Ένας σύντομο σχόλιο

Ποια είναι τα επιστημονικά δεδομένα και η λογική που οδηγούν στη λήψη της κυβερνητικής απόφασης για τον περιορισμό της κυκλοφορίας από μια ώρα και μετά;

Απαντώντας, κατά μια έννοια, σε αυτήν την ερώτηση, ο Χαρδαλιάς που σύμφωνα με την Αρβελέρ είναι ο μόνος που πραγματικά αντιλαμβάνεται την έννοια «υπουργώ» και υπηρετεί τη χώρα και τους πολίτες, και που σύμφωνα πάντα με την ίδια τα ελληνικά του «είναι τέλεια», δήλωσε: «Παγκόσμια όλες οι χώρες που έχουν το κερφιού μετά από κάποια ώρα κάνουν λάθος;». «Η λογική είναι ότι πρέπει να περιορίσουμε την κινητικότητα. Το βασικότερο είναι», είπε, «ότι υπάρχουν και κάποιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί, που πίσω από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς υπάρχουν άνθρωποι και πρέπει όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πρέπει πραγματικά να έχουν χρόνο, να μπορέσουν να προσαρμόσουν [sic] και να ξεκουραστούν».

Καταρχάς, το «κερφιού» [sic] δεν είναι μέτρο που υπάρχει σε όλες τις χώρες παγκοσμίως. Επίσης, δεν είναι μέτρο από το οποίο έχουμε κάποιες θετικές ενδείξεις. Για παράδειγμα, στην Γαλλία που ισχύει εδώ και ενάμιση μήνα η απαγόρευση από τις 6μμ δεν έχει ελαττωθεί το κύμα (Γεροτζιάφας. Από το 46.00 και μετά οι απαντήσεις των ειδικών στη σχετική ερώτηση).

Έχει ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων, ότι το μοντέλο που εφαρμόζεται σήμερα αποτελεί πιστή αντιγραφή εκείνου που εφάρμοζαν από το 1860  και μετά οι αποικιοκρατικές δυνάμεις στις αποικίες τους όταν εμφανιζόταν κάποια επιδημία, με τη σημερινή προσθήκη της τεχνολογικής εξέλιξης, δηλαδή του εμβολίου.

Η κινητικότητα από μόνη της δεν αποτελεί συνθήκη συνωστισμού. Εάν κρατούνται οι αποστάσεις, αερίζονται οι χώροι, πλένουμε τα χέρια μας, δεν υφίσταται θέμα διασποράς του ιού, όπως λένε οι ειδικοί. Προφανώς, ισχύει ότι για να υπάρξει συνωστισμός, πρέπει να προηγηθεί κινητικότητα (οι φυλακές και τα κέντρα κράτησης αποτελούν προφανώς εξαιρέσεις, αλλά ταυτόχρονα και σημαντικά σημεία εστίασης για να δούμε την πολιτική της κυβέρνησης συνολικότερα). Όμως, η κινητικότητα δεν είναι επαρκής συνθήκη, δηλαδή δεν συνάγεται άμεσα ότι από τη στιγμή που θα υπάρξει κινητικότητα, θα δημιουργηθεί και συνωστισμός.

Από την άλλη, η κινητικότητα γίνεται και αναγκαία και επαρκής συνθήκη για να υπάρξει συνωστισμός και κατ’ επέκταση για τη διάδοση του νέου κορονοϊού όταν τα άτομα καλούνται μαζικά να μπουν στα μέσα μαζικής μεταφοράς για να πάνε στην εργασία τους και να επιστρέψουν από αυτήν (και συχνά κατά τη διάρκεια της ίδιας της εργασίας τους βλ. τα μαζικά κρούσματα σε εργοστάσια σε όλη την επικράτεια). Μάλιστα, αυτή η συνθήκη μεγεθύνεται όταν η χρονική διάρκεια εντός της οποίας καλούνται να το κάνουν περιορίζεται, και μάλιστα προστίθενται σε αυτήν την κατάσταση όλα εκείνα τα άτομα τα οποία θέλουν να μετακινηθούν για διάφορους άλλους λόγους.

Εάν τώρα σε αυτήν την απόφαση προσθέσουμε και τη συνολικότερη αντιμετώπιση της πανδημίας από την πλευρά της κυβέρνησης, όπως για παράδειγμα ότι από την αρχή της πανδημίας δεν γίνονται μαζικά τεστ για να υπάρχει μια καλύτερη εικόνα της διασποράς του ιού στην κοινότητα (όπως ήταν εξαρχής η οδηγία του ΠΟΥ). Επίσης, ότι οι της κυβέρνησης, δεν είναι σαφείς και δίνουν με στόμφο τελείως αντιφατικά μηνύματα (όπως ήταν επίσης από την αρχή η οδηγία του ΠΟΥ πχ. μάσκες ή το αν και κατά πόσο τα παιδιά κολλάν/μεταδίδουν τον ιό το οποίο άλλαξε 3 φορές), και μαζί με αυτά τις πολιτικές δηλώσεις υπό τον μανδύα του ειδικού ανθρώπων όπως ο Τσιόδρας, που δήλωσε στο πανελλήνιο ότι δεν υπάρχουν λεφτά για λεωφορεία για να δούμε μετά την κυβέρνηση να περνάει άσχετο νόμο για να εξυπηρετήσει τις ιδεοληψίες της και να φτιάξει κομματικές πελατείες, όπως η αστυνομία στα πανεπιστήμια.

Εάν προσθέσουμε σε αυτά και τα μύρια άλλα, όπως το άνοιγμα των συνόρων το καλοκαίρι (όπου υποτίμησαν λέει την κατάσταση όταν ήξερε και το τελευταίο άτομο στον πλανήτη ότι επίκειται δεύτερο κύμα), τον αυταρχισμό και την αστυνομοκρατία, την εφαρμογή νόμων ή μη εφαρμογή τους κατά το δοκούν και στη βάση των προσωπικών διαφορών της οικογένειας που κυβερνά (βλ. υπόθεση Κουφοντίνα), την ιδιωτικοποίηση των πάντων, ότι έχουν μία πολύ συγκεκριμένη και σίγουρα αμφισβητήσιμη άποψη για την ανθρώπινη φύση, από την οποία άποψη εκπορεύονται οι πολιτικές τους, ότι δεν ασκούν πολιτική του βλέποντας και κάνοντας όπως λένε οι επικριτές τους, αλλά κάνουν «ακριβώς το αντίθετο» καθώς πρώτα βλέπουν ώστε να ξέρουν ακριβώς τι να κάνουν (Μητσοτάκης, στο 1.50), καταλήγουμε ότι πρόκειται για μια κυβέρνηση ασόβαρη, που αξιοποιεί ευκαιριακά οποιοδήποτε επιστημονικό δεδομένο για να φανεί ότι ασκεί κάποιου είδους έργο, χωρίς να τονίζει την αβεβαιότητα της επιστημονικής γνώσης και κατ’ επέκταση των πολιτικών αποφάσεων, πάνω στην οποία υποτίθεται ότι βασίζονται αυτές. Κυρίως, όμως, καταλήγουμε ότι πρόκειται για μια κυβέρνηση επικίνδυνη, που πρέπει άμεσα να πέσει.