Σε αντίθεση με τους περισσότερους στοχαστές, ο Φουκώ αναλύει τους μηχανισμούς της εξουσίας πέρα από το σύστημα Άρχων-Νόμος, αφήνοντας πίσω το πρόσωπο του Ηγεμόνα.

Πιο συγκεκριμένα για τον Φουκώ, η εξουσία:

α) “ασκείται από αμέτρητα σημεία σ’ ένα παιχνίδι άνισων και κινητών σχέσεων”,

β) “οι σχέσεις εξουσίας δεν βρίσκονται σ’ εξωτερική θέση αναφορικά με άλλους τύπους σχέσεων (οικονομικές διαδικασίες, σχέσεις γνώσης, σεξουαλικές σχέσης), αλλά είναι ενύπαρκτες σ’ αυτές” και μάλιστα “παίζουν ένα άμεσα παραγωγικό ρόλο”,

γ) “η εξουσία έρχεται από τα κάτω […] δεν υπάρχει δηλαδή στη βάση των σχέσεων εξουσίας, κάτι σαν γενική μήτρα, κάποια δυαδική και καθολική αντίθεση ανάμεσα στους εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, που οι συνέπειές της προχωρούν από τα πάνω προς τα κάτω, αγγίζοντας ολοένα και πιο περιορισμένες ομάδες, μέχρι τα έγκατα του κοινωνικού σώματος […] σχηματίζουν […] μια γραμμή δύναμης που διαπερνά τις τοπικές συγκρούσεις και τις συνδέει”,

δ) “δεν υπάρχει εξουσία που να ασκείται χωρίς μια σειρά από βλέψεις και στόχους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απορρέει από την εκλογή ή την απόφαση ενός ατομικού υποκειμένου… η λογικότητα της εξουσίας είναι η λογικότητα των τακτικών […] τοπικός κυνισμός της εξουσίας- που καθώς αλυσώνονται αναμεταξύ τους… φτάνουν τελικά να σχηματίσουν τους γενικότερους μηχανισμούς: εκεί η λογική είναι επίσης απόλυτα σαφής, οι επιδιώξεις κατανοητές κι ωστόσο συμβαίνει να μην υπάρχει πια κανείς για να τις συλλάβει και σχεδόν κανείς για να τις διατυπώσει […]”,

ε) “[…] εκεί όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει αντίσταση κι ότι ωστόσο, ή μάλλον από τούτο το ίδιο το γεγονός, η αντίσταση αυτή δεν βρίσκεται σε θέση εξωτερική προς την εξουσία.” Ο αυστηρά σχεσιακός χαρακτήρας των σχέσεων εξουσίας, “που δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο σε συνάρτηση με μια πολλαπλότητα σημείων αντίστασης: μέσα στις σχέσεις εξουσίας, αυτή παίζουν τον ρόλο του αντιπάλου, του στόχου, του στηρίγματος, της εξοχής για μια λαβή. Αυτά τα σημεία αντίστασης είναι παρόντα παντού μέσα στο δίκτυο της εξουσίας. Δεν υπάρχει επομένως, σε σχέση με την εξουσία, ένα τόπος της μεγάλης Άρνησης – ψυχή της εξέγερσης, εστία όλων των ανταρσιών, καθαρός νόμος της επανάστασης [ο τονισμός είναι δικός μας]. Αλλά απλά αντιστάσεις που αποτελούν περιπτώσεις σε επίπεδο του είδους: δυνατές, αναγκαίες, απίθανες, αυθόρμητες, άγριες, μοναχικές, προσχεδιασμένες, χαμερπείς, βίαιες, αδιάλλακτες, πρόθυμες για συνδιαλλαγή, ιδιοτελείς, ή γεμάτες αυταπάρνηση. Εξ ορισμού δεν μπορούν να υπάρχουν παρά μόνο μέσα στο στρατηγικό πεδίο των σχέσεων εξουσίας […]. Οι αντιστάσεις δεν εξαρτώνται από κάποιες ετερογενείς αρχές […] αποτελούν τον άλλο όρο στις σχέσεις εξουσίας, εγγράφονται μέσα τους σαν το απαραίτητο αντίκρυσμα. Επομένως, είναι κι αυτές μοιρασμένες με τρόπο ακανόνιστο: τα σημεία, οι κόμποι, οι εστίες αντίστασης είναι σκορπισμένα με περισσότερη ή λιγότερη πυκνότητα στον χρόνο και στον χώρο […] τις περισσότερες φορές έχουμε να κάνουμε με σημεία αντίστασης κινητά και μεταβατικά, που εισάγουν μέσα σε μία κοινωνία σχέσεις που μετατοπίζονται… και ασφαλώς, εκείνο που κάνει δυνατή μια επανάσταση, είναι ακριβώς η στρατηγική κωδίκωση αυτών των σημείων αντίστασης, περίπου με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος στηρίζεται στη θεσμική συνένωση των σχέσεων εξουσίας”.

Σ’ αυτό “το πεδίο των σχέσεων δύναμης”, ο Φουκώ αναλύει τους μηχανισμούς της εξουσίας από τη σκοπιά μιας στρατηγικής ενύπαρκτης στις σχέσεις δύναμης, πέρα από το σύστημα Άρχων-Νόμος και αφήνοντας πίσω το πρόσωπο του Ηγεμόνα.

Για τον Φουκώ «δεν υπάρχει ο Λόγος της εξουσίας από τη μια μεριά κι απέναντι ένας άλλος Λόγος που του αντιτίθεται. Οι Λόγοι αποτελούν στοιχεία ή συνασπισμούς τακτικής στο πεδίο των σχέσεων δύναμης· μπορεί να υπάρχουν διαφορετικοί ή ακόμη και αντιφατικοί Λόγοι στο εσωτερικό της ίδιας «στρατηγικής»· ή μπορούν αντίθετα, να κυκλοφορήσουν χωρίς να αλλάζουν μορφή ανάμεσα σε αντιτιθέμενες στρατηγικές. Στους λόγους πάνω στο σεξ, δεν χρειάζεται να ρωτάμε πριν απ΄ όλα, από ποιαν υπόρρητη θεωρία κατάγονται ή ποιες ηθικές κληρονομιές επαναφέρουν, ή ποια ιδεολογία- άρχουσα ή αρχόμενη- αντιπροσωπεύουν· αλλά πρέπει να τους ανακρίνουμε στα δύο επίπεδα, της τακτικής τους παραγωγικότητας (ποιες αμοιβαίες επιδράσεις εξουσίας και γνώσης εξασφαλίζουν), και της στρατηγικής τους ένταξης (ποια συγκυρία και ποια σχέση δύναμης κάνει αναγκαία τη χρήση τους σε τούτο ή σ’ εκείνο το επεισόδιο των συντελούμενων αναμετρήσεων).

Κοντολογίς, πρέπει να προσανατολιστούμε προς μια αντίληψη της εξουσίας που να υποκαθιστά το προνόμιο του νόμου με το κριτήριο του στόχου, το προνόμιο της απαγόρευσης με το κριτήριο της τακτικής αποτελεσματικότητας, το προνόμιο της κυριαρχίας με την ανάλυση ενός πολλαπλού και κινητού πεδίου σχέσεων δύναμης όπου έχουμε καθολικές, αλλά ποτέ απόλυτες σταθερές, εκδηλώσεις κυριαρχίας. Το στρατηγικό, μάλλον παρά το δικαιϊκό πρότυπο. Και τούτο διόλου από κάποια αφηρημένη επιλογή ή κάποια θεωρητική προτίμηση· αλλά γιατί πραγματικά, ένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα των δυτικών κοινωνιών είναι ότι οι σχέσεις δύναμης που για καιρό είχαν βρει την κύρια έκφρασή τους στον πόλεμο, σ’ όλες τις μορφές του πολέμου, επενδύθηκαν σιγά- σιγά στο σύστημα της πολιτικής εξουσίας».  […]

“Συγκεκριμένα, αυτή η εξουσία πάνω στη ζωή αναπτύχθηκε από τον 17ο αιώνα και μετά κάτω από δύο κύριες μορφές· μορφές όχι αντιθετικές, αλλά που αποτελούν μάλλον δύο πόλους ανάπτυξης συνδεόμενους μεταξύ τους μ΄ένα ενδιάμεσο πλέγμα σχέσεων. Ο ένας από τους δύο πόλους, που καθώς φαίνεται σχηματίστηκε πρώτος, είχε κεντροθετηθεί στο σώμα σαν μηχανή: το ντρεσάρισμά του, την αύξηση των ικανοτήτων του, την απόσπαση των δυνάμεών του, την παράλληλη ανάπτυξη της χρησιμότητας και της υπακοής του, την ένταξή του μέσα σε αποτελεσματικά και οικονομικά συστήματα ελέγχου – όλα τούτα τα εξασφάλισαν διαδικασίες εξουσίας που χαρακτηρίζουν τους επιστημονικούς κλάδους: ανατομικο-πολιτική του ανθρώπινου σώματος. Ο δεύτερος, που σχηματίστηκε λίγο αργότερα, προς τα μέσα του 18ου αιώνα, κεντροθετείται πάνω στο σώμα- είδος, το σώμα που διασχίζεται από τη μηχανική του ζώντος και που χρησιμεύει σαν στήριγμα στις βιολογικές διαδικασίες: πολλαπλασιασμός, γεννήσεις και θνησιμότητα, επίπεδο υγείας, διάρκεια ζωής, μακροβιότητα, και όλες οι συνθήκες που κάνουν τις διαδικασίες αυτές να ποικίλλουν· η ανάληψή τους γίνεται με μια ολόκληρη σειρά από επεμβάσεις και ρυθμιστικούς ελέγχους: μια βιο-πολιτική του πληθυσμού. Οι επιστήμες του σώματος και οι ρυθμίσεις του πληθυσμού συνιστούν δύο πόλους γύρω από τους οποίους αναπτύχθηκε η οργάνωση της εξουσίας πάνω στη ζωή. Το στήσιμο, στη διάρκεια της κλασικής εποχής, αυτής της μεγάλης τεχνολογίας με τη διπλή όψη- ανατομική και βιολογική, εξατομικευτική και εξειδικευτική, που είναι στραμμένη προς τις επιδόσεις του σώματος και προς τις διαδικασίες της ζωής- χαρακτηρίζει μια εξουσία της οποίας η ανώτατη λειτουργία από εδώ και μπρος δεν είναι ίσως πια να σκοτώνει, αλλά να περιζώνει τη ζωή απ’ άκρη σ’ άκρη.

Η παλιά δύναμη του θανάτου που ήταν το σύμβολο της κυρίαρχης εξουσίας καλύπτεται τώρα προσεχτικά από τη χειραγώγηση των σωμάτων και την υπολογιστική διαχείριση της ζωής. Ραγδαία ανάπτυξη, στη διάρκεια της κλασικής εποχής, των διαφόρων κλάδων –σχολεία, κολλέγια, στρατώνες, εργαστήρια· εμφάνιση, επίσης, στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής και των οικονομικών παρατηρήσεων, των προβλημάτων της γεννητικότητας, της μακροζωίας, της δημόσιας υγείας, της κατοικίας, της μετανάστευσης· έκρηξη, δηλαδή, πολλών και διαφορετικών τεχνικών για να επιτευχθεί η καθυπόταξη των σωμάτων και ο έλεγχος των πληθυσμών. Ανοίγει έτσι μια εποχή «βιο-εξουσίας». Οι δυο κατευθύνσεις που ακολουθεί στην ανάπτυξή της παρουσιάζονται τον 18ο αιώνα σαφώς διαχωρισμένες. Από την πλευρά της πειθαρχίας έχουμε θεσμούς όπως ο στρατός ή το σχολείο· σκέψεις σχετικά με την τακτική, τη μαθήτευση, την ανατροφή, το καθεστώς των κοινωνιών· ξεκινάνε από τις καθαρά στρατιωτικές αναλύσεις του Στρατάρχη de Saxe και φτάνουν ως τα πολιτικά όνειρα του Guilbert ή του Servan. Από την πλευρά των πληθυσμιακών ρυθμίσεων , έχουμε τη δημογραφία, την εκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στου κατοίκου, την καταγραφή σε πίνακες του πλούτου και της κυκλοφορίας του, των ζωών και της πιθανής τους διάρκειας: έχουμε τον Quesany, τον Moheau, τον Sussmlich.Η φιλοσοφία των «Ιδεολόγων1» σαν θεωρία της ιδέας, του σημείου, της ατομικής γένεσης των αισθήσεων αλλά και της κοινωνικής σύνθεσης των ενδιαφερόντων, η Ιδεολογία σαν δόγμα της μαθήτευσης, αλλά και του συμβολαίου και της ρυθμισμένης διαμόρφωσης του κοινωνικού σώματος, συνιστά αναμφίβολα τον αφηρημένο Λόγο μέσα στον οποίο επιζητήθηκε ο συντονισμός αυτών των δύο τεχνικών εξουσίας για την κατασκευή της γενικής τους θεωρίας. Στην πραγματικότητα, η άρθρωσή τους δεν θα γίνει στο επίπεδο ενός θεωρικού Λόγου, αλλά με τη μορφή συγκεκριμένων διευθετήσεων που θ ‘αποτελέσουν τη μεγάλη τεχνολογία της εξουσίας τον 19ο αιώνα: μια απ’ αυτές, και μάλιστα από τις πιο σημαντικές, θα είναι το σύστημα της σεξουαλικότητας.

Αυτή η βιο-εξουσία υπήρξε αναμφίβολα ένα στοιχείο απαραίτητο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο οποίος δεν μπόρεσε να σιγουρευτεί παρά μόνο με τίμημα την ελεγχόμενη είσοδο των σωμάτων μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό και με μια προσαρμογή των πληθυσμιακών φαινομένων στις οικονομικές διαδικασίες. Αλλά απαίτησε περισσότερα· του χρειάστηκε η αύξηση και των μεν και των δε, το δυνάμωμά τους και συνάμα η ευχρηστία τους και η πειθηνιότητά τους· του χρειάστηκαν οι μέθοδες εξουσίας τέτοιες που να επαυξάνουν τις δυνάμεις, τις ικανότητες, τη ζωή γενικότερα, χωρίς ωστόσο να τις κάνουν πιο δυσυπόσταχτες· αν η ανάπτυξη των μεγάλων μηχανισμών του Κράτους, σαν θεσμών εξουσίας, εξασφάλισε τη διατήρηση των σχέσεων παραγωγής, τα πρώτα στοιχεία ανατομικο- και βιο-πολιτκής που επινοήθηκαν τον 18ο αιώνα σαν τεχνικές εξουσίας, παρούσες σ’ όλα τα επίπεδα του κοινωνικού σώματος και χρησιμοποιούμενες από θεσμούς που διαφέρουν πολύ αναμεταξύ τους (οικογένεια αλλά και στρατός, σχολείο ή αστυνομία, ατομική ιατρική ή διοίκηση των συλλογικών ομάδων), έδρασαν στο επίπεδο των οικονομικών διαδικασιών, της εξέλιξής τους, των δυνάμεων που τις κινούν και τις υποβαστάζουν· λειτούργησαν επίσης σαν παράγοντες κοινωνικής διάκρισης και ιεράρχησης, επιδρώντας πάνω στις αντίστοιχες δυνάμεις των εν και των δε, εξασφαλίζοντας σχέσεις κυριαρχίας και εκδηλώσεις ηγεμονίας· η προσαρμογή της συσσώρευσης των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου, η συνάρθρωση της ανάπτυξης ανθρώπινων ομάδων με την επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων και τη διαφορική κατανομή του κέρδους, έγιναν δυνατά, ως ένα βαθμό, χάρη στην άσκηση της βιο-εξουσίας με τις πολλαπλές μορφές και μεθόδους της. Η επένδυση του ζωντανού σώματος, η αξιοποίηση και η διανεμητική διαχείριση των δυνάμεών του υπήρξαν σ’ εκείνη τη φάση απαραίτητα.

Είναι γνωστό ότι έχει τεθεί πολλές φορές το ζήτημα του ρόλου που μπορεί να έπαιξε, στο στάδιο της πρωταρχικής διαμόρφωσης του καπιταλισμού, μια ασκητική ηθική· αλλ’ αυτό ου συνέβηκε τον 18ο αιώνα σ΄ορισμένες χώρες της Δύσης και που στέριωσε με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, είναι ένα φαινόμενο διαφορετικό και ίσως ευρύτερο απ’ αυτήν την καινούργια ηθική που έμοιαζε ν’ απορρίπτει το σώμα· δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την είσοδο της ζωής στην ιστορία- εννοώ την είσοδο των φαινομένων που χαρακτηρίζουν τη ζωή του ανθρώπινου είδους μέσα στο σύστημα της γνώσης και της εξουσίας – μέσα στο πεδίο των πολιτικών τεχνικών”. […]

“[Γ]ια πρώτη φορά στην ιστορία το βιολογικό αντανακλάται στο πολιτικό· το να ζει κανείς δεν είναι πια εκείνο το απροσπέλαστο άδυτο που δεν αναδύεται παρά κάπου-κάπου, έρμαιο ενός αναπόφευκτου θανάτου· περνάει ως ένα βαθμό, στο πεδίο ελέγχου της κοινής γνώμης και επέμβασης της εξουσίας. Αυτή η τελευταία δεν θα έχει πια να κάνει μόνο με υποκείμενα δικαίου πάνω στα οποία η έσχατη επενέργεια είναι ο θάνατος, αλλά με όντα ζωντανά και η επίδραση που θα μπορεί ν’ ασκήσει πάνω τους θα πρέπει να τοποθετηθεί στο επίπεδο αυτής της ίδιας της ζωής· περισσότερο από την απειλή του φόνου εκείνο που δίνει στην εξουσία τη δυνατότητα να πλησιάσει το σώμα είναι το γεγονός ότι καταπιάνεται με τη ζωή. Αν μπορούμε να ονομάσουμε «βιο-ιστορία» τις πιέσεις με τις οποίες οι κινήσεις της ζωής και οι διαδικασίες της ιστορίας διαπλέκονται, θα έπρεπε να μιλήσουμε για «βιο-πολιτική» για να δηλώσουμε αυτό που μπάζει τη ζωή και τους μηχανισμούς της στον χώρο των ανοιχτών σχεδιασμών, και που κάνει την εξουσία-γνώση όργανο μεταμόρφωσης της ανθρώπινης ζωής· τούτο δεν σημαίνει ότι η ζωή ενσωματώθηκε ολοκληρωτικά μέσα σε τεχνικές που την εξουσιάζουν και τη διευθύνουν· τους ξεγλιστράει συνέχεια. […] [Α]υτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κατώφλι της βιολογικής νεωτερικότητας» μιας κοινωνίας, τοποθετείται στη στιγμή όπου το είδος υπεισέρχεται ως ζητούμενο μέσα στις ίδιες του τις πολιτικές στρατηγικές. Για χιλιετηρίδες ο άνθρωπος παρέμεινε αυτό που ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα «ζώον», που ήταν και «πολιτικόν»· ο νεότερος άνθρωπος είναι ένα ζώο που στην πολιτική του η ζωή του ως έμβιου όντος γίνεται συζητήσιμη”. 

Υπάρχει επομένως για τον Φουκώ ένας καινούργιος τρόπος συσχετισμού της ιστορίας και της ζωής.  [Α]υτή τη διττή θέση της ζωής, που την κάνει να βρίσκεται ταυτόχρονα έξω από την ιστορία, σαν βιολογικός της περίγυρος, και μέσα στην ανθρώπινη ιστορικότητα, που διαποτίζεται από τις τεχνικές της τής γνώσης και της εξουσίας.” […]

“Μια άλλη συνέπεια αυτής της ανάπτυξης της βιοεξουσίας είναι η αύξουσα σπουδαιότητα που παίρνει η λειτουργεία του κανόνα σε βάρος του δικαιϊκού συστήματος του νόμου. Ο νόμος δεν μπορεί παρά να είναι οπλισμένος, και το όπλο του είναι πρώτιστα ο θάνατος· σ’ εκείνους που τον παραβιάζουν απαντά, τουλάχιστον σαν έσχατη προσφυγή, μ ‘ αυτήν την απόλυτη απειλή. Ο νόμος ανάγεται πάντα στη σπάθα. Αλλά μια εξουσία που είναι έργο της η μέριμνα για ζωή, χρειάζεται μηχανισμούς συνεχείς, ρυθμιστικούς και διορθωτικούς. Το θέμα δεν είναι πια να επιστρατεύεις τον θάνατο στο πεδίο της κυριαρχίας, αλλά να μοιράζεις σωστά τη ζωή μέσα σ’ ένα χώρο όπου επικρατούν η αξία και η χρησιμότητα. Δουλειά μιας τέτοιας εξουσίας είναι μάλλον να χαρακτηρίζει, να μετράει, να εκτιμάει, να ιεραρχεί, παρά να εκδηλώνεται σ’ όλη της τη φονική λαμπρότητα δουλεία της δεν είναι να χαράζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους πειθήνιος υπηκόους και στους εχθρούς τους άρχοντα· ενεργεί επιμερισμούς γύρω από τον κανόνα. Δεν θέλω να πω ότι ο νόμος σβήνει ή ότι οι θεσμοί της δικαιοσύνης τείνουν να χαθούν· αλλά ότι ο νόμος λειτουργεί όλο και περισσότερο σαν κανόνας, και ότι ο δικαιϊκός θεϊσμός ενσωματώνεται όλο και περισσότερο μέσα σε ένα συνεχές (continuum) μηχανισμών (ιατρικών, διοικητικών κ.λ.π.) που έχουν, κύρια, ρυθμιστικές λειτουργίες. Μια ομαλοποιητική κοινωνία είναι το ιστορικό αποτέλεσμα μιας τεχνολογίας της εξουσίας που έχει σαν επίκεντρο τη ζωή”.[…]

Έτσι ο Φουκώ θεωρεί ότι “οι μεγάλοι αγώνες που αμφισβητούν το γενικό σύστημα εξουσίας δεν γίνονται πια στο όνομα μιας επιστροφής σε παλιές δικαιϊκές μορφές ή σε συνάρτηση με το πανάρχαιο όνειρο του ενός χρονικού κύκλου ή μιας χρυσής εποχής. Δεν περιμένουν πια τον αυτοκράτορα των φτωχών, ούτε το βασίλειο των έσχατων ημερών, ούτε έστω την αποκατάσταση κάποιας προγονικής τάχα δικαιοσύνης· εκείνο που διεκδικούν και που χρησιμεύει σαν στόχος είναι η ζωή, η νοημένη ως θεμελιακές ανάγκες, συγκεκριμένη ουσία του ανθρώπου, ολοκλήρωση των δυνατοτήτων του, πληρότητα του δυνατού. Λίγο ενδιαφέρει αν πρόκειται για ουτοπία ή όχι· έχουμε εδώ μια διαδικασία πάλης πολύ πραγματική· η ζωή ως πολιτικό αντικείμενο πάρθηκε κάπως σοβαρά και στράφηκε ενάντια στο σύστημα που αναλάμβανε να την ελέγξει. Η ζωή, πολύ περισσότερο, από το δίκαιο έγινε το γέρας των πολιτικών αγώνων, έστω κι αν αυτοί εκφράζονταν μέσα από διακηρύξεις δικαίου. Το «δικαίωμα» στη ζωή, στο σώμα, στην υγεία, στην ευτυχία, στην ικανοποίηση των αναγκών, το «δικαίωμα» πέρα από κάθε καταπίεση ή «αλλοτρίωση», να ξαναβρείς αυτό που είσαι και ότι μπορείς να είσαι, αυτό το «δικαίωμα», το τόσο ακατανόητο για το κλασσικό δικαιϊκό σύστημα, ήταν η πολιτική απάντηση σε όλες τις καινούργιες διαδικασίες εξουσίας, που κι αυτές άλλωστε είναι άσχετες προς το παραδοσιακό δίκαιο της κυριαρχίας”.

Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1, Δίψα για γνώση, μτφρ. Γκλόρυ Ροζάκη, Αθήνα: Ράππα, 1979.

1Ομάδα φιλοσόφων του τέλους του 18ου αιώνα που καταπιάστηκαν κυρίως με την ανάλυση της καταγωγής των ιδεών (σημ. μτφρ.)

(φωτογραφία τίτλου, wikipedia commons)