O Ρίχαρντ Βάγκνερ (1818-1883) είναι ίσως ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες στην ιστορία. Ήταν επίσης σκηνοθέτης και κριτικός τέχνης. Σχεδίασε την όπερα του Μπαϊρόιτ (σε στυλ ελληνιστικού ρομαντισμού), ενώ έγραψε και πολλά πολεμικά κείμενα πάνω σε διάφορα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του συνδέθηκε με πολλές σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του. Με τον Νίτσε γνωρίστηκε το 1869. Ο Βάγκνερ είχε ήδη επηρεάσει τη σκέψη του από την εφηβική του ηλικία.

Ο Νίτσε, στα πρώτα του βιβλία, υποστήριξε απόλυτα τον Βάγκνερ, σε σημείο που να θεωρεί το έργο του ως τη μοναδική ελπίδα για την αναγέννηση του τραγικού πολιτισμού (βλ. “Η γέννηση της τραγωδίας”) και τον ίδιο τον Βάγκνερ ως Διόνυσο (βλ. “Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ, στο “Παράκαιροι Στοχασμοί”).

Όταν έγιναν τα πρώτα εγκαίνια του Μπαϊρόιτ (1876), ο Νίτσε πηγαίνει με την ελπίδα να δει την αναγέννηση του τραγικού πολιτισμού να ενσαρκώνεται στο “ολικό έργο τέχνης” του Βάγκνερ. Αντί γι’ αυτό όμως διαπιστώνει ότι έχουν μαζευτεί διάφοροι πρίγκιπες και αυλικοί οι οποίοι βλέπουν την όπερα ως ένα ακόμη σπορ. Επίσης, αντί για ένα ολικό έργο τέχνης, δηλαδή αντί για την ενοποίηση των τεχνών παρατηρεί τον τεμαχισμό τους, και μια επιστροφή του Βάγκνερ στο πνεύμα της αντιμεταρρύθμισης.

Ο Νίτσε αποχωρεί από το φεστιβάλ απογοητευμένος. Η Κοζίμα Βάγκνερ, η γυναίκα του Βάγκνερ, δικαιολογεί την πρόωρη αποχώρηση του Νίτσε από το φεστιβάλ θεωρώντας ότι ο άρρωστος Νίτσε δεν αντέχει την ένταση της μουσικής. Εκείνη την περίοδο ο Νίτσε γράφει: “οι αντιρρήσεις μου για τη μουσική του Βάγκνερ είναι αντιρρήσεις φυσιολογικές: για ποιο λόγο να τις μεταμφιέσω σε αισθητικές φόρμουλες; …αυτή η μουσική… κάνει την αναπνοή μου πιο δύσκολη…σύντομα το πόδι μου ενοχλείται και επαναστατεί εναντίον της…το στομάχι μου διαμαρτύρεται με τη σειρά του, η καρδιά μου, η κυκλοφορία του αίματος, τα εντοσθιά μου”. Και κάπου αλλού συμπληρώνει: “όχι μόνο ο Βάγκνερ αρρωσταίνει τη μουσική, αλλά αρρωσταίνει κι εμένα” (Pothen, 2002).

Στο επόμενό του βιβλίο (Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο), ο Νίτσε αφαιρεί απ’ τον Βάγκνερ μέχρι και την ιδιότητα του μουσικού. Ο Parsifal του Βάγκνερ, είναι το έργο που φέρνει τη βαθιά ρήξη μεταξύ τους, καθώς ο Νίτσε παρατηρεί μια στροφή προς τον χριστιανισμό μέσα από το πνεύμα της αντι-μεταρρύθμισης κι ένα πέρασμα από την “Ηθική των κυρίων” στο “Ευαγγέλιο των ταπεινών”, υμνώντας τη χριστιανική αγνότητα και ασκητική. Χαρακτηριστικά σημειώνει: “για μένα που είμαι συνηθισμένος πάρα πολύ στο ελληνικό, το ανθρώπινα Καθολικό, όλο αυτό μου φαίνεται περιορισμένο στην περίοδο του χριστιανισμού, γεμάτο φανταστική ψυχολογία, καθόλου κρέας και πολύ αίμα” (Καϊμάκης, 2002).

Αν και ο Βάγκνερ προσπαθεί να έρθει σε επαφή μαζί του, ο Νίτσε επικαλούμενος αρρώστιες οι οποίες πράγματι αρχίζουν να τον καταβάλουν, αποφεύγει τη συνάντησή τους. Ύστερα από μια κριτική που του κάνει ο Βάγκνερ χωρίς να τον κατονομάζει, διακόπτει τη συνδρομή του στο περιοδικό του Βάγκνερ, λέγοντας ότι δε θέλει να έχει σχέση με κανενός είδους κομματικά φυλλάδια. Η ρήξη είναι πλέον οριστική (Καϊμάκης, 2002).

Ο Βάγκνερ πεθαίνει στις 13-2-1883. Η συμφιλίωση μεταξύ τους δεν επήλθε ποτέ. Η κριτική του Νίτσε προς τον Βάγκνερ όχι μόνο δεν σταματά αλλά κορυφώνεται στα επόμενα κείμενά του, “Η περίπτωση Βάγκνερ” (1888) και “Νίτσε εναντίον Βάγκνερ” (1888). Η μουσική του Βάγκνερ εκφράζει πλέον τη παρακμή (décadence) της μουσικής. Η όπερά του είναι όπερα της λύτρωσης και ο ίδιος αντιπροσωπεύει τη χριστιανική έννοια “του πρέπει και οφείλεις να πιστέψεις” (Νίτσε, 2005). Η μουσική του έχει εξολοκλήρου καταργήσει την απόλαυση (Pothen, 2002).

Όμως ο Νίτσε (2005) δεν απογοητεύεται. Οι ελπίδες του για την αναγέννηση του πολιτισμού ταξιδεύουν μαζί με τον ίδιο νοτιότερα, σε μια πιο μεσογειακή μουσική. “Πρέπει να κάνουμε τη μουσική πιο μεσογειακή” θα πει ύστερα από είκοσι ακροάσεις της Κάρμεν του Μπιζέ. Τώρα δεν νιώθει πλέον εκείνον τον άρρωστο ιδρώτα (“σορόκο”) του βαγκνερικού ήχου. Η μουσική του Μπιζέ του φαίνεται τέλεια: “έρχεται με ελαφρότητα, ευλυγισία, ευγένεια. Το καλό είναι ελαφρό, καθετί θεϊκό τρέχει με απαλά πόδια: πρώτη αρχή της αισθητικής μου” .

Η μουσική συνδέεται τώρα με το ζεστό και υγιεινό κλίμα νότου, εκφράζοντας μια άλλη αισθητικότητα, μια ευαισθησία και μια ευδιαθεσία διαφορετική από τη γερμανική του “υγρού βορρά”, εκφράζοντας τη διαύγεια στον αέρα. Η έννοια του Νότου, (η μουσική των Νοτίων) συνδέεται άμεσα με μια παραγωγική ευδαιμονία, με έργα που είναι διασκεδαστικά, ρυθμικώς υποκινούμενα και ύψιστα συναισθηματικά. Στην κατηγορία της μουσικής των νοτίων εντάσσονται οι Μπιζέ, Ροσίνι και Πίτερ Γκαστ, αλλά όχι οι όπερες του Βέρντι και του Μπελίνι (Love, 1979).

Ο Νίτσε μετά την παραίτησή του από το πανεπιστήμιο (1879) έζησε κατά καιρούς σε πόλεις τις Ιταλίας (Γένοβα, Τορίνο κ.ά), της νοτίου Γαλλίας και της Ελβετίας. Η μουσική του Μπιζέ, σύμφωνα με τον Νίτσε, παίρνει τον άνθρωπο μακριά από τον ομιχλώδη βορρά και τους ατμούς του βαγκνερικού ιδεώδους και τον οδηγεί στον έρωτα και στην αρχέγονη φύση του.

Διάφοροι μελετητές του Νίτσε, όπως ο Love (1979: 194-195), θεωρούν ότι η τελική φάση των μουσικών εμπειριών του Νίτσε έχει να κάνει περισσότερο με την ιστορική υπόθεση μιας νοητικής κατάρρευσης, παρά με μια συνηθισμένη συζήτηση πάνω στο μουσικό γούστο. Τη θέση τους αυτή τη βασίζουν στους όρους που χρησιμοποιεί ο Νίτσε, οι οποίοι πολλές φορές φαίνεται να κυριολεκτούν. Επίσης, για τον Love, ο Νίτσε ασκεί κριτική στον Βάγκνερ βασιζόμενος σε εξω-μουσικούς παράγοντες και όχι στην κριτική κατανόηση της ίδιας της μουσικής.

Το Δεκέμβριο του 1888 εκδίδεται το τελευταίο κείμενο του Νίτσε με τίτλο “Νίτσε εναντίον Βάγκνερ”. Στο ίδιο ύφος, ο Νίτσε συνεχίζει κι εδώ την κριτική του προς το Βάγκνερ. Τον κατηγορεί ότι χρησιμοποιεί τη μουσική ως μέσο με σκοπό την πόζα. Μ’ αυτό τον τρόπο, η μουσική υποτάσσεται σ’ ένα νατουραλιστικό στυλ χωρίς καμία πλαστικότητα. Εκφυλίζει το ρυθμικό του συναισθήματος μέσω της “άπειρης μελωδίας”, τοποθετώντας το χάος στη θέση του ρυθμού. Επομένως, εδώ ο Νίτσε συνδέει την έλλειψη ρυθμού με τη μουσική του Βάγκνερ.

Έτσι ο Βάγκνερ από τον άνθρωπο στον οποίο επαφίενται οι ελπίδες για την αναγέννηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού,  ο Νίτσε καταλήγει σε ένα από τα τελευταία βιβλία του (Η περίπτωση Βάγκνερ) να αναρωτιέται για το “αν ο Βάγκνερ είναι άνθρωπος ή αρρώστια”.

Οι κατηγορίες του Νίτσε κατά του Βάγκνερ, όσο και να φαίνονται σε κάποιους μελετητές του ως το ιστορικό μια νοητικής κατάρρευσης, ουσιαστικά ήταν αρκετή κοινές την εποχή αυτή. Το 2013, η λονδρέζικη εφημερίδα the Guardian δημοσίευσε ένα άρθρο της Kate Conolly με τίτλο “Μια αρρώστια ονόματι Ρίχαρντ? Ο Βάγκνερ ως απειλή για τη ψυχική υγεία”.

Το άρθρο αναφέρει ότι στη γιορτή για τα 200στά γενέθλια από τη γέννηση του Βάγκνερ στο Ντίσελντορφ, μια γερμανική παραγωγή ανέβασε το έργο του “Τανχάουζερ” προκαλώντας σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα στο κοινό, μέρος του οποίου χρειάστηκε ιατρική φροντίδα.

Η αρθρογράφος πηγαίνει πίσω στο παρελθόν για να εξετάσει παρόμοιες περιπτώσεις. Η Conolly παρατηρεί ότι στις μέρες του, ο Γερμανός συνθέτης είχε κατηγορηθεί ως υπεύθυνος για κάτι περισσότερο από μερικές λιποθυμίες και καρδιακές αρρυθμίες. Το έργο του το έβλεπαν όχι μόνο ως απειλή για τη υγεία των μουσικών και των ακροατών, αλλά επίσης κάθε κοινωνίας που προσπαθούσε να διατηρήσει την τάξη. “Καμία μουσική δε θεωρήθηκε τόσο δυνάμει επικίνδυνη, όσο αυτή του Βάγκνερ” λέει ο James Kennaway, ιστορικός με ειδίκευση στη μουσική και στην ιατρική. “Ενώ οι Ναζί τον θεωρούσαν ως μοντέλο ψυχικής υγείας, καμιά προσωπικότητα από τον 17ο αι. δεν έχει κυριαρχήσει τόσο πάνω στην αντιπαράθεση της μουσικής ως παθογένειας, όσο ο Βάγκνερ”.

Η μουσική του Βάγκνερ θεωρείται, την εποχή αυτή, όχι μόνο σύμπτωμα φυσικών και σεξουαλικών παθογενειών αλλά επίσης και άμεση αιτία αυτών. Επιφανείς γιατροί, όπως ο Ολλανδός ψυχίατρος Jacon van Deventer, τον κατηγόρησαν ευθέως για τις ψυχικές αρρώστιες, καθώς “ένας μεγάλος αριθμός των ψυχικά πασχόντων αγαπούν με πάθος τη μουσική του Βάγκνερ” (1891).

Οι γιατροί τοποθετούν την αιτία κατά ένα μέρος στο γεγονός ότι οι όπερες του Βάγκνερ παρεκκλίνουν σε διάρκεια και κατά ένα άλλο στην παθολογική έλλειψη ρυθμού της Βαγκνερικής μουσικής. Κάτι που όπως είδαμε έκανε και ο Νίτσε. Την περίοδο αυτή στην ιατρική ήταν ευρέως διαδεδομένο ότι η αρρώστια ήταν “α-ρυθμική” ενώ η υγεία ήταν “ρυθμική”. 

Το πρώτο θύμα νευρικού κλονισμού από τη Βαγκνερική μουσική ήταν ο Ludwig Schnorr von Carolsfeld, ο πρώτος τραγουδιστής του Τριστάνου και της Ιζόλδης, ο οποίος πέθανε το 1865 σε ηλικία 29 ετών κατά τη διάρκεια ενός “τριστανικού” ντελίριου αμέσως μετά την πρεμιέρα του. Σε ένα γράμμα του ο Βάγκνερ παραδέχεται ότι “η μουσική μου οδήγησε τον τραγουδιστή στην Άβυσσο”.

Την εποχή αυτή, οι γυναίκες θεωρούνται αρκετά δεκτικές προς την “ασθένεια” της μουσικής νεύρωσης η οποία συχνά αποκαλούνταν “Βαγκνεριανισμός”. Η μουσική του Τριστάνου και της Ιζόλδης θεωρείται κακή, ιδιαίτερα για τις νεαρές άγαμες γυναίκες, καθώς θρέφει επικίνδυνα σεξουαλικά ένστικτα. Ο Βάγκνερ κατηγορείται επίσης για τη στειρότητα, τη μελαγχολία, την υστερία και την ύπνωση. Ο ψυχολόγος της σχολής της GelstaltChristian von Ehrenfels, πήγε πολύ μακρύτερα θεωρώντας ότι η μουσική του Τριστάνου ωθεί κυριολεκτικά στον οργασμό. Οι γυναίκες απωθούνται γενικά από το να παίζουν πιάνο και να ακούν Βάγκνερ καθώς θεωρείται τόσο επικίνδυνο όσο το αλκοόλ, το τσιγάρο και ο τζόγος για τους άντρες.

Άλλοι χαρακτήρισαν τη μουσική του αρρωστημένη και θηλυκή, συνδέοντάς την έτσι με την ομοφυλοφιλία, η οποία θεωρούταν ασθένεια την εκείνη την εποχή. Και ο ίδιος ο Βάγκνερ θεωρούταν θηλυπρεπής διότι φορούσε σατέν και μεταξωτά τα οποία παράγγελνε σε μεγάλες ποσότητες από το Παρίσι. Μια εικόνα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον μάτσο Βάγκνερ που θα δημιουργήσουν αργότερα οι ναζί και θα επιβιώσει μέχρι σήμερα. 

Σε μια καταγεγραμμένη ψυχιατρική περίπτωση ένας ασθενής λέει ότι κατατρεχόταν από βαγκνερικές ακουστικές παραισθήσεις, ενώ και το ίδιο το αφεντικό του Βάγκνερ, ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ο 2ος, λιποθύμησε κατά τη διάρκεια μιας παράστασης του Τριστάνου λόγω νευρικού κλονισμού. Ο Aloys Ander, ο οποίος έπαιξε στην παράσταση του Τριστάνου στη Βιέννη πέθανε τρελός το 1865 σε ψυχιατρείο.

O Kennaway θεωρεί ότι πολλές από τις ασθένειες με τις οποίες συνδέθηκε το έργο του Βάγκνερ έχουν να κάνουν επίσης με το γεγονός ότι οι άνθρωποι σπάνια είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ζωντανές εμφανίσεις. Ακόμη και οι κάτοικοι των πόλεων θα είχαν την τύχη να δουν τον Τριστάνο και την Ιζόλδη το πολύ τρεις φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Επομένως, ο αντίκτυπος σε πολλούς ήταν συντριπτικός. Αν τώρα προσθέσουμε σε αυτό ότι ο Wagner ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε καινοτόμες τεχνικές όπως κουρτίνες σκηνής, μηχανές καπνού και ατμού και την ένταση των φώτων στα θέατρά του, καθώς επίσης κι άλλες τεχνικές που χρησιμοποίησε στο Bayreuth, όπως την απόκρυψη της ορχήστρας σε ένα “λάκκο” – το οποίο λέγεται ότι αύξανε τη δύναμη της μουσικής και την ακουστική- όλα αυτά ερμηνεύτηκαν, από τους ειδικούς της εποχής, ως μέσα για να “παρακάμψουν το συνειδητό μυαλό και να επηρεάσουν το κοινό μέσω των νεύρων”.

Οι περισσότερες από τις κατηγορίες κατά του Βάγκνερ είναι αρκετά ετερόκλητες και πολλές φορές αντανακλούν τις προκαταλήψεις και τις μόδες της εποχής (η νευρασθένεια αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση). Σίγουρα όμως υπάρχουν και κάποια χαρακτηριστικά (όπως η αρρυθμία και η άπειρη μελωδία) που φέρνουν κοντά την κριτική του Νίτσε με αυτή των ψυχιάτρων της εποχής. Άλλωστε, ο Νίτσε υπήρξε ένας ψυχολόγος που επηρέασε έντονα τον τομέα που θα αναδυθεί την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα με το όνομα ψυχανάλυση.

Από την άλλη, η κριτική του Νίτσε επικεντρώνεται κυρίως στο ύστερο έργο του Βάγκνερ (σε αντίθεση με την κριτική της εποχής που αφορά το σύνολο του έργου). Με αφορμή αυτό, και κυρίως τον Parsifal, ο Νίτσε (2005: 94 & 67) θα εξαπολύσει μια συνολική επίθεση που αφορά επίσης και τις αντισημιτικές και κομματικές θέσεις του Βάγκνερ (“ενέδωσε σιγά-σιγά σ’ όλα όσα περιφρονώ εγώ- ακόμη και στον αντισημιτισμό”).

Όμως, αν και στο “Η περίπτωση Βάγκνερ” εκμηδενίζει το βαγκνερικό έργο ως παρακμιακό και τον ίδιο τον Βάγκνερ ως μεγάλη φθορά για τη μουσική, στο υστερόγραφό του ο Νίτσε γράφει: “οι άλλοι μουσικοί δε μετρούν σε σύγκριση με τον Βάγκνερ. Τα πράγματα είναι γενικώς άσχημα. Η πτώση είναι γενική.

Σίγουρα δύσκολα κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η ψυχική υγεία του Νίτσε επηρεάστηκε αρνητικά αποκλειστικά από το έργο του Βάγκνερ. Όμως, όπως δείξαμε, ο Νίτσε περιέγραψε τόσο με ψυχολογικούς όσο και με φυσιολογικούς όρους την αποστροφή του στο ύστερο έργο του καθώς και την αναζήτηση μιας πιο υγειούς συναισθηματικά μουσικής στη μεσόγειο.

Βιβλιογραφία

Conolly Κ. (2013) “A disease called Richard? Wagner as a mental menace”, TheGuardian

Καϊμάκης, Π. (2002) “Ρουσσώ- Ραμώ, Νίτσε- Βάγκνερ. Βίοι παράλληλοι;” Τα Μουσικά, Ιούνιος.

Lefebvre Η. (1976) Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε ή το βασίλειο των σκιών, μτφρ. Β. Δωροβίνης, Αθήνα: Ράππας.

Love, F. R. (1979) “Nietzsche, Music and Madness”, Oxford University Press, Vol. 60, No2 pp. 186-203.

Nietzsche F. (2005) Η περίπτωση Βάγκνερ – Νίτσε εναντίον Βάγκνερ, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Θεσσαλονίκη: Εκδοτική Θεσσαλονίκης.

(2008) Η Γέννηση της Τραγωδίας, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, παρουσίαση Pierre Heber– Suffrin, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

(2014) Παράκαιροι στοχασμοί, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, ΘεσσαλονίκηΠανοπτικόν.

Pothen, P. (2002), Nietzsche and the Fate of Art, Aldershot, England: Ashgate.