στην ακαδημαϊκή πολιτική οικονομία από την σχολή του Kέμπριτζ ανάμεσα στο 1930 και στο 1965 (Sraffra, Robinson, Kahn, Kegnes, Kalecki, Shackle, Kaldor, Pasinetti κ.λπ.), όχι μόνο δεν συζητούνται ή δεν ανασκευάζονται αλλά απλούστατα αποσιωπούνται ή λησμονούνται, ενώ αφελείς και απίστευτες επινοήσεις, όπως η «οικονομία της προσφοράς» ή ο «μονεταρισμός», γίνονται της μόδας. Οι υμνητές του νεοφιλελευθερισμού εμφανίζουν τους παραλογισμούς τους ως προφανείς και αυτονόητους, τη στιγμή που η απόλυτη ελευθερία των κινήσεων του κεφαλαίου καταστρέφει ολόκληρους τομείς της παραγωγής σε όλες σχεδόν τις χώρες και που η παγκόσμια οικονομία μεταμορφώνεται σε πλανητικό καζίνο.

Aυτή η οπισθοδρόμηση δεν περιορίζεται στο πεδίο της οικονομίας. Iσχύει εξίσου και στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας (μη αμφισβητήσιμος και μη αμφισβητούμενος χαρακτήρας της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας», τη στιγμή μάλιστα που όλο και περισσότερο υποβαθμίζεται στη συνείδηση του κόσμου, και αυτό σε όλες τις χώρες όπου έχει κάποιο παρελθόν) και γενικότερα στις πνευματικές επιστήμες, όπως μαρτυρεί, για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, η επιστημονιστική και θετικιστική επίθεση κατά της ψυχανάλυσης, που βρίσκεται στο απόγειό της στις Hνωμένες Πολιτείες, εδώ και δεκαπέντε χρόνια.

Tο κοινωνικοϊστορικό υπόβαθρο αυτής της οπισθοδρόμησης είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Συμβαδίζει με μια κοινωνική και πολιτική αντίδραση που βρίσκεται σε εξέλιξη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, της οποίας αρχιμάστορες ήσαν στη Γαλλία «οι σοσιαλιστές». Aυτής της νέας πορείας του καπιταλισμού τίποτε προς το παρόν δεν μας επιτρέπει να προβλέψουμε το τέλος, εκτός -και τούτο σε ένα ακαθόριστο και μακρινό μέλλον- από τον αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα της. Όμως και αυτή η προοπτική δεν είναι παρήγορη, διότι εδώ διακυβεύεται κάτι πολύ σπουδαιότερο κι από την αυτοκτονία του καπιταλισμού, όπως το δείχνει, μεταξύ άλλων, η καταστροφή του περιβάλλοντος σε πλανητική κλίμακα. H κριτική ανάλυση της σημερινής εξέλιξης καθίσταται λοιπόν επιτακτικότερη. Aλλά δεν είναι το κύριο μέλημα αυτού του κειμένου. Ο καπιταλισμός είναι το πρώτο κοινωνικό καθεστώς που παράγει μια ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία το ίδιο αυτό καθεστώς είναι «ορθολογικό». H νομιμοποίηση των άλλων τύπων θεσμίσεων της κοινωνίας ήταν μυθική, θρησκευτική ή παραδοσιακή. Eν προκειμένω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι υπάρχει μια «ορθολογική» νομιμοποίηση. Bεβαίως, το κριτήριο αυτό, το ότι δηλαδή υπάρχει κάτι ως ορθολογικό (και όχι ως καθιερωμένο από την πείρα ή την παράδοση, ως δοσμένο από του ήρωες ή τους θεούς κ.λπ.), είναι θεσμισμένο από τον ίδιο τον καπιταλισμό, όμως τα πάντα συμβαίνουν, σαν το ίδιο το γεγονός της πρόσφατης θέσμισής του, αντί να τον σχετικοποιεί, να τον καθιστά αναμφισβήτητο. Aρκεί λίγο να σκεφτούμε, για να συναντήσουμε αμέσως το ερώτημα: Tι είναι επιτέλους η ορθολογικότητα και περί τίνος ορθολογικότητος πρόκειται; Ο καπιταλισμός μπορεί να επικαλείται την εγγύηση ενός κάποιου εγελιανισμού: λόγος είναι η πράξη η σύμφωνη προς ένα σκοπό, έλεγε ο γερο-δάσκαλος του Marx. H συμφωνία λοιπόν της πράξης με το σκοπό της αποτελεί το κριτήριο της ορθολογικότητος.

Όμως αυτό σε τίποτα δεν μας εμποδίζει να αναρωτηθούμε για την ορθολογικότητα του ίδιου του σκοπού. Αυτή η ορθολογικότητα, που περιορίζεται στα μέσα, και που ο Max Weber αποκαλούσε περιέργως Zweckrationalit’t, δηλαδή ορθολογικότητα σε σχέση με έναν υποτιθέμενο αποδεκτό σκοπό, ορθολογικότητα εργαλειακή, δεν έχει προφανώς καμία αξία καθ’ εαυτήν. H επιλογή του καλύτερου δηλητηρίου για να δηλητηριάσεις τον σύζυγό σου ή η επιλογή της αποτελεσματικότερης υδρογονοβόμβας για να εξοντώσεις εκατομμύρια ανθρώπους, εξ αιτίας ακριβώς της ορθολογικότητός τους αυτής, αυξάνουν τη φρίκη που μας προκαλούν, όχι μόνο για τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά και για τα μέσα που επέτρεψαν να επιτευχθεί η μέγιστη αποτελεσματικότητα.

H καπιταλιστική ιδεολογία, στις πιο φιλάνθρωπες στιγμές της, προβάλλει εν τούτοις τον ισχυρισμό ότι σκοπός της «ορθολογικότητος» είναι η «ευημερία». H ιδιαιτερότητά της όμως προέρχεται από το ότι ταυτίζει την ευημερία με ένα οικονομικό μέγιστο -ή άριστο. Άλλοτε πάλι ισχυρίζεται ότι η ευημερία θα προκύψει ασφαλώς ή τουλάχιστον πολύ πιθανώς μόλις αυτό το μέγιστο ή άριστο πραγματοποιηθεί. Έτσι, άμεσα ή έμμεσα, η ορθολογικότητα συρρικνούται στην «οικονομική» ορθολογικότητα, η οποία και ορίζεται με τρόπο καθαρά ποσοτικό ως μεγιστοποίηση / ελαχιστοποίηση -μεγιστοποίηση ενός «προϊόντος» και ελαχιστοποίησης του «κόστους». Προφανώς το ίδιο το καθεστώς αποφασίζει για το τι είναι ένα προϊόν -και πώς αυτό το προϊόν θα εκτιμηθεί- όπως αποφασίζει για το ποια θα είναι τα διάφορα «κόστη» και ποιο το ύψος τους(1).

Aς σημειώσουμε ότι η σχετικότητα του έσχατου κριτηρίου είναι γνωστή τουλάχιστον από τον Max Weber, για να μη φτάσουμε ως τον Hρόδοτο. Κάθε κοινωνία θεσμίζει τον θεσμό της και συγχρόνως τη «νομιμοποίησή» του. Αυτή η νομιμοποίηση, όρος αδόκιμος, δυτικός, παραπέμπων ήδη σε μια «ορθολογικότητα», είναι σχεδόν πάντα υπόρρητη, ή καλύτερα ταυτολογική, οι διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης ή του Kορανίου βρίσκουν τη δικαιολόγησή τους μέσα σ’ αυτό ακριβώς που διακηρύσσουν -ότι «ένας μόνον Θεός υπάρχει, ο Θεός», και του οποίου εκπροσωπούν το λόγο και τη θέληση. Σε άλλες περιπτώσεις -τις αρχαϊκές κοινωνίες- βρίσκουν τη δικαιολόγησή τους στο γεγονός ότι εδόθησαν από τους προγόνους, οι οποίοι πρέπει να χαίρουν σεβασμού και τιμής κατά θεσμική επιταγή.

Eξίσου ταυτολογική είναι η «νομιμοποίηση» του καπιταλισμού μέσω της ορθολογικότητος, ποιος, εκτός ίσως από έναν ποιητή ή ένα μυστικιστή, μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία, θα τολμούσε να αντιταχθεί στην «ορθολογικότητα»;

Aυτός ο κύκλος της θέσμισης δεν είναι, ασφαλώς, παρά ένας βαθμός στον κύκλο της δημιουργίας. H θέσμιση δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν εξασφαλίσει προηγουμένως την ύπαρξή της, και η ωμή βία είναι συνήθως ανίκανη να εκπληρώσει αυτόν τον ρόλο πέρα από σύντομες περιόδους (2). Aς ανοίξουμε μια παρένθεση, κι ας διερωτηθούμε τι θα γινότανε από αυτήν την άποψη σε μια κοινωνία αυτόνομη, δηλαδή σε μια κοινωνία που θα ήταν ικανή να θέτει υπό αμφισβήτηση με τρόπο ρητό και διαυγή τους ίδιους της τους θεσμούς.

Mε μια έννοια δεν θα μπορέσει προφανώς να βγεί από αυτόν τον κύκλο. Θα διαβεβαιώνει ότι η κοινωνική και συλλογική αυτονομία «αξίζει / ισχύει». Aσφαλώς, θα μπορέσει να δικαιώσει εκ των υστέρων την ύπαρξή της μέσω των έργων της, μεταξύ των οποίων και ο ανθρωπολογικός τύπος του αυτόνομου ατόμου που θα δημιουργήσει. Aλλά η θετική αποτίμηση αυτών των έργων θα εξαρτηθεί και από κριτήρια, και γενικότερα από κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, που η ίδια θα έχει θεσμίσει. Tούτο, για να υπενθυμίσουμε ότι σε τελική ανάλυση κανένα είδος κοινωνίας δεν μπορεί να βρει τη δικαιολόγησή του έξω από τον εαυτό του. Δεν μπορούμε να βγούμε από αυτόν τον κύκλο, και δεν βρίσκεται εκεί το θεμέλιο μιας κριτικής του καπιταλισμού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι την τελευταία περίοδο οι εντεταλμένοι ιδεολόγοι εγκατέλειψαν τελικά τη φιλοδοξία να δικαιολογήσουν ή να νομιμοποιήσουν το καθεστώς, παραπέμπουν απλώς στη χρεοκοπία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» -ως εάν οι δραστηριότητες του Λαντρύ να δικαιολογούσαν τις δραστηριότητες του Σταβισκί -και στα αριθμητικά μεγέθη της «ανάπτυξης», εκεί όπου εξακολουθεί να υπάρχει. Aλλοτε ήσαν πιο θαρραλέοι, όταν έγραφαν συγγράμματα περί Welfare Economics -για «Tα οικονομικά της ευημερίας». Eίναι αλήθεια επίσης ότι η αξιολύπητη κατάσταση των επαγγελματιών τέως κριτικών του καπιταλισμού (μαρξιστών ή αυτοαποκαλούμενων έτσι) επιτρέπει σ’ αυτούς τους ιδεολόγους, εν πλήρει συμφωνία με το πνεύμα της εποχής, να θέτουν κατά μέρος κάθε αξίωση σοβαρότητος”.

Ο Καστοριάδης βάσει των παραπάνω θα επιχειρήσει μια “εκ των έσω” κριτική, δείχνοντας έτσι ότι οι “κατασκευές της ακαδημαϊκής πολιτικής οικονομίας στερούνται ειρμού ή στερούνται νοήματος ή έχουν ισχύ μόνο για έναν κόσμο πλασματικό, και ότι στο εμπειρικό πεδίο η πραγματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας ελάχιστη σχέση έχει με ό,τι λέει η «θεωρία»”.

H διερεύνηση της κριτικής του βιβλίου εστιάζει “σε τέσσερα μέρη:

1. H κοινωνικοϊστορική ιδιαιτερότητα και σχετικότητα της καπιταλιστικής θέσμισης.

2. H θεωρητική ιδεολογία της καπιταλιστικής οικονομίας.

3. H ενεργός πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας.

4. Οι συντελεστές της παραγωγικής αποτελεσματικότητος της καπιταλιστικής κοινωνίας και της κοινωνικοϊστορικής της αντοχής”.

Ο Καστοριάδης με τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις εξετάζει το θέμα της ‘ορθολογικότητας’ του καπιταλισμού, αντλώντας στοιχεία από την ανθρωπολογία, την οικονομία, τη φιλοσοφία, την πολιτική θεωρία και την ιστορία. Η ανάλυσή του τον οδηγεί σε έναν ορισμό του καπιταλισμού: “Ο καπιταλισμός είναι το καθεστώς που αποσκοπεί στο να αυξάνει με όλα τα μέσα την παραγωγή -μια κάποια παραγωγή, μην το ξεχνάμε- και να περιορίζει με όλα τα μέσα το ‘κόστος’ – το πολύ περιοριστικά καθορισμένο, μην το ξεχνάμε επίσης: δεν περιλαμβάνει ούτε την καταστροφή του περιβάλλοντος, ούτε την ισοπέδωση της ζωής των ανθρώπων, ούτε την ασχήμια των πόλεων, ούτε την παγκόσμια νίκη της ανευθυνότητας και του κυνισμού, ούτε την αντικατάσταση της τραγωδίας και της λαϊκής γιορτής με τις τηλεοπτικές σειρές -τιμήματα που δεν υπολογίζονται, κι ούτε θα μπορούσαν να υπολογίζονται, κι ούτε ποτέ θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σ΄ένα λογαριασμό αυτού του τύπου. Για να πραγματώσει αυτόν τον σκοπό χρειάστηκε, και μπόρεσε να  βασιστεί σε μια άνευ προηγουμένου στην ιστορία ανάπτυξη της τεχνολογίας, που ο ίδιος με χίλιους τρόπους προώθησε – τεχνολογία επίσης στενά προσανατολισμένη, είναι η αλήθεια, αλλά πρόσφορη για τους ακόλουθους στόχους: Δύναμη για τους κυρίαρχους, μαζική κατανάλωση για την πλειοψηφία των κυριαρχούμενων, καταστροφή του νοήματος της εργασίας, εξάλειψη του ανθρώπινου ρόλου του ατόμου στην παραγωγή. Αλλά το τρομερότερο μέσον ήταν η καταστροφή προγενέστερων κοινωνικών σημασιών και η ενστάλαξη στην ψυχή όλων, ή σχεδόν όλων, της λύσσας για την απόκτηση αυτού που, στη σφαίρα του καθενός, είναι ή φαίνεται δυνατόν να αποκτηθεί, και για την απόκτηση του οποίου αποδέχεται κανείς σχεδόν τα πάντα. Αυτή η ανθρωπολογική μετάλλαξη μπορεί να διαυγασθεί και να κατανοηθεί, όχι όμως και να ‘εξηγηθεί’.”

(1.) Πρβλ. το κείμενό μου του 1974, «Σκέψεις πάνω στην “ανάπτυξη” και την “ορθολογικότητα”», τώρα στον τόμο Xώροι του ανθρώπου – Tα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου II, ελλ. μετάφρ., εκδ. «Yψιλον», Aθήνα, 1995, ιδιαίτερα το Kεφ. 4, «Tο πλάσμα μιας “ορθολογικής” οικονομίας», σ. 24 κ. εξ.

(2.) Πρβλ. το κείμενό μου «Eξουσία, πολιτική, αυτονομία» (1988), στον τόμο Οι ομιλίες στην Eλλάδα, εκδ. «Yψιλον», 1990, σσ. 43-76.

Επιμέλεια κειμένου: Ε.- Α. Περράκης