Ο δημοσιογράφος Paul Mason με ειδίκευση στο οικονομικό ρεπορτάζ έγινε ευρέως γνωστός στην Ελλάδα με την κάλυψη της ελληνικής κρίσης για λογαριασμό μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορείων κυρίως της Αγγλίας.

Στο βιβλίο του Μετακαπιταλισμός. Ένας οδηγός για το μέλλον υποστηρίζει ότι η εποχή της ακμής του καπιταλισμού βρίσκεται στο παρελθόν. Όπως άλλωστε ανακοίνωσε και ο ΟΟΣΑ (OECD) “η ανάπτυξη στον ανεπτυγμένο κόσμο θα είναι ‘ασθενική’ για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Η ανισότητα θα φτάσει στο 40%. Ακόμα και στις αναπτυσσόμενες χώρες, η ανάπτυξη θα έχει ξεθυμάνει ως το 2060” (βλ. OECD, Policy challenges for the next 50 years, 2014).

Ο Mason βλέπει έτσι δύο πιθανά σενάρια για το μέλλον και αντιτείνει ένα τρίτο.

Σενάριο 1: “η παγκόσμια ελίτ γαντζώνεται στην εξουσία για τα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια να φορτώνει το κόστος της κρίσης στους εργαζόμενος, τους συνταξιούχους και τους φτωχούς. Η παγκόσμια τάξη, όπως επιτάσσουν το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου, επιβιώνει, αλλά με μειωμένη δύναμη. Το κόστος για τη σωτηρία της παγκοσμιοποίησης το σηκώνουν οι καθημερινοί άνθρωποι στον αναπτυγμένο κόσμο. Η ανάπτυξη όμως παραμένει στάσιμη”.

Σενάριο 2: “η συναίνεση καταρρέει. Κόμματα της Άκρας Δεξιάς και της Άκρας Αριστεράς κερδίζουν την εξουσία καθώς οι καθημερινοί άνθρωποι αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της λιτότητας. Τα κράτη από τη μεριά τους προσπαθούν να φορτώσουν το κόστος της κρίσης το ένα στις πλάτες του άλλου. Και ενώ η παγκοσμιοποίηση παραμένει, οι παγκόσμιοι θεσμοί αποδυναμώνονται και στην πορεία οι συγκρούσεις που μαίνονται την τελευταία εικοσαετία (οι πόλεμοι των ναρκωτικών, οι εθνικισμοί που αναδύθηκαν μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι τζιχαντιστές, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση και οι πολέμιοί της) ανάβουν φωτιές στο κέντρο του συστήματος. Σε αυτό το σενάριο, ακόμα και ο υφιστάμενος υποκριτικός σεβασμός προς το διεθνές δίκαιο εξανεμίζεται. Τα βασανιστήρια, η λογοκρισία, οι αυθαίρετες προφυλακίσεις και οι μαζικές παρακολουθήσεις γίνονται συνηθισμένα εργαλεία στα χέρια του κράτους τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια παραλλαγή των όσων συνέβησαν κατά τη δεκαετία του 1930 και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα επαναληφθούν”.

Και τα δύο αυτά σενάρια δεν αποφεύγουν τις “σοβαρότατες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, της δημογραφικής γήρανσης και της πληθυσμιακής αύξησης” οι οποίες θα εμφανιστούν γύρω στο 2050. Επομένως, για τον Mason πρέπει να “καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μία βιώσιμη παγκόσμια τάξη πραγμάτων και να αποκαταστήσουμε τον δυναμισμό της οικονομίας, μετά το 2050 θα ακολουθήσει το χάος”.

Βέβαια αυτά τα πρώτα δύο σενάρια θεωρώ ότι δεν είναι και τόσο αντικρουόμενα, καθώς η διάκρισή τους δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη, παρόλα αυτά όμως ας δούμε το σενάριο που αντιπροτείνει.

Το εναλλακτικό σενάριο που προτείνει συμπυκνώνεται στο εξής: “Πρώτα σώζουμε την παγκοσμιοποίηση απορρίπτοντας τον νεοφιλελευθερισμό και μετά σώζουμε τον πλανήτη (και τον εαυτό μας από τις εντάσεις και τις ανισότητες) αφήνοντας πίσω τον καπιταλισμό”. Το όνομα αυτή της πρότασης είναι «μετακαπιταλισμός».

(Και πάλι εδώ μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να υπάρξει ένα μετακαπιταλιστικό σύστημα το οποίο να είναι ακόμη περισσότερο καταπιεστικό και ολιγαρχικό).

Ο Mason θεωρεί ότι ο καπιταλισμός είναι “ένα σύνθετο, ευπροσάρμοστο σύστημα, που όμως έχει χάσει την ικανότητα για περαιτέρω προσαρμογή”. Αυτό αποτελεί και το βασικό επιχείρημα του βιβλίου. Ο καπιταλισμός σήμερα δε μπορεί να προσαρμοστεί ούτε στις τεχνολογικές εξελίξεις, καθιστώντας έτσι απαραίτητο τον μετακαπιταλισμό.

Έτσι εδώ διαφαίνεται ένας κάποιος τεχνολογικός ντετερμινισμός τον οποίο δείχνει ότι ασπάζεται ο Mason. Όπως σημειώνει τα τελευταία 25 χρόνια θεωρεί ότι υπάρχουν τρεις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών που κάνουν εφικτό τον μετακαπιταλισμό:

α) “Οι τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών έχουν κάνει δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου και έχουν καταστήσει χαλαρή τη σχέση μισθού-εργασίας”.

β) “Τα πληροφοριακά αγαθά υπονομεύουν την ικανότητα των αγορών να καθορίσουν σωστά τις τιμές. Και αυτό διότι οι αγορές βασίζονται στην ανεπάρκεια των προϊόντων για να καθορίσουν τις τιμές, ενώ η πληροφορία βρίσκεται σε αφθονία. Το σύστημα για να αμυνθεί, χρειάζεται να δημιουργήσει μονοπώλια πρωτόγνωρης κλίμακας για τα τελευταία διακόσια χρόνια. Τέτοια μονοπώλια όμως είναι αδύνατον να αντέξουν υπό τις παρούσες συνθήκες”.

γ) “Γινόμαστε μάρτυρες μίας αυθόρμητης άνθησης της συνεργατικής παραγωγής. Εμφανίζονται αγαθά, υπηρεσίες και οργανισμοί, που δεν ανταποκρίνονται στις οδηγίες των αγορών και των διοικητικών ιεραρχιών. Το μεγαλύτερο πληροφοριακό αγαθό του κόσμου, η Wikipedia, παρήχθη από τη δωρεάν εργασία 27.000 εθελοντών και ακυρώνει τις επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας εγκυκλοπαιδειών, αφαιρώντας συνάμα από τις επιχειρήσεις διαφήμισης έσοδα της τάξης των 3 δις δολαρίων τον χρόνο”.

Έτσι, πολλαπλασιάζονται τα εναλλακτικά νομίσματα, οι τράπεζες χρόνου, οι κοοπερατίβες και οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι, χωρίς όμως να γίνονται αντιληπτά από τους επαγγελματίες οικονομολόγους και συχνά ως άμεσο αποτέλεσμα της διάλυσης των παλιών δομών μετά την κρίση του 2008, αναπτύσσοντας παράλληλα μια καινούργια κουλτούρα του “επιχειρείν”, όπως την οικονομία διαμοιρασμού (sharing economy), τα κοινά, την ομότιμη παραγωγή κ.ά.

Θυμίζοντας εδώ τους Hardt και Negri σημειώνει ότι “σήμερα ολόκληρη η κοινωνία είναι ένα εργοστάσιο και τα δίκτυα επικοινωνιών που είναι απαραίτητα για τη διεκπεραίωση των καθημερινών εργασιών και την παραγωγή κέρδους αντιβουίζουν από τη διαδεδομένη γνώση και τη δυσφορία. Σήμερα το δίκτυο είναι εκείνο που, όπως πριν διακόσια χρόνια η βιοτεχνία, ‘δε μπορεί να φιμωθεί ή να διαλυθεί’.” Έτσι για τον Mason “μπορεί οι εξεγέρσεις συχνά βαλτώνουν. Η τάξη όμως δεν αποκαθίσταται ποτέ πλήρως.”

Στόχος του Mason είναι η χαρτογράφηση των νέων αντιφάσεων του καπιταλισμού. Και “η βασικότερη αντίφαση των ημερών μας βρίσκεται μεταξύ της δυνατότητας για δωρεάν άφθονα αγαθά και πληροφορίες, και του συστήματος των μονοπωλίων, των τραπεζών και των κυβερνήσεων, που πασχίζει να διατηρήσει τα πράγματα ιδιωτικοποιημένα, εμπορεύσιμα και σε ανεπάρκεια. Όλα καταλήγουν στην πάλη ανάμεσα στο δίκτυο και την ιεραρχία, ανάμεσα στις παλιές κοινωνικές δομές, που στήθηκαν γύρω από τον καπιταλισμό, και τις νέες κοινωνικές δομές, που δίνουν μία εικόνα του μέλλοντος”.

Γι΄αυτό και για τον Mason δεν είναι  τυχαία η δήλωση που έκαναν το 2013 οι οικονομολόγοι της JP Morgan: “για να επιβιώσει ο νεοφιλελευθερισμός, πρέπει να εξασθενίσει η δημοκρατία. Προειδοποιούσαν ότι η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία είχα ‘χρόνια προβλήματα πολιτικής φύσης’: ‘Τα Συντάγματα και οι πολιτικοί συμβιβασμοί στη νότια περιφέρεια, που θεσπίστηκαν την επομένη της πτώσης του φασισμού, έχουν χαρακτηριστικά που αποτρέπουν την περαιτέρω ενσωμάτωση της περιοχής.” (βλ. D. Mackie et al., “The Euro-area Adjustment: About Halfway There”, JP Morgan, 28 May 2013).

Σε ολόκληρο τον κόσμο “οι ελίτ και οι υποστηρικτές τους έχουν στοιχηθεί για να υπερασπίσουν τις βασικές τους αρχές: το μεγάλο κεφάλαιο, τους χαμηλούς μισθούς, τη μυστικοπάθεια, τον μιλιταρισμό, την πνευματική ιδιοκτησία και την παραγωγή ενέργειας. Τα άσχημα νέα είναι ότι ελέγχουν σχεδόν όλες τις κυβερνήσεις στον πλανήτη. Τα καλά νέα είναι ότι στις περισσότερες χώρες δεν απολαμβάνουν ούτε τη δημοφιλία ούτε τη συναίνεση των απλών ανθρώπων”.

Ακριβώς σε αυτό το χάσμα μεταξύ χαμηλής δημοτικότητας και μεγάλης δύναμης θεωρεί ο Mason ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος. “Όπως διαπίστωσα στις όχθες του ποταμού Δνείστερου, μία δικτατορία που προσφέρει φθηνό φυσικό αέριο και θέσεις εργασίας για νέους στον στρατό φαντάζει καλύτερη από ένα δημοκρατικό καθεστώς που εγκαταλείπει τους πολίτες στην παγωνιά και την πείνα […] ο νεοφιλελευθερισμός με την εμμονή του στον οριστικό και αμετάκλητο χαρακτήρα των ελεύθερων αγορών, προσπάθησε να ξαναγράψει την ιστορία της ανθρωπότητας ως μία ιστορία «των λαθών που έγιναν πριν από αυτόν”.

Για να υποστηρίξει την κεντρική ιδέα του περί παρακμής του καπιταλισμού, παρουσιάζει αρχικά την έννοια της χρηματιστικοποίησης.

Χρηματιστικοποίηση: πρόκειται για έναν όρο τον οποίο χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι για να περιγράψουν τέσσερις συγκεκριμένες αλλαγές που ξεκίνησαν κατά τη δεκαετία του 1980:

  1. Οι εταιρείες εγκατέλειψαν τις τράπεζες και- για να χρηματοδοτήσουν την επέκτασή τους- στράφηκαν στις ελεύθερες χρηματαγορές.

  2. Οι τράπεζες άρχισαν να αντιμετωπίζουν τους καταναλωτές ως πηγή κερδοφορίας, όπως επίσης και ως ένα σύνολο πολύπλοκων δραστηριοτήτων υψηλού ρίσκου, που αποκαλούμε ‘τραπεζικές επενδύσεις’.

  3. Οι καταναλωτές έγιναν άμεσα συμμέτοχοι στις χρηματαγορές. Οι πιστωτικές κάρτες, οι υπεραναλήψεις, τα φοιτητικά και τα καταναλωτικά δάνεια έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομίας στηρίζεται πλέον όχι στην πρόσληψη εργατών και την πώληση αγαθών και υπηρεσιών σε αυτούς, αλλά στον δανεισμό τους.

  4. Τώρα πια, κάθε απλή μορφή οικονομικής δραστηριότητας εγείρει και μία αγορά σύνθετων χρηματοοικονομικών. Οποιοσδήποτε αγοράζει ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο δημιουργεί ένα μετρήσιμο χρηματοοικονομικό κέρδος κάπου μέσα στο σύστημα. Ένα συμβόλαιο κινητού τηλεφώνου, η συνδρομή στο γυμναστήριο, ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος (όλα τα πάγια έξοδά σου) είναι πακεταρισμένα μέσα σε χρηματοοικονομικά εργαλεία και αποδίδουν σταθερό τόκο σε κάποιον επενδυτή, πολύ πριν ο καταναλωτής αποφασίσει να τα αγοράσει. Και επιπλέον, κάποιοι που ο καταναλωτής δεν έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του, στοιχηματίζουν στο αν θα εξοφλήσει ή όχι τους λογαριασμούς του.”

“Ο ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ είχε πει ότι η παρακμή κάθε οικονομικής υπερδύναμης ξεκινά με τη θεαματική της στροφή στα χρηματοοικονομικά. Εξετάζοντας την πτώση της Ολλανδίας, που υπήρξε εμπορική αυτοκρατορία τον 17ο αιώνα, έγραψε: Κάθε καπιταλιστική ανάπτυξη τέτοιας κλίμακας φαίνεται ότι, όταν φθάσει στο στάδιο του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού, δηλώνει κατά τρόπο ότι εισέρχεται στην Τρίτη ηλικία. Είναι σημάδι του φθινοπώρου που έρχεται“.  (βλ. F. Braudel, Civilization and Capitalism (15th-18th century): The perspectives of the world, USA: Berkeley & Los Angeles, 1992, p. 246)

Επομένως, μια “οικονομία της πληροφορίας ενδεχομένως είναι ασύμβατη με μια οικονομία των αγορών, ή τουλάχιστον, με μία οικονομία που κυριαρχείται και ρυθμίζεται κατά κύριο λόγο από τις δυνάμεις της αγοράς”. Αυτή είναι για τον Mason η βασική αιτία που το σύστημα κατέρρευσε και ο νεοφιλελευθερισμός ψυχορραγεί.

Καθώς οι ειδικοί αναλυτές δεν κατάφεραν να προβλέψουν την κρίση, ο Mason οδηγείται στη θεωρία του Κοντράτιεφ. Με βάση τη θεωρία του Κοντράτιεφ, και επεκτείνοντας την αλυσίδα μέχρι σήμερα, και συνδυάζοντας παράλληλα τις ‘φυσικές διαστάσεις’ του Μαρκέτι, ο Mason προτείνει το ακόλουθο περίγραμμα για τα στάδια του βιομηχανικού καπιταλισμού:

1ο στάδιο, 1790-1848: Ο πρώτος μεγάλος κύκλος είναι ορατός στα δεδομένα στην Αγγλία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Το εργοστασιακό σύστημα, οι ατμοκίνητες μηχανές και οι διώρυγες αποτελούν τη βάση του νέου προτύπου. Σημείο καμπής είναι η οικονομική ύφεση του 1920. Το κύμα των επαναστάσεων της περιόδου 1848-1851, που συγκλόνισε την Ευρώπη και που, στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, αντικατοπτρίζεται στον Πόλεμο του Μεξικού και τον Συμβιβασμό του Μιζούρι στις ΗΠΑ, συνιστά ένα ξεκάθαρο τέλος.

2ο στάδιο, 1848- μέσα δεκαετίας του 1890: Το δεύτερο μεγάλο κύμα είναι φανερό σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο. Προς το τέλος, γίνεται φανερό και στην παγκόσμια οικονομία. Οι σιδηρόδρομοι, ο τηλέγραφος, τα ποντοπόρα ατμόπλοια, οι σταθερές ισοτιμίες και οι μηχανές που κατασκευάζουν μηχανές διαμορφώνουν το νέο πρότυπο. Η κορυφή του κύματος θα σχηματιστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1870, οπότε η οικονομική κρίση σε ΗΠΑ και σε Ευρώπη θα οδηγήσει στη Μακρά Ύφεση (1873-1896). Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, σε απάντηση των κοινωνικοοικονομικών κρίσεων αναπτύσσονται νέες τεχνολογίες που αρχίζουν να αποκτούν δυναμική στα πρώτα στάδια του τρίτου κύματος

3ο στάδιο, Τέλη της δεκαετίας του 1890-1945: Στον τρίτο μεγάλο κύκλο οι τεχνολογίες-κλειδιά είναι η βαριά βιομηχανία, η ηλεκτρολογία, το τηλέφωνο, η επιστημονική διαχείριση και η μαζική παραγωγή. Το σημείο καμπής εμφανίζεται στα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κρίση της δεκαετίας του 1930 σε συνδυασμό με την καταστροφή του κεφαλαίου, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, βάζουν τέλος στην καθοδική φάση.

4ο στάδιο, Τέλη της δεκαετίας του 1940-2008: Στο τέταρτο κύμα το νέο πρότυπο δημιουργείται από τα τρανζίστορ, τα συνθετικά προϊόντα, τα αγαθά που προορίζονται για μαζική κατανάλωση, την αυτοματοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής, την πυρηνική ενέργεια και τα αυτόματα υπολογιστικά συστήματα. Ακολούθησε η μεγαλύτερη σε διάρκεια εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη στην Ιστορία. Ο σημείο καμπής είναι πασιφανές: η πετρελαϊκή κρίση τον Οκτώβρη του 1973. Τη διαδέχεται μία μακρά περίοδος αστάθειας, χωρίς όμως σημαντικά υφεσιακά χαρακτηριστικά.

5ο στάδιο, Τέλη της δεκαετίας του 1990- , η εμφάνιση των βασικών στοιχείων του πέμπτου μεγάλου κύκλου συμπίπτει χρονικά με το τέλος του προηγούμενου. Κινητήριες δυνάμεις είναι η τεχνολογία δικτύων, η κινητή τηλεφωνία, μία πραγματικά παγκοσμιοποιημένη αγορά και τα πληροφοριακά αγαθά. Έχει όμως καθυστερήσει και ο λόγος έχει σχέση τόσο με τον νεοφιλελευθερισμό, όσο και με την τεχνολογία.

Πέρα από ένα ξεκάθαρο ιστορι(κι)σμό και μια τελεολογία την οποία πρέπει να σημειώσουμε, και να λάβουμε υπόψη, η θεωρία του Κοντράτιεφ και η προέκταση που επιχειρεί ο Mason παρουσιάζουν κάποια εξαιρετικά ενδιαφέροντα σημεία.

Ο Drucker, στο βιβλίο του Μετακαπιταλιστική κοινωνία “διαιρεί την ιστορία του βιομηχανικού καπιταλισμού σε τέσσερα μέρη: α) στην επανάσταση της μηχανικής που διήρκησε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, β) στην επανάσταση της παραγωγικότητας με την έλευση της επιστημονικής διαχείρισης μετά το 1890, γ) στην επανάσταση της διοίκησης μετά το 1945 με την εφαρμογή της γνώσης στις επιχειρηματικές διαδικασίες, και τέλος, δ) στην επανάσταση της πληροφορίας, που βασίζεται στην ‘εφαρμογή της γνώσης στη γνώση’.”

Όπως σημειώνει και ο Γκρίφιν, “αν κάτι μπορεί να αντιγραφεί και να επικολληθεί (copy, paste), ουσιαστικά μπορεί να αναπαραχθεί δωρεάν. Έχει, δηλαδή, μηδενικό οριακό κόστος”. Για τον Mason, το γεγονός επίσης ότι η πληροφορία δεν φθείρεται και ότι η χρήση από έναν δεν αποτρέπει τη χρήση από κάποιον άλλο, ένα τέτοιο αγαθό χαρακτηρίζεται στην οικονομική γλώσσα ως ‘μη ανταγωνιστικό’, και στην καθομιλουμένη, ‘κοινόχρηστο’. Όταν ένα αγαθό είναι ‘μη ανταγωνιστικό’ (όπως το mp3 που είναι πληροφορία), ο μοναδικός τρόπος για να προστατευτεί η ιδιοκτησία είναι μέσω του ‘αποκλεισμού’, είτε μέσω ενός νόμου που καθιστά την αντιγραφή παράνομη, είτε μέσω ενός προγράμματος που καθιστά την αντιγραφή αδύνατη.

Όμως, από την άλλη, “η πληροφορία είναι ένα προϊόν που κοστίζει ενέργεια και υφίσταται ως ύλη. Τα μπιτ καταλαμβάνουν πραγματικό χώρο. Καταναλώνουν ενέργεια, εκπέμπουν θερμότητα και χρειάζονται χώρο για να αποθηκευτούν. Το Cloud της Google καλύπτει ολόκληρα εκτάρια από κλιματιζόμενες αποθήκες γεμάτες διακομιστές.”

Έτσι, αυτό που τονίζει ο Mason είναι  ότι “το πραγματικό θαύμα της πληροφορίας δεν είναι ότι είναι άυλη, αλλά ότι εξαλείφει την ανάγκη για εργασία. Κάνει όλα όσα κάνουν και οι μηχανές. Αντικαθιστά την εξειδικευμένη με τη φθηνή εργασία, εξαφανίζει άπαξ δια παντός την εργασία σε ορισμένους τομείς και δίνει την ευκαιρία ύπαρξης σε νέους τομείς που δε θα είχαν καμία ελπίδα υπό τις προϋπάρχουσες συνθήκες εργασίας. Η νέα πληροφορία που παράγεται από έναν υπολογιστή έχει αξία χρήσης – ή χρησιμότητα- πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του υπολογιστή.

Η ποσότητα όμως της εργασιακής αξίας που ενυπάρχει στα πληροφοριακά αγαθά μπορεί να είναι μηδαμινή. Όταν η γνώση γίνει πραγματικά κοινωνική, όπως φανταζόταν ο Μαρξ, με την έννοια της συλλογικής νοημοσύνης, ένα τμήμα της αξίας προκύπτει δωρεάν ως εξής:

  1. Τα πληροφοριακά αγαθά μοχλεύουν τη γενική επιστημονική γνώση.

  2. Οι χρήστες ανατροφοδοτούνται, σε πραγματικό χρόνο, με δεδομένα που τους επιτρέπουν να βελτιωθούν, χωρίς κανένα αντίτιμο.

  3. Κάθε εξέλιξη στη γνώση, σε όποιο σημείο κι αν εμφανιστεί, μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα σε οποιοδήποτε μηχάνημα.”

Η θεωρία της αξίας ως παραγόμενης από την εργασία (Μαρξ) “επιτρέπει να αντιληφθούμε τα προγράμματα λογισμικού ως μηχανήματα και την πληροφορία (τρισδιάστατα σχέδια, προγράμματα, αναφορές απόδοσης έργου) ως ολοκληρωμένη εργασία, όπως ακριβώς είναι όλα τα εξαρτήματα της πρέσας. Επιπλέον μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε τη διαδικασία μέσω της οποίας η ιδιότητα του ‘μηδενικού οριακού κόστους’, που χαρακτηρίζει τα αμιγώς πληροφοριακά αγαθά, διαπερνά τον κόσμο των υλικών αγαθών και των μηχανημάτων που τα παράγουν”.

Το κόστος αναπαραγωγής ενός βιομηχανικού λογισμικού είναι όσο το αντίστοιχο ενός dvd. Δηλαδή μηδέν. “Η οικονομία που βασίζεται στην πληροφορία, με την τάση τα για προϊόντα μηδενικού κόστους και περιορισμένου δικαιώματος ιδιοκτησίας, δεν μπορεί να είναι μία καπιταλιστική οικονομία.”

Ο Mason θεωρεί λανθασμένη την ανάλυση του Μαρξ για την εργατική τάξη, που πίστευε ότι “η αυτοματοποίηση θα κατέστρεφε την εξειδίκευση και ότι το προλεταριάτο δε θα μπορούσε να δημιουργήσει τη δική του διαχρονική κουλτούρα, εντός του καπιταλισμού. Την είχε ήδη δημιουργήσει στο Λάνκασαιρ, πριν ακόμα ο Μαρξ αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο” (μαζικές συνελεύσεις, κύκλοι αυτομόρφωσης, συνεργατικά καταστήματα, τραγούδια, ποιήματα, εφημερίδες και βιβλιοπωλεία).

Το λάθος του, κατά τον Mason, είναι κυρίως μεθοδολογικό, διότι ενώ “ως οπαδός του Χέγκελ επέμεινε ότι το αντικείμενο μελέτης των κοινωνικών επιστημών πρέπει να είναι ‘το όλον’, εκείνο που βρίσκεται σε μία διαδικασία του ‘γίγνεσθαι’ και του θανάτου, εκείνο που περιέχει όλες τις αντιφάσεις του, το επίσημο εκείνο αλλά και το υπονοούμενο, κρυμμένο εκείνο. Στις αναλύσεις του για τον καπιταλισμό, ακολούθησε πιστά αυτή τη μέθοδο, δεν έκανε όμως το ίδιο στις αναλύσεις του για την εργατική τάξη.

Η ανθρωπολογία της εργατικής τάξης του 1842 που έγραψε ο Ενγκελς είναι ενδελεχής, σύνθετη και συγκεκριμένη. Η μαρξιστική θεωρία για το προλεταριάτο δεν είναι: Υποβάθμισε μια ολόκληρη τάξη σε φιλοσοφική κατηγορία και πολύ γρήγορα θα αποδεικνυόταν λάθος”.

Περί μεταβάσεων

Για τον Mason 4 είναι τα χαρακτηριστικά που έδωσαν ώθηση στην μετάβαση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό:

α) Ως το 1353, ο «Μαύρος Θάνατος», η πανούκλα, εξολόθρευσε περίπου το ¼ του πληθυσμού της ηπείρου.

β) Η ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος: εγγυημένη μέθοδος πλουτισμού για τις άρχουσες τάξεις.

γ) Η ανακάλυψη και η λεηλασία της Αμερικής (1503) και

δ ) Η τυπογραφία.

Ενώ, “η φεουδαρχία ήταν ένα οικονομικό σύστημα δομημένο πάνω σε παραδόσεις και νόμους, που παγίωναν τις σχέσεις υποχρέωσης, ο καπιταλισμός δομήθηκε σε κάτι αποκλειστικά οικονομικό: στην αγορά”.

Αν και η μετάβαση προς μια μετακαπιταλιστική κοινωνία είναι αναγκαία για τον Mason, δύσκολα όμως μπορούν να προβλεφθούν οι παράγοντες που θα την καθορίζουν, καθώς πρόκειται για μια μετάβαση που είναι δομημένη πάνω στην ελευθερία, και όχι πάνω στην οικονομία.

Αυτό όμως που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει σήμερα είναι “να ξαναμάθουμε, να πράττουμε θετικά: Να δημιουργούμε εναλλακτικές λύσεις μέσα στο υπάρχον σύστημα, να αξιοποιούμε την κυβερνητική εξουσία με τρόπο ανατρεπτικό και ριζοσπαστικό, και να εστιάσουμε τις δράσεις μας στην ενίσχυση της μεταβατικής τροχιάς του συστήματος αφήνοντας κατά μέρος την αποσπασματική υπεράσπιση ασύνδετων στοιχείων του παλιού συστήματος”. Αυτό καθίσταται αναγκαίο μεταξύ άλλων και λόγο των κρίσιμων ζητημάτων που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε πλέον ως ανθρωπότητα: την κλιματική αλλαγή και το δημογραφικό.

Το βιβλίο κλείνει  με ένα “Μετακαπιταλιστικό πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας” και 5 αρχές μετάβασης προς αυτό.

Οι 5 αρχές μετάβασης:

1) Κατανόηση των ορίων της ανθρώπινης θέλησης απέναντι σε ένα περίπλοκο και εύθραυστο σύστημα. {…} Δοκιμαστική εφαρμογή όλων των προτάσεων αρχικά σε μικρή κλίμακα και {…} προσεκτική εκτίμηση των μακρο-οικονομικών τους επιπτώσεων μέσω υπολογιστικών μοντέλων πριν προχωρήσουμε σε προσπάθειες μεγάλης κλίμακας.

2) Αειφορία.

3) Η μετάβαση δεν έχει σχέση μόνο με την οικονομία. Θα πρέπει να είναι μια μετάβαση με βάση τον άνθρωπο.

4) Η ολόπλευρη επίθεση στα προβλήματα.

5) Η μεγιστοποίηση της δύναμης που έχει η πληροφορία.

Σημαντικά επίσης μέτρα που προτείνει:

  • Ενίσχυση της συλλογικής εργασίας
  • Έλεγχο των μονοπωλίων
  • Κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος
  • Βασικό μισθό για όλους
  • Απελευθέρωση του δικτύου

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το βιβλίο του Mason παρά τα όποια ζητήματα ανάλυσης που παρουσιάζει, ωστόσο είναι εξαιρετικά σημαντικό κυρίως στο κομμάτι που προσπαθεί να αρθρώσει μια εναλλακτική αφήγηση στην υπάρχουσα συνθήκη κοινωνικο-πολιτικής οργάνωσης, λαμβάνοντας υπόψη και τα καίρια ζητήματα του περιβάλλοντος, κάτι που φαντάζει επιτακτικό στις μέρες μας.

Επιμέλεια κειμένου: Ε.- Α. Περράκης

Paul Mason, Μετακαπιταλισμός. Ένας οδηγός για το μέλλον, μτφρ. Α. Καφετζής, Αθήνα: Καστανιώτης