Πολωνοί βουλευτές ενέκριναν ένα νομοσχέδιο που προβλέπει ποινές φυλάκισης έως και τρία χρόνια σε όσους χρησιμοποιούν φράσεις που υπονοούν ότι η Πολωνία φέρει ευθύνη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διέπραξε η ναζιστική Γερμανία.

Το νομοσχέδιο επίσης καθιστά αδίκημα την άρνηση της σφαγής περίπου 100.000 Πολωνών από μονάδες του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού (UPA) κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια κίνηση που ενδεχομένως να αυξήσει τις εντάσεις με την γειτονική Ουκρανία. Από το μέτρο θα εξαιρείται η καλλιτεχνική και η επιστημονική δραστηριότητα.

Το κυβερνών πολιτικό κόμμα “Νόμος και Δικαιοσύνη” (PiS) έχει διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα για τη χρήση της φράσης “πολωνικά στρατόπεδα θανάτου”, αναφορικά με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που λειτουργούσαν σε πολωνικό έδαφος, όταν η χώρα τελούσε υπό κατοχή από την ναζιστική Γερμανία, καθώς και όρων που υπονοούν ότι υπήρχε πολωνική ευθύνη για τις ωμότητες που διαπράχθηκαν από τους ναζί.

Τον Δεκέμβριο πολωνικό δικαστήριο αποφάσισε ότι το γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF, το οποίο σε βίντεο που μετέδωσε για την προώθηση ενός ντοκιμαντέρ του αναφέρθηκε στα “πολωνικά στρατόπεδα θανάτου”, πρέπει να ζητήσει συγγνώμη από έναν επιζώντα του στρατοπέδου Άουσβιτς.

Αυτή η τροπολογία εφοδιάζει την Πολωνία με τα πιο σημαντικά εργαλεία που ήταν για χρόνια στη διάθεση άλλων χωρών”, δήλωσε στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων PAP ο υπουργός Δικαιοσύνης Πάτρικ Τζάκι.

Πολλοί όμως φοβούνται ότι πίσω από αυτόν τον νόμο κρύβεται κι ένας αντισημιτισμός που φαίνεται να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις στη χώρα. Όχι μόνο επειδή το νομοσχέδιο υποστηρίχθηκε από ακροδεξιές δυνάμεις (όπως το ανοιχτά αντισημιτικό Εθνικό Ριζοσπαστικό Στρατόπεδο ONR, το οποίο θεωρείται συνέχεια του ομώνυμου φασιστικού κόμματος της δεκαετίας του ‘30). Αλλά κυρίως διότι θεωρείται ένας έμμεσος τρόπος για να ξεπλυθεί η συμμετοχή ορισμένων Πολωνών κατά τη ναζιστική θηριωδία ενάντια στους Εβραίους, και να ξαναγραφτεί έτσι η ιστορία.

Ο Πολωνός βουλευτής της αντιπολίτευσης Itzik Shmuli δήλωσε ότι ο συγκεκριμένος νόμος “κάνει την Πολωνία το πρώτο κράτος που νομοθετεί την άρνηση του ολοκαυτώματος. Η ιστορία θα κρίνει δύο φορές τους Πολωνούς. Μία για τη συμμετοχή τους [στο Ολοκαύτωμα] και μία για την απαράδεκτη προσπάθεια να την αρνηθούν”.

Το Ισραήλ επίσημα απάντησε ότι “κανένας νόμος δεν πρόκειται να αλλάξει τα γεγονότα” και ανακάλεσε τον πρέσβη του για νέες οδηγίες. Ο υπουργός του Ισραήλ Yoav Galant χαρακτήρισε το νόμο ως “μια de facto άρνηση του Ολοκαυτώματος” και ο υπουργός μεταφορών Yisrael Katz ως “τη θεσμοθέτηση της αποκήρυξης της ευθύνης και της άρνησης της πολωνικής συμμετοχής στο Ολοκαύτωμα”.

Το δεξιό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη, με έντονες εθνικιστικές τάσεις, είχε πολύ πρόσφατα τεστάρει τα “θεμέλια” της Ε.Ε. με σειρά νόμων που προσπάθησε να περάσει πλήττοντας την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι το κυβερνών κόμμα έθεσε το ζήτημα και το νομοσχέδιο έτσι ώστε να τονώσει το εθνικιστικό συναίσθημα των ψηφοφόρων του.

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με 53 ψήφους υπέρ, 27 κατά και 2 αποχές. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρώπης και πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ θεωρεί ότι το εν λόγω νομοσχέδιο αμαυρώνει τη φήμη της χώρας, κάνοντας λόγο για “κύμα ανόητων και απρεπών επεισοδίων και αντισημιτικών δηλώσεων” που πλήττει τη χώρα. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, θεωρούν ότι ακόμη κι αν το νομοσχέδιο εξαιρεί την καλλιτεχνική και ακαδημαϊκή δραστηριότητα, μπορεί ωστόσο να πλήξει την ελευθερία του λόγου. Η πολωνική κυβέρνηση, πάντως δεν πιστεύει ότι αυτό μπορεί να επηρεάσει με κάποιο τρόπο τη στρατηγική σχέση ΗΠΑ-Πολωνίας (διάβαζε αντιπυραυλική ασπίδα στα εδάφη της Πολωνίας κατά της Ρωσίας).

Στην Πολωνία ζούσαν περίπου 3,2 εκατομμύρια Εβραίοι το 1939, όταν δηλαδή εισέβαλαν οι Γερμανοί. Ήταν ο μεγαλύτερος εβραϊκός πληθυσμός στην επικράτεια μιας χώρας. Περισσότεροι από 3 εκ. Εβραίοι πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, τα οποία έχτισαν και διοικούσαν οι Γερμανοί στα εδάφη της Πολωνίας (Άουσβιτς, Τρεμπλίνκα, Μπέλζετς, Σομπιμπόρ κ.ά.). Συνολικά λειτουργούσαν 457 στρατιωτικά συγκροτήματα στην- υπό γερμανική κατοχή- Πολωνία.

Σύμφωνα με το αμερικανικό μουσείο μνήμης του Ολοκαυτώματος, οι Γερμανοί σκότωσαν επίσης τουλάχιστον 1,9 εκ. -μη Εβραίους- Πολωνούς, ενώ χιλιάδες ήταν εκείνοι που ρίσκαραν τη ζωή τους για να προστατέψουν τους Εβραίους. Επίσημα, 6,706 Πολωνοί αναγνωρίστηκαν ως “δίκαιοι των εθνών”.

Σύμφωνα με τον Guardian, το Γιαντ Βασσέμ χαρακτήρισε ως “ατυχές” το νομοσχέδιο, καθώς “θα μπορούσε να θολώσει τα ιστορικά γεγονότα σχετικά με τη συμμετοχή ενός τμήματος των Πολωνών στα εγκλήματα κατά των Εβραίων”. Προσθέτοντας ότι αν και “είναι λανθασμένη η φράση ‘πολωνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης’, ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπίζουμε τις ιστορικές παρερμηνείες δεν είναι η ποινικοποίηση τέτοιων δηλώσεων αλλά η ενίσχυση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων”.

Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι κάποιοι Πολωνοί συμμετείχαν στις ναζιστικές θηριωδίες. Η αποκάλυψη αυτή αμφισβήτησε την υπάρχουσα αποδεκτή αφήγηση στη χώρα και σύμφωνα με διάφορες δημοσκοπήσεις απορρίπτεται από ένα μεγάλο μέρος του λαού της Πολωνίας.

Όπως έλεγε και Edward Said, “όλη η γνώση που αφορά την ανθρώπινη κοινωνία, και όχι τον φυσικό κόσμο, είναι ιστορική γνώση και επομένως βασίζεται στην κρίση και την ερμηνεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται γεγονότα ή δεδομένα, αλλά ότι τα γεγονότα αποκτούν τη σημασία τους από αυτό που δημιουργείται κατά την ερμηνεία [] διότι οι ερμηνείες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ποιος είναι αυτός που ερμηνεύει, σε ποιους απευθύνεται, ποιος είναι ο σκοπός του, σε ποια ιστορική στιγμή λαμβάνει χώρα η ερμηνεία”.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εδώ ερμηνευτής είναι μία δεξιά και εθνικιστική κυβέρνηση (με τη σύμπλευση της ακροδεξιάς), η οποία ποινικοποιώντας την αναφορά των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως ‘πολωνικά’, ξεπλένει και τη σχέση που είχε ένα κομμάτι των Πολωνών σε αυτά. Η κυβέρνηση απευθύνεται στον λαό της χώρας, ο οποίος έχει γαλουχηθεί με τη συγκεκριμένη αφήγηση, έχοντας ως κύριο σκοπό την τόνωση των εθνικιστικών αισθημάτων των ψηφοφόρων της, σε μια ιστορική στιγμή όπου η Ε.Ε. κυρίως, αλλά και οι Η.Π.Α. δεν είναι πρόθυμες να αφήσουν τις στρατηγικές συμφωνίες για τη διατήρηση των αποκαλούμενων “θεμελιωδών αξιών” τους.

Με πληροφορίες από: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Guardian