Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί: πού εντοπίζεται η αφετηρία των παγκόσμιων εξελίξεων; Είναι πλέον κοινώς παραδεκτό πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά, πως κάτι κάνουμε λάθος, συνολικά ως είδος. Ενσαρκωμένο σε μαινόμενο δόγμα αμφισβήτησης, συναρθρωμένο από πλειάδες μαχητικών δογμάτων που φύονται στους πρόποδες μιας φυσικότατης ροπής των ατόμων προς την εξέγερση και την ανατροπή, ένα πνεύμα αγωνιστικής αυτοκριτικής διαπερνά πέρα ως πέρα τη ραχοκοκαλιά της οικουμένης. Υποψιασμένοι για τα κίνητρα που διέπουν τις πρακτικές μας, πιο έξυπνοι από ποτέ, διαβλέπουμε τον μεγάλο κίνδυνο που παραμονεύει στις στροφές της ιστορικής μας διαδρομής. Η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που σκεφτόμαστε και σε αυτό που πράττουμε αφορά σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της συλλογικής μας ύπαρξης, και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς πως αυτό αντιστοιχεί σε μια τραυματισμένη συνείδηση στην οποία εδράζεται το δράμα ολόκληρου του πλανήτη. Πρόκειται φυσικά για πρόοδο! Αρχαίες δοξασίες ήθελαν τους ανθρώπους χειραγωγημένους από αφέλεια και άγνοια. Για αιώνες, ο ουρανός των πεποιθήσεων ήταν διάστικτος με προλήψεις και θρύλους που σκέπαζαν με τη βαριά σκιά τους τις αντιλήψεις και δολοφονούσαν την ελευθερία των απόψεων και των συνδιαλλαγών. Αυτά τα παραμύθια όμως πάλιωσαν· υπό το βάρος των εν γένει εξελίξεων και μιας οιονεί δραματικής τεχνολογικής ανάπτυξης, η ουσιαστική τους επίδραση έχει σχεδόν εξαλειφθεί και φυτοζωούν σε ένα αξιοθρήνητα επιφανειακό επίπεδο συμβολισμών, που μπορεί ακόμα να σαγηνεύει τα πλήθη, παρασιτεί όμως στο πλευρό των κυρίαρχων ρευμάτων. Διαποτίζοντας βαθμιαία κάθε κύτταρο ατομικής και συλλογικής δράσης, μια οξυμένη οξυδέρκεια, που αντίστοιχη της η ανθρωπότητα δεν γνώρισε σε καμιά άλλη φάση της ιστορικής της πορείας, εδραιωμένη σε μια ασίγαστη μετάδοση πληροφοριών, εικόνων και ειδήσεων, καθώς και σε μια ψυχολογία βαθιάς κατανόησης των προβλημάτων, η οποία, ακριβώς στην βάση αυτής της υπερθετικής οξύνοιας, λαμβάνει τη μορφή ευρέως εκπεφρασμένης άποψης, διευρύνεται διαρκώς σε επίπεδο ομάδας, τείνοντας προς στο καθολικό. Κι όμως, το κακό εξακολουθεί να θριαμβεύει. Πως κι έτσι;

Για τη δόξα του Αμαντίς! κραυγάζει ο Δον Κιχώτης και διψασμένος για ηρωικές μάχες και επικά κατορθώματα, υψώνοντας περήφανα το λάβαρο του ιδεαλισμού του, καβάλα στο άλογο του, τον Ροσινάντη, εφορμά στον κόσμο για να τον κατακτήσει. Το βασικό χαρακτηριστικό της κατάστασης του; Η πίστη στην ευγένεια του σκοπού του. Τουτέστιν, η πίστη στον εαυτό του. Αλλιώς; η πίστη στην ελευθερία του. Κι όμως, μας λέει ο Γάλλος διανοητής Ρενέ Ζιράρ, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. «Για χάρη του Αμαντίς ο Δον Κιχώτης παραιτήθηκε από το βασικό δικαίωμα του ατόμου: δεν επιλέγει πλέον τα αντικείμενα της επιθυμίας του, επιλέγει ο Αμαντίς για λογαριασμό του. Ο οπαδός σπεύδει προς τα αντικείμενα που του υποδεικνύει, ή μοιάζει να του υποδεικνύει το πρότυπο ολόκληρης της ιπποσύνης. Αυτό το πρότυπο θα το ονομάσουμε διαμεσολαβητή της επιθυμίας. Η ιπποτική ζωή είναι μίμηση του Αμαντίς με την έννοια που η χριστιανική ζωή είναι μίμηση του Χριστού… Το ιπποτικό πάθος ορίζει μιαν επιθυμία κατά τον Άλλον που έρχεται σε αντίθεση με την επιθυμία καθ’ Εαυτόν την οποία περηφανεύονται ότι αισθάνονται οι περισσότεροι από εμάς. Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο δανείζονται τις επιθυμίες τους από τον Άλλο με μια τόσο ουσιαστική, τόσο πηγαία κίνηση, ώστε να την συγχέουν πλήρως με τη βούληση να είναι ο εαυτός τους». Μιμητισμός της επιθυμίας, ματαιοδοξία, εγωισμός, θυσιαστική κρίση, εξιλαστήριο θύμα. Όλα είναι εδώ. Και εξηγούνται χάρη σ’ έναν ψυχολογικό κώδικα που αποκρύπτεται συστηματικά από την «ελεύθερη συνείδηση», για την οποία όλοι διαρρηγνύουμε τα ιμάτια μας. Διόλου περίεργο: όσο πιο πασιφανές είναι κάτι, τόσο καλύτερα κρυμμένο.

Ο Ζιράρ (σχετικά άγνωστος στη χώρα μας, αλλά και σε διεθνές επίπεδο το έργο του μάλλον δεν έχει βρει την απήχηση που του αξίζει) εμφανίζεται στα γράμματα τη δεκαετία του ‘60 με το «Ρομαντικό ψεύδος και μυθιστορηματική αλήθεια». Το εν λόγω δοκίμιο αποτελεί μια ενδελεχή παρουσίαση της δικής του ανάγνωσης των σημαντικότερων συγγραμμάτων της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, από την οποία προκύπτει και η βασική θέση της θεωρίας του, που είναι η εμμεσοποίηση της επιθυμίας. Ο Ζιράρ αντλεί αρχικά έμπνευση από τους μεγάλους μυθιστοριογράφους για να αναλύσει τις κεντρικές δομές της συμπεριφοράς και να μας πει: «Το αντικείμενο της επιθυμίας μας υποδεικνύεται πάντα από κάποιον άλλο». Ανίκανος, κατά τον Ζιράρ, ο άνθρωπος να επιλέξει από μόνος του τα αντικείμενα που θα επιθυμήσει, δανείζεται τις επιθυμίες του από έναν αντίζηλο, τον διαμεσολαβητή της επιθυμίας. Η ρομαντική ματαιοδοξία, μας πληροφορεί ο στοχαστής, θέλει τις επιθυμίες μας να εγγράφονται στην φύση των πραγμάτων: μια ευθεία γραμμή συνδέει εμάς με τα αντικείμενα των επιθυμιών μας και αυτό ισοδυναμεί με μια επιθυμία που έχει για αφετηρία το άτομο μας. Ρομαντική αυταπάτη, ισχυρίζεται ο Ζιράρ: «ο αυθορμητισμός, τον οποίο οι περισσότεροι από εμάς υπερηφανευόμαστε πως κατέχουμε και πως χαρακτηρίζει τις πιο πολλές από τις πράξεις μας, συνιστά φενάκη, το κατεξοχήν ρομαντικό ψεύδος». Μιμητές ενός προτύπου που μας σαγηνεύει με την ψευδαίσθηση δύναμης την οποία αυθαίρετα προβάλλουμε πάνω του, και η οποία επιστρέφει σε εμάς πολλαπλασιαζόμενη από αόρατα φαντασιακά κάτοπτρα, σπεύδουμε ολοταχώς προς τον αφέντη, στον βωμό μιας διαλεκτικής που αναπαράγεται από αντίρροπες αλλά συμμετρικές δομές φθόνου και θαυμασμού, συνθέτοντας φαύλους κύκλους οργής και απελπισίας. Ο μιμητής θα επιλέξει τα αντικείμενα της επιθυμίας του ανάλογα με το γόητρο που αποτυπώνεται στην φαντασιακή φυσιογνωμία του προτύπου, που όσο μεγαλύτερο είναι, ή νομίζει πως είναι, αυξάνονται αναλογικά και τα αισθήματα μίσους και θαυμασμού. Ο μιμητισμός της επιθυμίας υποβάλλει στα θύματα του μια ριζική αγωνία, που εδράζεται σε μια προϊστορία μνησικακίας, η οποία συγκαλύπτεται συστηματικά από μεγαλόσχημες δηλώσεις αυτονομίας και ανεξαρτησίας. «Η έλξη για το αντικείμενο είναι κατά βάθος έλξη για τον διαμεσολαβητή. Ο οπαδός, μαγνητισμένος από το πρότυπο του, βλέπει αναγκαστικά στο μηχανικό εμπόδιο, που αυτό του δημιουργεί, την απόδειξη μιας δόλιας βούλησης για το πρόσωπο του. Αυτός ο οπαδός, αντί να διακηρύσσει ότι είναι πιστός υπήκοος, σκέφτεται μόνο να αποτινάξει τα δεσμά της διαμεσολάβησης. Αυτά τα δεσμά ωστόσο είναι πιο στέρεα από ποτέ διότι η φαινομενική εχθρότητα του διαμεσολαβητή αντί να μειώνει το γόητρο το αυξάνει. Ο ήρωας είναι πεπεισμένος ότι το πρότυπο του έχει πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του για να τον δεχτεί ως οπαδό. Επομένως τρέφει γι’ αυτό το πρότυπο ένα βασανιστικό αίσθημα αποτελούμενο από τον συνδυασμό δύο αντίθετων πόλων, δηλαδή από την πιο υποταγμένη λατρεία και από την πιο έντονη μνησικακία. Αυτό ακριβώς το αίσθημα το ονομάζουμε μίσος». Αλλά ο Ζιράρ δεν σταματά εδώ. Στη συνέχεια της εργασίας του, ο χριστιανός ανθρωπολόγος ανατρέχει στα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής διαθήκης για να αποκαλύψει τον ρόλο της πρωτόγονης βίας στην ανάπτυξη των πολιτισμών και να ερμηνεύσει την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. «Ο μηχανισμός της αμοιβαίας βίας μπορεί να παρασταθεί ως φαύλος κύκλος. άπαξ και η κοινότητα εισαχθεί σε αυτό τον κύκλο, είναι πλέον ανίκανη να εξέλθει. Μπορούμε να ορίσουμε αυτόν τον κύκλο με όρους εκδίκησης και αντιποίνων. μπορούμε να κάνουμε πολλές ψυχολογικές περιγραφές του. Καθόσον, στους κόλπους της κοινότητας, υπάρχει ένα συσσωρευμένο απόθεμα μίσους και δυσπιστίας, οι άνθρωποι εξακολουθούν να αντλούν από αυτό και να το αβγατίζουν. Ο καθένας προετοιμάζεται ενάντια στην ενδεχόμενη επίθεση του γείτονα και ερμηνεύει τις προετοιμασίες του ως επιβεβαίωση των επιθετικών του τάσεων. Γενικότερα, πρέπει να αναγνωρίσουμε στη βία ένα μιμητικό χαρακτήρα τέτοιας έντασης ώστε η βία δεν θα μπορούσε να εξαλειφθεί αφ’ εαυτής από τη στιγμή που εγκαθίσταται μέσα στην κοινότητα. Για να βγούμε από τον κύκλο, θα έπρεπε να διασπαθίσουμε τη φοβερή, καθυστερημένη οφειλή βίας που υποθηκεύει το μέλλον, θα έπρεπε να απαλλάξουμε τους ανθρώπους από όλα τα πρότυπα βίας που δεν παύουν να πολλαπλασιάζονται και να γεννούν νέες μιμητικές διαθέσεις». Και περιγράφει τον μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου: «Αν οι άνθρωποι καταφέρνουν όλοι να πειστούν ότι μόνο ένας ανάμεσά τους είναι υπεύθυνος για κάθε βίαιη μίμηση, αν καταφέρνουν να βλέπουν σε αυτόν το «μίασμα» που τους μολύνει, αν είναι αληθινά ομόθυμη η πεποίθησή τους, τότε αυτή η πεποίθηση θα επαληθευτεί γιατί δεν υπάρχει πλέον πουθενά, μέσα στην κοινότητα, κάποιο πρότυπο βίας για να το δεχτούν ή να το αρνηθούν, δηλαδή αναπόδραστα για να το μιμηθούν και να το πολλαπλασιάσουν. Εξοντώνοντας το εξιλαστήριο θύμα, οι άνθρωποι θα πιστέψουν ότι απαλλάσσονται από τα δεινά τους και όντως θα απαλλαγούν γιατί δεν θα υπάρχει πλέον μεταξύ τους η γοητεία της βίας».

Το συμπέρασμα είναι μάλλον απλό: κάθε επιθυμία γεννά αντίπαλες επιθυμίες. Αυτό είναι το πρωτογενές υπέδαφος στο οποίο καλλιεργούνται και ευδοκιμούν οι περισσότερες των συγκρούσεων, τραγελαφικός επίλογος των οποίων σχεδόν πάντα είναι μια αναπόδραστη ομοιότητα ανάμεσα σε αντιπάλους που διατείνονται πως διαφέρουν στα πάντα αλλά καταλήγουν όμοιοι, ταυτισμένοι σ’ ένα γελοίο όσο και νοσηρό παιχνίδι αλληλοεξόντωσης. «Ιδέες και συστήματα, θεωρίες και αρχές έρχονται αντιμέτωπα κατά αντίθετα ζεύγη, τα οποία ορίζονται με τρόπο πάντα αρνητικό. Οι αντιθέσεις γίνονται βορά της συμμετρίας. Παίζουν μόνο διακοσμητικό ρόλο. Ο μικροαστικός ατομικισμός ολοκληρώνεται με την κωμική αποθέωση του Όμοιου και του Αντιμεταθέσιμου». Οι αντιμαχόμενες πλευρές θα επιζητήσουν μανιωδώς εκείνο το ελάχιστο στοιχείο απόκλισης που θα τους διαφοροποιήσει, εκείνο το ανεπαίσθητο μικρογραμμάριο ιδιοτυπίας που θα τους παράσχει τις απαραίτητες αιτιολογήσεις προκειμένου να ριχτούν με λύσσα ο ένας στον άλλον και να αλληλοσπαραχτούν. «Όσο μικρότερη η διαφορά μεταξύ των αντιπάλων τόσο μεγαλύτερο το μένος με το οποίο πολεμούν μεταξύ τους». Διαφωτιστικός ορισμός κάθε εμφύλιας σύρραξης.

«Κι έτσι έγινε και έφυγαν για πάντα οι θεοί. Το κενό που προέκυψε συμπληρώνεται από την ιστορική και ψυχολογική διερεύνηση του μύθου» λέει ο Χάιντεγκερ, περιγράφοντας την από-θεοποίηση του κόσμου, φαινόμενο που χαρακτηρίζει τους Νέους Χρόνους. Για τη μισή μεριά του πλανήτη, αυτό δεν είναι και τόσο αυτονόητο. Χώρες με ισχυρή θρησκευτική παράδοση, κυρίως μουσουλμανικές, ορίζουν την ταυτότητα τους στη βάση της συλλογικότητας και εξακολουθούν να βλέπουν την απιστία το λιγότερο ύποπτη και προκλητική, ενώ η πίστη διατηρεί, τις περισσότερες φορές, την ιεραποστολική και μισαλλόδοξη πλευρά της. Ο Ανατολικός αρχαϊσμός, εμμένοντας στην ιερότητα της καταγωγής του, εξορίζει την ατομικότητα ως το απόλυτο βδέλυγμα, το απόλυτο κακό, άξιο περιφρόνησης και καταδίκης. Στάση συνεπής, που παραδίδει με αποτελεσματικότητα, σε κοινωνίες που ασπάζονται μια μαχητική θεοκρατία, το ενοποιητικό τους στοιχείο. Συχνά, ωστόσο, συμβαίνει οι χώρες αυτές να εμπλέκονται σ’ ένα παράδοξο που απορρέει ως η καταληκτική συνέπεια ενός ολοκληρωτισμού που, ενώ δυναστεύει τις διάφορες εκφάνσεις ελεύθερης έκφρασης, την ίδια στιγμή ευνοεί τις διαστάσεις – γέννημα θρέμμα άλλωστε προηγούμενων ιδεολογικών διασπάσεων – και εγκύπτει ως βασικό σύμπτωμα μιας πολύ συγκεκριμένης δυναμικής: στοιχεία ενός κλειστού κυκλώματος, που επιβάλλει την ομοιομορφία των πάντων κάτω από την ομπρέλα της μίας και μοναδικής φωνής, της μίας και μοναδικής αλήθειας, της μίας και μοναδικής βεβαιότητας, όλες οι αντιπαραθέσεις οργανώνονται περιφερειακά του ισχύοντος δόγματος. Είναι εύλογο να δούμε σε αυτού του είδους των κρίσεων ανθρωπιστικά κίνητρα: οι προοδευτικές δυνάμεις ενός τόπου, ασφυκτιώντας σε ένα δογματικό περιβάλλον, διεκδικούν, διαμαρτύρονται, εξεγείρονται. Ασφαλώς. Δυστυχώς, όμως, σε κοινωνίες που δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να καταφέρουν – για διάφορους λόγους, που εδώ δεν ενδιαφέρουν – το πέρασμα σε συνθήκες ουσιαστικής δημοκρατίας, τα πράγματα αποδιοργανώνονται και αποσυντίθενται στην ίδια την δυναμική που τα θρέφει. Τα «μέρη» που συναρθρώνουν την κοινωνική οργάνωση, αναζητώντας εκείνον τον παράγοντα που θα τους διαφοροποιήσει, καταλήγουν διασπασμένα κάτω από τις δυνάμεις του χάους και (αυτό)εξαναγκάζονται, τρόπον τινά, στην χειρότερη δυνατή λύση του δράματος: τον εμφύλιο σπαραγμό. «Όσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στον διαμεσολαβητή και το υποκείμενο τόσο μειώνεται η διαφορά, τόσο η γνώση γίνεται ακριβέστερη και το μίσος εντονότερο. Το υποκείμενο καταδικάζει πάντα τη δική του επιθυμία στον Άλλο, όμως δεν το γνωρίζει. Το μίσος είναι ατομικιστικό. Θρέφει με μένος την αυταπάτη μιας απόλυτης διαφοράς ανάμεσα στο Εγώ και σ’ αυτό τον Άλλο που τίποτα πλέον δεν τους χωρίζει». Ο όρος «αποδιοπομπαίος τράγος», με την σημερινή του συμπαραδήλωση, αναφέρεται στην μιμητική πόλωση απέναντι σε ένα θύμα το οποίο φαντασιακά καθίσταται υπεύθυνο για όλα τα δεινά. Απόρροια αυτής της πόλωσης είναι μια τόσο στενή εξομοίωση ώστε η σύγκρουση να καθίσταται αναπόφευκτη. Σε τέτοιες συνθήκες, η συλλογική βία ανθεί με εξωφρενικές ταχύτητες και δεν αργεί να ξεσπάσει. Ο κάθε ένας υποδεικνύει μιμητικά τον άλλον ως έναν εχθρό που πρέπει να εξολοθρευτεί. Η τελική λύση της τραγωδίας είναι ο συλλογικός φόνος. Ας θυμηθούμε τι έγινε στο σχετικά πρόσφατο πραξικόπημα της Τουρκίας. Ο άρχοντας της χώρας, υποκινούμενος από τις πιο οριακές μιμητικές επιθυμίες, επιζητά το τελειωτικό χτύπημα: την θυσία των στασιαστών. Και μια ολόκληρη κοινωνία, συνασπισμένη γύρω από τον αφέντη, συναινεί. Η θυσιαστική κρίση στο έσχατο στάδιο της. Ο ηγέτης, χωρίς πλέον εσωτερικό εχθρό που να επιβουλεύεται την ισχύ του, δεν αρκείται στις δάφνες της νίκης του και επιθυμεί περισσότερα: το δικαίωμα στη ζωή και τον θάνατο του ηττημένου· το δικαίωμα να εξουσιάζει κάθε πτυχή της ύπαρξης του, ακόμα και την ανάμνηση του. Επαναφέροντας στο προσκήνιο την «συζήτηση» περί θανατικής ποινής, ο ηγέτης διαιωνίζει την σύγκρουση και την εξωθεί πέρα από κάθε ανθρωπιστικό όριο: στο ολοκληρωτικό δικαίωμα πάνω στον άλλον, πετυχαίνοντας μια εκ νέου διάσπαση σε σχέση με έναν εχθρό που παραμένει ακόμα, σύμφωνα με μια διεστραμμένη λογική, «αξιόμαχος» και «επικίνδυνος», και μια εκ νέου συσπείρωση της κοινωνίας γύρω απ’ αυτόν τον εχθρό. «Ναι, ο εχθρός μπορεί να νικήθηκε» μοιάζει να λέει ο ηγέτης «αλλά δεν έχει εξαφανιστεί ολότελα, είναι ακόμα ζωντανός!». Εξαιρετικά συνεπής διαστροφή! Η θανατική ποινή (κατά τα φαινόμενα επικυρωμένη στην συνείδηση του λαού και απομένει μονάχα η τυπική της επικύρωση) εξασφαλίζει την εκ νέου μιμητική συναίνεση και επισφραγίζει την απόλυτη ισχύ ενός ηγέτη – δήμιου. Δεν είναι τόσο αυτό καθαυτό το θέμα της ποινής (επαίσχυντο ασφαλώς) αλλά η απόλυτη καταδίκη που απορρέει από μια παντοδύναμη ηγεμονία απέναντι σε έναν αντίπαλο που έχει κατατροπωθεί: «έχω τα μέσα να σε εξολοθρεύσω, να σε εξαφανίσω από προσώπου γης, εγώ είμαι ο άρχων της ζωής και του θανάτου σου». Καμιά ουμανιστική φωνή δεν μπορεί να αντιδράσει απέναντι σ’ αυτό, κανένα ανθρωπιστικό επιχείρημα. Σαν ιός, η μιμητική λαίλαπα εξουσιάζει τους πάντες. Ρίχνοντας μια ολόκληρη χώρα σε φάση εξεζητημένης και απόλυτης εσωστρέφειας, ο αφέντης επιτρέπει την εσαεί ανάσταση του εχθρού, την διηνεκή του παρουσία, την επιμήκυνση της αντιπαλότητας έως το επέκεινα. Ο Αρχαϊσμός ως Ιδέα που βάλλεται από παντού. Και μια χώρα μονίμως στις επάλξεις.

Και η Δύση; Δεν μοιάζει να έχει λύσει μια και καλή το ζήτημα των ενδογενών συγκρούσεων της;

Ο Διαφωτισμός υπήρξε αναμφίβολα κομβικό σημείο στην πλανητική ιστορία. Οι νεότεροι χρόνοι, εγκαθιδρύοντας στα εδάφη των ευρωπαϊκών ηγεμονιών τις αστικές δημοκρατίες, πέτυχαν κάτι μοναδικό: τοποθέτησαν στον πυρήνα της κοινωνικής οργάνωσης το υποκείμενο και καθιέρωσαν την ισότητα μεταξύ των υποκειμένων, επιστέγασμα της οποίας αποτελεί αναμφισβήτητα το βασίλειο των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Πρόκειται φυσικά περί κολοσσιαίου επιτεύγματος. Αυτή η εξέλιξη όμως δε θα μπορούσε να μην έχει και τις δυσάρεστες συνέπειες της, που στις μέρες μας αναδύονται από τα βάραθρα του παρελθόντος όλο και εντονότερες. «Το πάθος της ισότητας είναι μια τρέλα που τίποτα δεν την υπερβαίνει εκτός από το συμμετρικό και αντίθετο πάθος της ανισότητας, το οποίο είναι ακόμα πιο αφηρημένο και εξαρτάται πιο άμεσα από την δυστυχία που γεννά η ελευθερία σε ανθρώπους ανίκανους να είναι ελεύθεροι με γενναιότητα. Οι αντίπαλες ιδεολογίες εξαρτώνται από την εσωτερική διαμεσολάβηση και οφείλουν την δύναμη της γοητείας τους μόνο στην μυστική υποστήριξη που προσφέρουν μεταξύ τους οι αντιθέσεις. Καρποί του οντολογικού διχασμού του οποίου την απάνθρωπη γεωμετρία αντικατοπτρίζει η διττή τους φύση, χρησιμεύουν αντιστρόφως ως τροφή στον καταστροφικό ανταγωνισμό… Ο Σταντάλ, ο Φλωμπέρ, ο Τοκεβίλ, χαρακτηρίζουν «δημοκρατική» μια εξέλιξη που σήμερα θα ονομάζαμε απολυταρχική. Όσο ο διαμεσολαβητής πλησιάζει και όσο μειώνονται οι συγκεκριμένες διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, η αντίθεση αφορά σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης. Όλες οι δυνάμεις του ανθρώπου οργανώνονται σιγά σιγά μέσα σε δίδυμες δομές πάντα ακριβώς αντιθετικές μεταξύ τους. Επομένως όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις είναι συσπειρωμένες σε έναν αγώνα αδυσώπητο και στείρο, δεδομένου ότι σε αυτόν δεν διακυβεύεται καμία συγκεκριμένη διαφορά, καμία θετική αξία. Αυτό ακριβώς πρέπει να ονομάσουμε απολυταρχισμό. Οι πολιτικές και κοινωνικές πλευρές αυτού του τρομερού φαινομένου δεν ξεχωρίζουν από τις προσωπικές και τις ιδιωτικές πλευρές. Υπάρχει απολυταρχισμός όταν, από επιθυμία σε επιθυμία, επιτυγχάνεται η γενική και μόνιμη κινητοποίηση του ατόμου στις υπηρεσίες του μηδενός».

Για καιρό οι δυτικές δημοκρατίες επιτύγχαναν μια μετάθεση, μια μεταφορά, θα λέγαμε, της κρίσης έξω από το σύνορα του δικού τους εδάφους. Μπαμπεσιά που δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για πάντα. Ο Ανατολικός αρχαϊσμός, υπεύθυνος, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο δυτικό μοντέλο σκέψης, για όλα τα δεινά, εκτεθειμένος στα χτυπήματα, παγιδευμένος στον δικό του αγκυλωμένο χρόνο, σήκωσε κεφάλι. Η σύγκρουση γενικεύτηκε, διεισδύοντας εντέλει και στο έδαφος της Δύσης. Κανείς πια δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τις προθέσεις του διπλανού του. Αυτό που ο στοχαστής ονομάζει οντολογική τρέλα, μεταφερόμενη από κύτταρο σε κύτταρο, από άτομο σε άτομο, κατατρώει εκ των έσω τον πλανήτη όπως χιλιάδες τερμίτες ένα δοκάρι ξύλου, οδηγώντας τον σε κατάσταση πλήρους παροξυσμού και αθεράπευτης παράνοιας. Μόρια συγκρούονται το ένα με το άλλο με αδυσώπητες ταχύτητες. Η έκταση είναι τρομακτική και αγκαλιάζει ολόκληρη την υφήλιο. «Όμως ο Σταντάλ και ο Φλωμπέρ δεν προέβλεψαν, και ίσως δεν μπορούσαν να προβλέψουν, έως που αυτή η τάση θα οδηγούσε την ανθρωπότητα. Καταλαμβάνοντας τομείς όλο και ευρύτερους της συλλογικής ύπαρξης και εισχωρώντας στα τρίσβαθα της ψυχής του ανθρώπου, τελικά η διπλή διαμεσολάβηση υπερβαίνει το εθνικό πλαίσιο και προσεταιρίζεται πατρίδες, φυλές και ηπείρους, μέσα σε έναν κόσμο που η τεχνολογική ανάπτυξη εξαφανίζει μία μία τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Σταντάλ και ο Φλωμπέρ υποτίμησαν τις δυνατότητες εξάπλωσης της μεταφυσικής επιθυμίας, ίσως διότι ήρθαν πολύ νωρίς, ίσως διότι προσλάμβαναν πολύ συγκεχυμένα την μεταφυσική της ιδιότητα. Όπως και να’ χουν τα πράγματα, δεν προαισθάνθηκαν τις κατακλυσμιαίες και συγχρόνως ασήμαντες συγκρούσεις του 20ου αιώνα. Αντιλαμβάνονται το γκροτέσκο της εποχής που προαναγγέλλεται δεν υποπτεύονται όμως την τραγικότητα της».

Ένα είδος αταβιστικού ρομαντισμού, μια υπόγεια εξάρτηση από μανιχαϊσμούς που ξεπηδούν ακαριαία από το συλλογικό ασυνείδητο και ρίχνουν έναν πέπλο προερμηνευτικής συσκότισης στο αντιληπτικό μας πεδίο, δεν μας επιτρέπει να δούμε στις οικουμενικές συγκρούσεις τον αληθινό τους χαρακτήρα. Τείνουμε πάντα προς τις πιο βολικές διαπιστώσεις – «σύγκρουση πολιτισμών», «τρομοκρατία», «θρησκευτικός φονταμενταλισμός» κ.τ.λ. – που δεν εξηγούν τίποτα και διαιωνίζουν τον ίδιο άγονο, μακρόσυρτο διάλογο ανάμεσα σε υποκείμενα κλειστά σαν στρείδια. Η άρνηση μας, ενδεχομένως και η αδυναμία μας να δούμε στα φαινόμενα βίας που εμφανίζονται όλο και πιο τακτικά στο κοσμικό προσκήνιο κάτι παραπάνω από μανιχαϊκές απλουστεύσεις αντιπροσωπεύει μια (εσκεμμένη ή όχι, αδιάφορο) συνωμοσία κοινοτοπίας, ρομαντικίζουσας υστερίας, εύκολων εξηγήσεων και γλυκανάλατου ανθρωπισμού, που έχει για αφετηρία τη στείρα οπτική των μίντια και διαχέεται σε όλους μας, μετατρέποντας μας σε ένα δίκτυο συνένοχης απάθειας. Ο πλανήτης, καλώς ή κακώς, είναι πλέον ένα και οι συγκρούσεις του μια διαμεσολάβηση που εξαπλώνεται με τους πιο ταχείς ρυθμούς παρασύροντας όλο και περισσότερους σε μια σύμπραξη που το έσχατο στάδιο της είναι η καταστροφή. Αν αφήσουμε κατά μέρος τις ρομαντικές εικασίες μπορεί και να καταλάβουμε το εξής: Το κακό είναι η αρνητική συμμαχία του μίσους την οποία συνάπτουν τόσοι και τόσοι άνθρωποι μόνο και μόνο για να αλληλοκαταστραφούν.

Μια αγωνία αυθορμητισμού στοιχειώνει τα όνειρα μας. Σηκώνουμε το βλέμμα ψηλά και μαγευόμαστε από την γαλήνια υποκειμενικότητα που νιώθουμε να καθρεφτίζεται στο απρόσιτο στερέωμα. Δεν υποπτευόμαστε πως εκείνο που βασιλεύει στους αιθέρες είναι απλώς το γόητρο των άλλων, με διαφορετική, οιονεί μυστικιστική μορφή. Πάσχουμε από μια ασθένεια που έχει όνομα: επιβεβαίωση της μοναδικότητας. «Ο ρομαντικός ματαιόδοξος θέλει πάντα να πιστεύει ότι η επιθυμία του εγγράφεται μέσα στην φύση των πραγμάτων ή, κάτι που ισοδυναμεί με το προηγούμενο, ότι αυτή είναι απόρροια μιας γαλήνιας υποκειμενικότητας, ή δημιουργία εκ του μηδενός ενός σχεδόν θεϊκού Εγώ. Η επιθυμία που ξεκινάει από το αντικείμενο ισοδυναμεί με την επιθυμία που ξεκινάει από τον εαυτό μας: πράγματι δεν σημαίνει ποτέ μια επιθυμία που ξεκινάει από τον Άλλο. Η αντικειμενική προκατάληψη συναντά την υποκειμενική και αυτή η διπλή προκατάληψη έχει τις ρίζες της στην εικόνα που σχηματίζουμε όλοι για τις επιθυμίες μας. Υποκειμενικότητα και αντικειμενικότητα, ρομαντισμός και ρεαλισμός, ατομικισμός και επιστημονισμός, ιδεαλισμός και θετικισμός, συγκρούονται φαινομενικά αλλά συμφωνούν μυστικά για να αποκρύψουν την παρουσία του διαμεσολαβητή. Όλα αυτά τα δόγματα αποτελούν την αισθητική ή φιλοσοφική έκφραση των τρόπων με τους οποίους βλέπει κανείς τον κόσμο και οι οποίοι χαρακτηρίζουν την εσωτερική διαμεσολάβηση. Όλα εξαρτώνται λίγο ή πολύ άμεσα από το ψεύδος που ονομάζουμε αυθόρμητη επιθυμία. Όλα υποστηρίζουν την ίδια αυταπάτη αυτονομίας την οποία ο μοντέρνος άνθρωπος αγαπά με πάθος. Μόνο οι μυθιστοριογράφοι αποκαλύπτουν την μιμητική φύση της επιθυμίας. Επί των ημερών μας αυτή η φύση είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή διότι η πιο πιστή μίμηση είναι και αυτή που το υποκείμενο αρνείται με τη μεγαλύτερη επιμονή. Ο Δον Κιχώτης διακήρυσσε ότι ήταν οπαδός του Αμαντίς και οι συγγραφείς της εποχής του ότι ήταν οπαδοί των Αρχαίων. Ο ρομαντικός ματαιόδοξος δεν θέλει πλέον να είναι οπαδός κανενός. Είναι πεπεισμένος ότι είναι απείρως πρωτότυπος. Παντού, τον 19ο αιώνα, ο αυθορμητισμός γίνεται δόγμα που εκθρονίζει την μίμηση. Δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε, επαναλαμβάνει παντού ο Σταντάλ, οι διατυμπανιζόμενοι ατομικισμοί κρύβουν μια νέα μορφή αντιγραφής. Οι ρομαντικές αποστροφές, το μίσος για την κοινωνία, η νοσταλγία της ερήμου, όπως και το αγελαίο πνεύμα, τις περισσότερες φορές κρύβουν μια νοσηρή έγνοια για τον Άλλο».

*O Δημήτρης Παπαδόπουλος είναι μουσικός και συγγραφέας