Είναι δικαίωμά μας να πιστεύουμε ότι θέλουμε; Το υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα συχνά θεωρείται ως το τελευταίο καταφύγιο όσων εσκεμμένα επιλέγουν την άγνοια κρύβοντας την πίσω από υποτιθέμενες αποδείξεις. “Πιστεύω ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια απάτη, ό,τι και να λέγεται, και έχω το δικαίωμα να το λέω!”, θα μπορούσε να πει κάποιος που επιλέγει την άγνοια. Υπάρχει όμως στην πραγματικότητα τέτοιο δικαίωμα;

Αναγνωρίζουμε το δικαίωμα να γνωρίζουμε συγκεκριμένα πράγματα. Φερειπείν, έχω το δικαίωμα να γνωρίζω τις εργασιακές μου συνθήκες, τη θεραπεία του γιατρού για την ασθένειά μου, τους βαθμούς μου στο σχολείο, το όνομα του κατήγορού μου αλλά και τη φύση της κατηγορίας, κλπ. Αλλά η πεποίθηση δεν είναι γνώση.

Οι πεποιθήσεις μπορεί να είναι παραπλανητικές. Θα ήταν εντελώς παράλογο, όπως παρατήρησε ο φιλόσοφος G E Moore στα 1940, να δηλώνεις ότι ”βρέχει, αλλά εγώ δεν πιστεύω ότι βρέχει”. Οι πεποιθήσεις εποφθαλμιούν την αλήθεια, αλλά δεν την συνεπιφέρουν απαραίτητα. Οι πεποιθήσεις μπορεί να είναι λαθεμένες και μη αιτιολογημένες βάσει αποδείξεων. Μπορεί επίσης να είναι ηθικά απεχθείς, όπως οι σεξιστικές, οι ρατσιστικές και οι ομοφοβικές πεποιθήσεις. Αν βρίσκουμε αυτές τις πεποιθήσεις ηθικά λαθεμένες, δεν καταδικάζουμε μόνο τις δυνάμει πράξεις που πηγάζουν από αυτές, αλλά και το περιεχόμενο αυτής καθεαυτήν της πεποίθησης, καθώς και την πίστη σε αυτή και εν τέλει τον ίδιο τον πιστό.

Αυτός ο συλλογισμός μοιάζει να υπαινίσσεται ότι το να πιστεύεις είναι μια εκούσια πράξη. Αλλά οι πεποιθήσεις είναι συχνότερα νοοτροπίες παρά εμπρόθετες πράξεις. Ορισμένες από αυτές, όπως οι ατομικές αξίες, δεν επιλέγονται οικειοθελώς, αλλά συνήθως έχουν «κληροδοτηθεί», κατά κάποιο τρόπο, από τους γονείς ενός ατόμου, εμφυσηθεί από τους θεσμούς και τις αρχές ή απλά «ταξίδεψαν» μέσω διαδόσεων και έμμεσων μαρτυριών. Για το λόγο αυτό, δεν είναι πάντα τόσο προβληματική η ίδια η πεποίθηση όσο η συνέχισή της και η πλήρης άρνηση της δυσπιστίας απέναντι σε αυτή ή της πλήρους απόρριψής της, κάτι το οποίο σίγουρα γίνεται εκούσια.

Εάν το περιεχόμενο μιας εδραίας πίστης κρίνεται ηθικά απορριπτέο, τότε θεωρείται και η ίδια λαθεμένη. Η πεποίθηση, ας πούμε, ότι μια φυλή είναι λιγότερο ανθρώπινη από κάποια άλλη δεν είναι μόνο ηθικά αποκρουστική ως ρατσιστικό δόγμα, αλλά είναι και ένας εντελώς λαθεμένος ισχυρισμός, μολονότι όχι και για αυτόν που τον ασπάζεται. Η αναλήθεια μιας πεποίθησης είναι μια αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για να καταστήσει ηθικά ένοχο αυτόν που την πιστεύει. Φυσικά υπάρχουν ηθικά αποκρουστικές αλήθειες, αλλά δεν είναι η πίστη σε αυτές που τις καθιστά τέτοιες. Η ηθική τους δυσμορφία είναι ενσωματωμένη στον κόσμο και όχι στην πεποίθηση κάποιου για τον κόσμο.

«Και ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις τί να πιστέψω;», αποκρίνεται ο κάθε ζηλωτής. Η απόκριση αυτή αποτελεί μια ασύνετη πρόκληση, διότι υπαινίσσεται ότι η πιστοποίηση της πεποίθησης κάποιου έγκειται στην δικαιοδοσία κάποιου άλλου και αγνοεί την παράμετρο της πραγματικότητας.

Το πιστεύειν διαθέτει αυτό που οι φιλόσοφοι αποκαλούν «φορά συνταίριαξης από τον νου προς τον κόσμο» (mind-to-world direction of fit). Οι πεποιθήσεις μας σκοπεύουν στην αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου και για τον λόγο αυτό μπορούν να αποδιοργανωθούν και να αναδιοργανωθούν. Υπάρχουν πεποιθήσεις που στερούνται υπευθυνότητας· συγκεκριμένα, υπάρχουν πεποιθήσεις που διατηρούνται και μεταδίδονται με μη συνετό τρόπο: μέσω μη αποδεικτικών στοιχείων, απουσίας συνεκτικότητας και ροπής προς θεωρίες συνωμοσίας.

Ο μαθηματικός και φιλόσοφος του 19ου αιώνα William K Clifford υποστήριζε πως «είναι λάθος, πάντα και παντού, να πιστεύει κάποιος ό,τι στηρίζεται σε ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Ο Clifford προσπαθούσε να αναχαιτίσει τις ανεύθυνες εδραίες πεποιθήσεις, που διεγείρονται ή δικαιολογούνται από ευσεβείς πόθους, τυφλή πίστη ή απλά αισθήματα, δίχως οποιεσδήποτε αποδείξεις. Σε κάθε σύνθετη κοινωνία, πρέπει κανείς να βασίζεται σε μαρτυρίες αξιόπιστων πηγών, κρίσεις ειδημόνων και αποδεικτικά στοιχεία. Από την άλλη, όμως, όπως παρατήρησε το 1896 ο ψυχολόγος William James, κάποιες από τις πιο σημαντικές πεποιθήσεις μας για τον κόσμο και η ανθρώπινη οπτική εν γένει δεν μπορεί παρά να δομούνται χωρίς το ενδεχόμενο ύπαρξης ικανοποιητικών ενδείξεων. Υπό αυτή την προϋπόθεση η θέλησή μας να πιστέψουμε μας παρέχει το δικαίωμα να πιστέψουμε οτιδήποτε διαφορετικό προβάλλει μια καλύτερη ζωή.

Μελετώντας τις διάφορες παραλλαγές της θρησκευτικής εμπειρίας, ο James μας υπέδειξε ότι το «δικαίωμα να πιστεύουμε» μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον θρησκευτικής ανεκτικότητας. Οι θρησκείες εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται διαμέσου υποχρεωτικών πεποιθήσεων (δογμάτων) έχουν ανέκαθεν εμπλακεί σε ενέργειες καταπίεσης, σε βασανιστήρια και σε αμέτρητους πολέμους κατά των αλλόπιστων, φαινόμενα που μπορούν να παύσουν μόνο μέσα από την αναγνώριση της αμοιβαιότητας του «δικαιώματος να πιστεύουμε». Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο, οι ακραία μη ανεκτικές πεποιθήσεις δεν γίνονται ανεκτές. Τα δικαιώματα έχουν όρια και συνεπάγονται ευθύνες.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι σήμερα φαίνεται να ασκούν αφειδώς το δικαίωμα να πιστεύουν, αποφεύγοντας κάθε ευθύνη. Η ηθελημένη άγνοια και η εσφαλμένη γνώση, που συνήθως τις υπερασπίζονται με τον ισχυρισμό ότι «ο καθένας έχει δικαίωμα στην πίστη του», δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του James. Σκεφτείτε εκείνους που πιστεύουν ότι η προσσελήνωση ήταν ψεύτικη, μια δραματοποίηση σκηνοθετημένη από την κυβέρνηση, ότι ο Barack Obama είναι μουσουλμάνος, ότι η Γη είναι επίπεδη ή ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια απάτη. Σε περιπτώσεις όπως αυτές, το δικαίωμα να πιστεύουμε διακηρύσσεται ως αρνητικό δικαίωμα, πράγμα που πάει να πει ότι η πρόθεσή του είναι να φιμωθεί ο διάλογος, να αποτραπεί κάθε αμφισβήτηση και να υποχρεωθούν οι άλλοι να μην αναμειγνύονται στη δέσμευση του καθενός στην πίστη του. Το μυαλό περιχαρακώνεται και μένει κλειστό προς τη μάθηση. Μπορεί να πρόκειται για «αληθινούς πιστούς», αλλά αυτό στο οποίο πιστεύουν δεν είναι η αλήθεια.

Το πιστεύειν, όπως και το βούλεσθαι, μοιάζει να είναι θεμελιώδες για την αυτονομία, το ύστατο θεμέλιο της ελευθερίας ενός ανθρώπου. Ωστόσο, όπως παρατήρησε και πάλι ο Clifford: «Κανενός ανθρώπου η πίστη δεν είναι σε καμία περίπτωση ιδιωτική υπόθεση που αφορά μόνο τον ίδιο».Οι πεποιθήσεις πλάθουν τις στάσεις και τα κίνητρα και καθοδηγούν τις επιλογές και τις πράξεις. Η πίστεις και οι γνώσεις διαμορφώνονται στο πλαίσιο επιστημονικών κοινοτήτων, πράγμα που επηρεάζει τα αποτελέσματά τους. Υπάρχει ένας ηθικός κώδικας του τρόπου απόκτησης, διατήρησης και απόρριψης των πεποιθήσεων, και ο κώδικας αυτός ταυτόχρονα γεννά και περιορίζει το δικαίωμά μας να πιστεύουμε. Όπως κάποιες πεποιθήσεις είναι εσφαλμένες ή ηθικά απορριπτέες ή ανεύθυνες, έτσι και κάποιες άλλες είναι επικίνδυνες. Επ’ αυτών δεν έχουμε κανένα δικαίωμα.

Ελεύθερη απόδοση από το άρθρο του Daniel DeNicola με τίτλο: You don’t have a right to believe whatever you want