Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαρτίου του 1922. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ένα μήνα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, θα μετακομίσει με την οικογένειά του στην Αθήνα.

Ο πατέρας του, Καίσαρας, ήταν άθεος, αντιβασιλικός και θαυμαστής της γαλλικής επανάστασης και της γαλλικής κουλτούρας. Ήταν ένας αρκετά αυστηρός άνθρωπος, ο οποίος έβαζε τον μικρό Κορνήλιο να απαγγέλει το πρωί αποσπάσματα από τον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα.

Η μητέρα του, Σοφία, ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένη. Θα του μεταδώσει το πάθος της για την κλασσική μουσική και μαζί με αυτό την ευαισθησία και την αγάπη της για τις τέχνες και το πιάνο.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης πάντοτε ανέφερε μια ιστορία με τον πατέρα του που φαίνεται ότι τον είχε στιγματίσει. Όταν ήταν έξι χρονών, το 1928, γινόταν μια διαδήλωση βασιλοφρόνων, οι οποίοι αντιδρούσαν στην εγκαθίδρυση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι δημοκρατικοί οργάνωναν αντιδιαδήλωση κι ένας φίλος του πατέρα του ήρθε να τον πάρει από το σπίτι για να πάνε μαζί. Ο πατέρας του, αμέσως πήγε να πάρει μαζί του το πιστόλι του. “Η μητέρα μου του είπε: ‘Καίσαρα, μη μου πεις ότι πας οπλισμένος;’. Εκείνος την παραμέρισε ευγενικά και έφυγε. Για μένα, αυτή παραμένει πάντα η εικόνα ενός ανθρώπου που είναι έτοιμος να πληρώσει ακόμα και με το αίμα του την πολιτική του στράτευση” (F. Dosse, Καστοριάδης. Μια ζωή).

Η μητέρα του πέρασε πολλά χρόνια κατάκοιτη στο κρεβάτι ταλαιπωρημένη από αρρώστιες και ο Κορνήλιος βρισκόταν συνέχεια στο πλάι της. Η απώλειά της, το 1938, του κόστισε πολύ. Παθαίνει αλωπεκίαση και χάνει όλες τις τρίχες του σώματός του (F. Dosse, ό.π.).

Ο Καστοριάδης μαθαίνει πιάνο από μικρός και ήδη στα 14 του χρόνια συνθέτει. Την περίοδο αυτή σκέφτεται να γίνει επαγγελματίας μουσικός. Η ανάμνηση της Αθήνας πριν από τον πόλεμο θα διατηρηθεί για πάντα μέσα του. Μια πόλη 600.000 κατοίκων, με “διάφανη ατμόσφαιρα” και μυρωδιές από πιπεριά και του βασιλικό στους γύρω δρόμους της. Ο μεσημεριανός περίπατος στο κέντρο της πόλης, τα βουνά και τα δέντρα που την περιβάλλουν, η ακρόπολη που είναι ορατή από κάθε σημείο της, οι συναυλίες, τα θέατρα, οι εκδομές θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη του.  (F. Dosse, ό.π.)

Άρχισε να διαβάζει φιλοσοφία από έντεκα χρονών και δεν άργησε να οδηγηθεί στον μαρξισμό. Από τότε, και σε όλη του τη ζωή, θα τον διακατέχει το πάθος για τη φιλοσοφία και την κοινωνική μεταβολή. Το 1938, μπαίνει στον πυρήνα της Κομμουνιστικής Νεολαίας (ΟΚΝΕ) της σχολικής του τάξης. Το 1939 συλλαμβάνεται, αλλά αφήνεται σύντομα ελεύθερος. Ήδη εκείνη την περίοδο κάνει τις πρώτες γνωριμίες με τροτσκιστές. Εντάσσεται στο ΚΚΕ λίγους μήνες μετά την εισβολή των Γερμανών. Ήταν ήδη φοιτητής στη Νομική Σχολή (βλ. “Ο άνθρωπος και οι ιδέες του”).

Η σοβινιστική κατεύθυνση του ΚΚΕ τον κάνει να πάρει γρήγορα αποστάσεις από το κόμμα. Εκδίδει μαζί με δυο συντρόφους του το έντυπο Νέα Εποχή, το οποίο αποκτά γρήγορα μια επιρροή στους κομμουνιστικούς κύκλους. Μέσα από το έντυπο επικρίνει τις γραφειοκρατικές και σοβινιστικές τάσεις του κόμματος. Όμως το κλίμα της εποχής, στην οποία το ΚΚΕ και το ΕΑΜ μονοπωλούν την αντίσταση, δεν επιτρέπει στην ομάδα του να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Προσχωρεί στην τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Πρίφτη (γνωστού ως Άγι Στίνα), του Δημοσθένη Βουρσούκη (δολοφονείται από την ΟΠΛΑ το 1944) και του Γιάννη Ταμτάκου. Η προσωπικότητα του Στίνα θα στιγματίσει τον Καστοριάδη.

Ο Στίνας είχε αποχωρήσει από το ΚΚΕ το 1931 και είχε ιδρύσει μαζί με τους Βουρσούκη, Ταμτάκο και άλλους, την Κομμουνιστική Διεθνιστική Ένωση Ελλάδος (ΚΔΕΕ). Όπως περιγράφει ο Καστοριάδης, ο Στίνας ήδη από το ‘32-’33 είχε διακηρύξει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια εξυγίανσης ή μεταρρύθμισης των κομμουνιστικών κομμάτων και της τρίτης διεθνούς ήταν αδύνατη. Θεωρούσε επομένως ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μία καινούργια διεθνής σε αντίθεση με τον Τρότσκι που πίστευε ότι μια πάλη εντός της Γ’ Διεθνούς ήταν ακόμη δυνατή. Η ΚΔΕΕ είχε από νωρίς καταγγείλει τον σταλινισμό και το σοβινισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Στίνας θεωρούσε απαράδεκτο το σύνθημα του Τρότσκι για την “άνευ όρων υπεράσπιση του εργατικού κράτους”, δηλαδή της ΕΣΣΔ, όπως σημειώνει ο Καστοριάδης (βλ. Ομιλία για τον Α. Στίνα).

Λόγω της πολιτικής του στράτευσης, ο Στίνας θα περάσει αρκετά χρόνια σε φυλακές (Αίγινα, Ακροναυπλία), εξορία και στο τμήμα καταδίκων στο νοσοκομείο Σωτηρία λόγω φυματίωσης. Μαζί με κάποιους συντρόφους του εκδίδει από το ‘42 την παράνομη εφημερίδα Εργατικό Μέτωπο. Είναι η περίοδος που θα γνωριστεί με τον Καστοριάδη.

Ο Καστοριάδης εντυπωσιάζεται, όπως λέει ο ίδιος, “από την οξύτητα, την τόλμη, την αδιαλλαξία της πολιτικής σκέψης του”. Ήταν η εποχή της κατοχής και “από την αρχή ο Σπύρος είχε χαράξει μια σωστή διεθνιστική γραμμή εναντίον της τροτσκιστικής γραμμής που υποστήριζε τον λεγόμενο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Θυμάμαι, ακόμα, πως προσπαθούσαμε και κατορθώναμε γερμανικά γραμμένες προκηρύξεις να τις ρίχνουμε στους γερμανικούς στρατώνες που βρίσκαμε στην περιοχή Αττικής” (βλ. Ομιλία για τον Α. Στίνα).

Εκείνη την περίοδο το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ καθώς πυκνώνουν τις γραμμές τους, αρχίζουν να επιτίθενται στα γερμανικά στρατεύματα και καταφέρνουν να ελέγξουν ολόκληρες περιοχές της υπαίθρου. Τα αντίποινα των γερμανών την περίοδο αυτή είναι 20.000 πολίτες νεκροί και τραυματίες, και περίπου ένα εκατομμύριο λεηλατημένες οικίες, σοδιές και εκκλησίες.

Ο Καστοριάδης παραλίγο να πέσει στα χέρια των κατακτητών δύο φορές. Την πρώτη φορά, ενώ επιστρέφει σπίτι από μια παράνομη συνάντηση, η Γκεστάπο σταματά το λεωφορείο που επέβαινε. Ο Καστοριάδης είχε στην τσάντα του παράνομο προπαγανδιστικό υλικό. “Ένας γερμανός αξιωματικός άρχισε να ψάχνει έναν έναν τους επιβάτες. Ευτυχώς για τον Καστοριάδη, λίγο πριν φτάσει η σειρά του, ο αξιωματικός σταμάτησε τον έλεγχο και κατέβηκε. Τη δεύτερη φορά, η Γκεστάπο εισέβαλε στο διαμέρισμα της οικογένειας Καστοριάδη και άρχισε να ψάχνει για παράνομα έντυπα. Και πάλι ο Καστοριάδης στάθηκε τυχερός, αφού δεν έψαξαν τελικά το συρτάρι όπου είχε φυλαγμένο υλικό πολιτικής προπαγάνδας” (F. Dosse, ό.π.).

Ο Καστοριάδης με τους συντρόφους του δεν είχαν όμως να αντιμετωπίσουν μόνο τους Γερμανούς αλλά και τους σταλινικούς, καθώς το ΚΚΕ είχε δώσει εντολή προς τα μέλη και τη νεολαία του: “τσακίστε τους στο ξύλο [τους τροτσκιστές], σακατέψτε τους”. Τον Σεπτέμβρη του 1943, ενώ ο Καστοριάδης μιλάει σε μια συνάντηση στην “υπόγα” θα δεχτεί επίθεση με καρεκλοπόδαρο στο κεφάλι από έναν φοιτητή αγνώστων στοιχείων και θα χάσει τις αισθήσεις του (ό.π.).

Αυτό που για τον Καστοριάδη ήταν “το καίρια ασθενές σημείο των αναλύσεών” τους “κατά την κατοχή, ήταν η ανάλυση του ΕΑΜ, του ΚΚΕ, της δυναμικής τους και των σκοπών. Το κατάλοιπο της τροτσκιστικής αυταπάτης που μας βάραινε και που δεν είχαμε ακόμα απορρίψει ήταν η ιδέα ότι τα σταλινικά κόμματα είχαν αστικοποιηθεί, όπως 40 ή 50 χρόνια πριν είχε αστικοποιηθεί η σοσιαλδημοκρατία”.

“Η ώρα της αλήθειας σήμανε το Δεκέμβρη του ‘44”. Ήταν η πρώτη φορά, που ο 22χρονος Κορνήλιος είδε μάζες στο δρόμο. Όμως αυτές οι μάζες “ήταν έτοιμες να κρεουργήσουν όποιον εγώ θερούσα επαναστάτη και εμένα τον ίδιο φυσικά… Έβλεπες κοσμάκη να κατεβαίνει από την Καισαριανή, από το Παγκράτι, να ανεβαίνει από το Περιστέρι και να είναι έτοιμος να σκοτωθεί και εσύ να ξέρεις ότι αυτό για το οποίο σκοτώνεται είναι για να εγκαταστήσει εδώ στρατόπεδα συγκεντρώσεως και σταλινική δικτατορία”(βλ. Ομιλία για τον Α. Στίνα).

(στο παραπάνω βίντεο αγγλικές δυνάμεις επιτίθενται στα κεντρικά γραφεία του ΕΑΜ, το 1944 και όχι το 1945 όπως λανθασμένα αναγράφεται)

Γίνεται έτσι σαφές το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονταν οι δυνάμεις της αριστεράς, και συγκεκριμένα οι διεθνιστές κομμουνιστές με τη μικρή επιρροή τους, οι οποίοι από τη μια επιθυμούσαν τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και από την άλλη αποδοκίμαζαν μια σταλινικού τύπου δικτατορία.

Η αυτοκριτική του Καστοριάδη στον τρόπο σκέψης της οργάνωσής του σχετικά με το ΚΚΕ πηγαίνει ακόμη βαθύτερα. Διερωτάται έτσι “τι είδους αστικό ή ρεφορμιστικό κόμμα ήταν αυτό που, αν αφήσουμε κατά μέρος τη σκοτεινή και όχι τελείως γνωστή ιστορία των δισταγμών και του ηλίθιου τρόπου με τον οποίο η σταλινική διεύθυνση – από τη δική μας άποψη- έδωσε τη μάχη των Αθηνών, προσπαθούσε να καταλάβει την εξουσία με τα όπλα, έσφαζε τους πάντες και τα πάντα κλπ. Και τι κινούσε και υποκινούσε τις μάζες που το ακολουθούσαν;”

Αυτό το σημείο δημιουργεί τη “μόνη πολιτική διαφωνία που είχα στη ζωή μου με τον Σπύρο”. Ο Στίνας, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, “υποστήριξε ότι επρόκειτο για ένα ιδιόρρυθμο στρατιωτικό κίνημα που απηχούσε πραξικοπηματικές τάσεις των στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ”. Για τον ίδιο, αντίθετα, “τα Δεκεμβριανά ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η Αποκάλυψις, όχι του Ιωάννου, αλλά του… Ιωσήφ και του… Νικολάου. Τα γεγονότα αυτά, η πολιτική του κόμματος, η στάση των μαζών ήταν τελείως αχώνευτα μέσα στα κλασσικά σχήματα – όχι μόνο τροτσκιστικά ούτε καν στα λενινιστικά αλλά τελικά ακόμη, αν ακριβολογούμε, και μέσα στα μαρξιστικά σχήματα θεώρησης της κοινωνίας και της Ιστορίας. Έδειχναν που επήγαινε ο σταλινισμός, ήταν φως φανάρι ότι αν οι σταλινικοί είχαν πάρει την εξουσία στην Ελλάδα […] θα είχαν εγκαταστήσει ένα καθαρά σταλινικό καθεστώς σαν κι αυτό που υπήρχε στη Ρωσία κι αργά ή γρήγορα θα ξεκαθάριζαν και τους αστούς και τους μεσαίους αστούς και τους αριστερούς διαφωνούντες κι οποιονδήποτε δεν συμφωνούσε μαζί τους και δεν γινόταν πειθήνιο όργανό τους. Αυτό φυσικά, το λέω χωρίς καμία έπαρση, επαληθεύτηκε μαζικά απ’ ότι συνέβη μετά (δεν το ξέραμε τότε) και στη Γιουγκοσλαβία και στις άλλες χώρες, είτε υπήρχε ρώσικος στρατός είτε δεν υπήρχε” (βλ. Ομιλία για τον Α. Στίνα).

Την εποχή των Δεκεμβριανών, “ο Καστοριάδης συλλαμβάνεται από μια ομάδα ακροδεξιών. Ευτυχώς, αυτοί που τον συνέλαβαν δεν γνώριζαν ότι περιλαμβάνεται στον κατάλογο των καταζητούμενων και, αφού τον ανέκριναν, τον άφησαν ελεύθερο”.  Είναι η περίοδος κατά την οποία η θηριώδης βία των δυνάμεων ασφαλείας θα δημιουργήσουν μεγάλη αντίδραση στο λαό ο οποίος θα απαντήσει με επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα. (Dosse, ό.π.)

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, την κυριαρχία του ΕΛΑΣ θα διαδεχθεί η λευκή τρομοκρατία της άκρας δεξιάς και των συνεργατών των γερμανών οι οποίοι επανέρχονται σε σημαντικές κρατικές θέσεις. Η οργάνωση του Στίνα θα δεχτεί σφοδρές επιθέσεις και από τη δεξιά και από το ΚΚΕ, το οποίο σκληραίνει τη στάση. 16.000 φυλακίζονται και αρκετοί καταδικάζονται σε θάνατο (ό.π.).

Το 1944 δημοσιεύει τα πρώτα του κείμενα (“εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών” καθώς και μια μετάφραση κειμένου του Max Weber με σχόλια) στο περιοδικό Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής. Τα κείμενα αυτά θα δημοσιευθούν μετά από πολλά χρόνια στο βιβλίο ο Πρώτες Δοκιμές (Αθήνα: ύψιλον/βιβλία). Ήδη στα κείμενα αυτά υπάρχει το πολιτικό πρόβλημα και η συνείδηση της ανάγκης ενός ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού, καθώς και η πίστη στη δημιουργικότητα της μεγάλης μάζας των ανθρώπων όπως και ο κεντρικός χαρακτήρας του δημοκρατικού προτάγματος. Αλλά υπάρχει εξίσου και η φιλοσοφική αναζήτηση: “πώς μπορούμε να σκεφτούμε την κοινωνία και την ιστορία, και, ξεκινώντας από αυτό: τι μπορούμε να σκεφτούμε για τις σχέσεις μας, ως ανθρωπίνων όντων, με τα “αντικείμενα” που μας περιβάλλουν (και μας συγκροτούν), και με τις “ιδέες” που διαμορφώνουν αυτές τις σχέσεις”.

Το 1945, ο Καστοριάδης έρχεται σε σύγκρουση με τους συντρόφους του στην οργάνωση σχετικά με την εμμονής τους στη τροτσκιστική ανάλυση της σοβιετικής ένωσης ως κράτος εργατών, την οποία ανάλυση και απορρίπτει. Λίγα χρόνια αργότερα (’48) η οργάνωση θα υιοθετήσει όλες τις θέσεις του Καστοριάδη.

Καθώς ο Καστοριάδης διώκεται και από τα δύο στρατόπεδα (κυβέρνηση, ΚΚΕ), χρησιμοποιεί ένα υπόγειο για κρυψώνα και περιμένει το μέσο που θα του δώσει διέξοδο από την πολιορκία (ό.π.). Το πλοίο της λύτρωσης και της εξορίας.

 

Βιβλιογραφία:

Dosse F., Καστοριάδης. Μια ζωή, μτφρ. Α. Παππάς, Αθήνα: Πόλις. 2015.

Καστοριάδης Κ. “Ο άνθρωπος και οι ιδέες του” (συνέντευξη στην Τέτα Παπαδοπούλου), στο Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη “είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας”, συνεντεύξεις, μτφρ., επιμ. Τέτα Παπαδοπούλου, Αθήνα: Κριτική. 2017.

Καστοριάδης Κ., “Ομιλία για τον Α. Στίνα”, στο Ο θρυμματισμένος κόσμος, Αθήνα: Ύψιλον. 1992.