Το 1975, στην πόλη Σεντάι της Ιαπωνίας, κοράκια του είδους Corvus corone ανακάλυψαν πώς να χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητα ως καρυοθραύστες. Τα κοράκια αυτού του είδους έχουν μια προτίμηση στην ιαπωνική καρυδιά (Juglans ailantifolia) που βρίσκεται σε αφθονία μέσα στην πόλη. Τα εν λόγω καρύδια είναι πολύ σκληρά για να μπορέσουν τα κοράκια να τα ραγίσουν με το ράμφος τους οπότε για πολύ καιρό τα πουλιά τα πετούσαν από τον αέρα στους βράχους για να τα σπάσουν. Οπουδήποτε σε ανοιχτούς χώρους στην πόλη μπορούσε κάποιος να δει τα άδεια καρυδότσουφλα  από καρύδια που τα κοράκια είτε τα έριχναν εν πτήση στο έδαφος είτε τα μετέφεραν στις κορυφές των παρακείμενων κτιρίων ώστε να τα ρίξουν με δύναμη στην άσφαλτο.

Αλλά όλα αυτά τα ”ανεβοκατεβάσματα’’ ήταν ιδιαίτερα κουραστικά για τα κοράκια καθώς τα καρύδια έπρεπε να πέφτουν περισσότερες από μια φορές ώστε τελικά να ανοίξουν. Για το λόγο αυτό τα κοράκια βρήκαν έναν αποτελεσματικότερο τρόπο. Άρχισαν στην ουσία  να ρίχνουν τα καρύδια ανάμεσα στα σταματημένα στο φανάρι οχήματα ώστε οι ρόδες τους να τα συνθλίψουν και κατόπιν έπαιρναν την σάρκα από τον ξηρό καρπό που είχε απομείνει στην άσφαλτο. Το νέο αυτό ”σχέδιο” φαίνεται να μπήκε σε εφαρμογή από τα πουλιά κοντά σε μια σχολή οδήγησης όπου τα οχήματα κινούνταν με σχετικά χαμηλή ταχύτητα και κατόπιν η συμπεριφορά αυτή εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη της πόλης, εκεί όπου τα οχήματα κόβουν ταχύτητα όπως σε φανάρια, διαβάσεις και διασταυρώσεις. Τα κοράκια εξέλιξαν περαιτέρω την νέα τεχνική τους τοποθετώντας τα καρύδια στο δρόμο με ακρίβεια και την κατάλληλη χρονική στιγμή ώστε να έχουν και το καλύτερο αποτέλεσμα. Από τότε, η ”μανία’’ αυτή άρχισε να  εμφανίζεται και σε άλλες πόλεις της Ιαπωνίας!

Το 1995, ο ζωολόγος καθηγητής του πανεπιστημίου Tohuko στην πόλη Σεντάι, Yoshiaki Nihei, έκανε μια λεπτομερή έρευνα πάνω σε αυτή τη συμπεριφορά των πουλιών. Παρατήρησε ότι τα κοράκια ακροβολισμένα πάνω στα φανάρια περίμεναν να ανάψει το κόκκινο και κατόπιν τοποθετούσαν με ακρίβεια τα καρύδια ανάμεσα στα σταματημένα οχήματα. Μετά από λίγα λεπτά υπομονής μπορούσαν να απολαύσουν στην κυριολεξία τον καρπό του κόπου τους. Στην ουσία η έρευνα του Nihei ανέδειξε τη ”λεπτότητα’’ με την οποία τα πουλιά χειρίζονταν το εν λόγω εργαλείο τους. Για παράδειγμα παρατήρησε ότι κάποια μετακινούσαν λίγα εκατοστά οποιοδήποτε καρπό βρισκόταν σε σημείο εκτός της τροχιάς των οχημάτων. Ακόμη παρατήρησε ένα κοράκι το οποίο περπάτησε λίγε βήματα στη διάβαση ώστε να ανακόψει την ταχύτητα ενός οχήματος και στη συνέχεια εναπόθεσε μπροστά του ένα καρύδι.

Τα κοράκια αυτού του είδους δεν απαντώνται μόνο στην Ιαπωνία αλλά και στη Δυτική Ευρώπη όπου αφθονούν τόσο τα καρύδια όσο φυσικά και τα αυτοκίνητα. Παρόλα αυτά ποτέ δεν ανέπτυξαν τη συγκεκριμένη μέθοδο πέρα από την Ιαπωνία.

Πώς λοιπόν ένα έξυπνο κόλπο μπορεί να μεταδοθεί και με ποιόν τρόπο από ένα πουλί σε ένα άλλο; Την απάντηση έδωσε ο Αυστραλός ερευνητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης Lucy Aplin. Η έρευνα του έλαβε χώρα στο δάσος Wytham κοντά στην Οξφόρδη όπου ο ερευνητής τοποθέτησε κουτιά ”αινίγματα’’ με μικρά πορτάκια που οδηγούσαν σε ζωντανά σκουλήκια προσπαθώντας να διαπιστώσει την ικανότητα των πουλιών του είδους Parus major να επιλύουν προβλήματα . Επιπλέον ο Aplin διάλεξε δέκα άτομα από διάφορους πληθυσμούς του είδους της περιοχής στα οποία ”δίδαξε’’ κατά κάποιο τρόπο πως να ανοίγουν το κουτί.

Αυτό που εν τέλει είδε ήταν ότι η πληροφορία μπορούσε να διαχυθεί από τη στιγμή που ένα άτομο μάθαινε το κόλπο και στα υπόλοιπα μέσω των ”κοινωνικών δικτύων’’ του υποπληθυσμού και εν τέλει όλος ο πληθυσμός είχε μάθει πως να ”σπάει’’ αυτόν τον ανθρώπινο κώδικα.

Συνεκδοχικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα ζώα, και εν προκειμένω τα πουλιά τα οποία ζούν στις πόλεις μπορούν γρηγορότερα να εξελιχθούν ώστε να εκμεταλλευτούν αποτελεσματικότερα και προς όφελός τους τις ανθρώπινες συμπεριφορές.  Όχι επειδή κάποιο γονίδιο σχετικό ας πούμε με το αποτελεσματικότερο σπάσιμο των καρυδιών θα μεταδοθεί στον πληθυσμό, περνώντας από γενεά σε γενεά αλλά  γιατί φαίνεται ότι τα πουλιά που ζουν στις πόλεις παρουσιάζουν μια γενετική τάση τόσο στην ανεκτικότητα όσο και στην ”περιέργεια’’, τάση που τους βοηθάει να μαθαίνουν γρηγορότερα και να επωφελούνται επομένως από τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Πηγή: Nature, aeon