«Όταν βγήκα από το Μακρονήσι και δούλευα βέβαια στην ΕΔΑ, όπως όλοι οι κομμουνιστές τότε – ήταν η νόμιμη μορφή το αριστερού κινήματος, δηλαδή νόμιμη να την κάνει ο Θεός, η τρομοκρατία οργίαζε με όλες τις μορφές, μας αλλάζανε τα φώτα στο κυνηγητό, αλλά εν πάση περιπτώσει, τυπικά δράση μας ήταν κατοχυρωμένη νομικά και καλυπτόμασταν από το σύνταγμα- έρχεται που λες, ένας κόπανος σταλμένος από την καθοδήγηση απόξω και μου παραγγέλνει πως θέλει να συναντηθούμε Ε, το κόμμα, είπαμε, η ασώματος κεφαλή και τα τέτοια, αλλά μια λέξη που μας συγκλονίζει. Μ’ αυτή τη λέξη στα χείλια, όπως οι χριστιανοί στα ιπποδρόμια με τη λέξη Ιησούς, πηγαίναμε στο εκτελεστικό απόσπασμα, στα βασανιστήρια, στις φυλακές και στις εξορίες. Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός γα να καταλάβω ότι το κόμμα δεν ήταν, να πούμε, κάτι το αφηρημένο που βρισκόταν κάπου στον αστερισμό της Ανδρομέδας, αλλά ότι αποτελούνταν από συγκεκριμένους ανθρώπους, και μάλιστα από μια χούφτα ανθρώπους, αυτούς δηλαδή που κάνανε κουμάντο κάθε φορά και που, δυστυχώς, δεν ήταν πάντα ούτε οι καλύτεροι, ούτε οι εξυπνότεροι, ούτε οι πιο ικανοί. Μερικοί απ’ αυτούς ήταν τέτοια ανθρωπάκια του κερατά, που δεν τα βρίσκεις όσον κι αν ψάξεις, ούτε και στον τελευταίο σκουπιδοντενεκέ της κοινωνίας. Όχι, μη θυμώνεις, εμένα τη στάση μου δεν την καθόρισαν τόσο τα πολιτικά λάθη, όσο κι αν μας κόστισαν. Εκείνο που με κάνει τούρκο, εκείνο που μ΄ εξοργίζει κυριολεκτικά, είναι η ανθρώπινη ποιότητά μας, η ανθρώπινη πορεία μας. Δεν αναφέρομαι, επίσης στο γεγονός ότι, παρά τα τρομακτικά λάθη, κανένας από δαύτους όχι μόνο δεν αυτοκτόνησε -καλά, αυτό είναι και λίγο ζόρι, εδώ που τα λέμε- αλλά ούτε καν παραιτήθηκε, ρε, το καταλαβαίνεις; Γαντζωμένοι στο πόστο, φεύγουν μόνο με τα πόδια μπροστά, δηλαδή άμα πεθάνουνε, ή όταν το ιερατείο από πάνω, το μεγάλο, το πολίτ μπυρώ που λένε, για λόγους δικής του πολιτικής, ή δικών του ισορροπιών, τους καθαιρέσει. Αναφέρομαι απλώς στην ανθρώπινη συμπεριφορά τους. Φαντάζεσαι αυτούς που κάνουν κουμάντο ς αυτό το κόμμα που αντικειμενικά εκπροσωπεί, με βάση την ιδεολογία και τη θεωρία του, τον υψηλότερο πολιτισμό της εποχής μας, τον ουσιαστικότερο ανθρωπισμό, φαντάζεσαι λοιπόν αυτούς τους τύπους που βρίσκονται επικεφαλής σ’ αυτό το κόμμα, να βασανίζουν τους συντρόφους τους, τα παλικάρια του δημοκρατικού στρατού, στα μπουντρούμια της ασφάλειας των διαφόρων σοσιαλιστικών χωρών, γιατί είχαν κάποιες διαφορετικές εκτιμήσεις και απόψεις από τις δικές τους; Άσε δε τη ρετσινιά, την παλιανθρωπιά, τη σπίλωση. Ξέρεις, ρε γάμω το, ότι πολλοί κομμουνιστές κάτω από τα βασανιστήρια των συντρόφων τους – ή γιατί έτσι πίστευαν ότι εξυπηρετούσαν την επανάσταση ή γιατί ακόμη, σου λέει, για να το λέει το κόμμα, ίσως να είναι κι έτσι – ομολογούσαν ότι πραγματικά ήταν προδότες; Σήμερα βέβαια όλοι έχουν αποκατασταθεί, και οι περισσότεροι είναι στο κόμμα, αντάμα με τους χτεσινούς διώκτες και βασανιστές τους. Τι να πεις… Ολόκληρη η αριστερά πρέπει να περάσει από ψυχιατρείο, αλλιώς πως να εξηγηθεί αυτή η αποδοχή τέτοιων φαινομένων και καταστάσεων από ανθρώπους έξυπνους, ευαίσθητους, ρομαντικούς, που δίνουν τη ζωή τους για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Μωρέ καμιά φορά λέω καλά που δεν νικήσαμε… Μπας και νομίζεις και συ ότι κουράστηκα, ότι βολεύτηκα και αστοποιήθηκα; Ναι, γιατί λένε και τέτοια όταν τους τα ψέλνεις. Τις προάλλες ήρθε πάλι ένας παλιός σύντροφος να με δει και να μου πει ότι είναι καιρός να ξαναγυρίσω στο κόμμα και τα τέτοια. Ε, άρχισα να του λέω τις αντιρρήσεις μου και τις απόψεις μου. Αφού μ’ «άκουσε» – το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί δεν μ’ άκουγε, απλώς κουνούσε το κεφάλι του και σκεφτόταν αυτά που ήρθε να μου πει- ρε συ, δεν υπάρχει άλλη ομάδα πληθυσμού, πως να την πω αλλιώς, που άμα διαφωνήσει, άμα διασπαστεί, να στερείται κάθε δυνατότητα επικοινωνίας, να διεξάγει με τόση άνεση ένα διάλογο κουφών, ο καθένας να λέει τα δικά του, χωρίς να νοιάζεται αν αυτά που λέει έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα… Είπα λοιπόν τις απόψεις μου, κουνούσε το κεφάλι του και μου λέει, το καταλαβαίνω ρε Σαλονικιέ, τόσα βάσανα πέρασες, αλλά ανάγετε αυτό το τόσο απλό και φυσικό ανθρώπινο πρόβλημα σε δήθεν ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, με αποτέλεσμα να κάνετε και ζημιά στο κόμμα… Τον κοίταξα. Δεν μπορώ ακόμη να προσδιορίσω ποιο συναίσθημα κυριάρχησε μέσα μου; Αυτός ήταν πάντα πολύ γλυκός άνθρωπος, έξυπνος, μορφωμένος. Του λέω, ρε Μήτσο, τι να σου πω. Θα σ’ τα πω ένα ένα και λίγο χοντρά, μπας και τα καταλάβεις. Δε μου λες, πόσα χρόνια γνωριζόμαστε, κοντά σαράντα, έτσι; Ναι. Όλα αυτά τα χρόνια που το να ‘σαι κομμουνιστής εσήμαινε εκτελεστικό απόσπασμα, φυλακή, βασανιστήριο, εξορία, εγώ ήμουνα πάντα στην πρώτη γραμμή, ναι ή όχι; Έλειψα καμιά φορά, πήρα ένα λεπτό ανάσα; Μήπως κρύφτηκα στα φουστάνια καμιάς χήρας, όπως εσύ τώρα στην τελευταία δικτατορία, μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα; Έλα τώρα, ρε Σαλονικιέ, θα με βρίσεις κιόλας; Εγώ σε βρίζω, ρε, καλά, δεν καταλαβαίνεις τι μου λες; Όταν για να είσαι κομμουνιστής, για να υπερασπίσεις τις κομμουνιστικές ιδέες, έπρεπε να έχεις την κάπα σου κρεμασμένη στο ξάγναντο και το κεφάλι σου στον ντρουβά, δεν κουράστηκα, κι αυτό κράτησε χρόνια και χρόνια, δεν ήταν μια φάση, να πούμε, τώρα που έγινε το κόμμα νόμιμο, τώρα που δένουν τα σκυλιά με τα λουκάνικα, τώρα που είναι της μόδας να βαφτίζεσαι κομμουνιστής, τώρα που θα φχαριστιόμουνα και γω λίγη νόμιμη κομμουνιστική δράση μέσα από κάνα ωραίο γραφείο, τώρα που θα πήγαινα και σε κανένα σοσιαλιστικό νοσοκομείο παρά να τρέχω στις ουρές του ΙΚΑ για μια εξέταση γεμάτη θλίψη και καταφρόνια, να γιατρέψω το βασανισμένο μου κορμάκι, τώρα κουράστηκα ρε; Καλά, στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα. Σου είπα, στους δυο κομμουνιστές πάντα μιλάει ο ένας… Του λέω, ρε Μήτσο, σε κοιτάζω και θυμάμαι τον Παναγή, τον τρελό του Αι-Στράτη, που τον ρωτάγαμε, γιατί το ‘χουμε το κεφάλι, ρε Παναγή; Για να μην γλιστράει η λουρίδα που την κρεμάμε στο σβέρκο όταν πάμε να χέσουμε…»