Στις αρχές του 19ου αιώνα αναδύθηκε στην Ευρώπη ο λεγόμενος «ουτοπικός σοσιαλισμός». Ενώ όμως στη Γαλλία ο ουτοπικός σοσιαλισμός συνδέεται με στοχαστές όπως ο Saint Simon, ο Charles Fourier και ο Pierre Leroux, στη Μ. Βρετανία σχετίζεται με τη φυσιογνωμία του Robert Owen (1771-1858). Το κείμενο που ακολουθεί επανεκτιμά την κληρονομιά του Owen ως πατέρα του Βρετανικού σοσιαλισμού και διερευνά την επίδραση αυτής της πνευματικής κληρονομιάς στη Βρετανική πολιτική.

Γιος ενός Ουαλού εμπόρου μετάλλων και σελοποιού, ο Owen ξεκίνησε τη μαθητεία του στον κλάδο της υφαντουργίας στην ηλικία των δέκα ετών, σε μια περίοδο που ο συγκεκριμένος κλάδος γνώριζε τεράστια επέκταση. Στη διάρκεια των επόμενων 15 ετών αναρριχήθηκε στην κοινωνική και επαγγελματική κλίμακα της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας και τα έτη αυτά, στα οποία καθιερώθηκε ως αυτοδημιούργητος βιομήχανος, έπαιξαν αναμφίβολα πολύ σημαντικό ρόλο στο ενδιαφέρον που επέδειξε από νωρίς για τα δεινά των εργατικών στρωμάτων. Το 1792 έγινε υποδιευθυντής σε ένα από τα μεγαλύτερα κλωστοϋφαντουργία του Μάντσεστερ, όπου υπήρξε μάρτυρας των κοινωνικών επιπτώσεων της Βιομηχανικής Επανάστασης πάνω στην εργατική τάξη. Πεπεισμένος ότι οι άνθρωποι διαμορφώνονταν από το περιβάλλον τους, είχε την επιθυμία να αναμορφώσει τη ζωή στα εργοστάσια προκειμένου να απαλύνει τα δεινά των εργαζομένων. Το 1800 ανέλαβε το βαμβακουργείο του πεθερού του που βρισκόταν στο Νέο Λάναρκ της Σκωτίας και το βιομηχανικό χωριό που διαμόρφωσε εκεί, όπου οι συνθήκες ζωής και εργασίας ήταν πολύ καλύτερες από τον μέσο όρο της εποχής, αποτέλεσε το πεδίο δοκιμής των θεωριών του. Ο Owen έλαβε επίσης μέρος σε μια σειρά μεταρρυθμιστικών εκστρατειών και σταδιακά ανέπτυξε μια κοινωνική θεωρία βασισμένη σε κοινοτικές αρχές βασισμένες σε μεγάλο βαθμό στο πείραμα του Νέου Λάναρκ. Το 1825 εγκατέλειψε το εργοστάσιο και αφοσιώθηκε εξολοκλήρου στις πολιτικές μεταρρυθμίσεις και στην ίδρυση διάφορων κοινοτήτων. Μια από αυτές ιδρύθηκε στην πολιτεία της Ιντιάνα των ΗΠΑ και ονομάστηκε «Νέα Αρμονία» (New Harmony, 1825-1828).

Την τελευταία εικοσαετία ανακαλύφθηκαν εκ νέου οι Γάλλοι ουτοπικοί σοσιαλιστές, ωστόσο ο Owen εξακολουθεί να είναι ελάχιστα γνωστός πέρα από τη Μάγχη, παρότι αποτελεί μια προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι Saint-Simon, Fourier και Owen επικρίθηκαν ως αστοί, ιδεαλιστές και αντεπαναστάτες σοσιαλιστές, παρόλο που οι Engels και Marx τους θεώρησαν, και ιδίως τον Owen, σκαπανείς του επιστημονικού σοσιαλισμού. Τόσο στο Νέο Λάναρκ όσο και στις πολυάριθμες δημοσιεύσεις του, ο Owen ήταν από τους πρώτους που κατήγγειλε τις ελαττώματα του καπιταλισμού, αρνούμενος να δεχτεί ότι τα εργατικά στρώματα αποτελούσαν απλά «χέρια εργασίας».

Οι Μαρξιστές δεν είναι οι μόνοι που έχουν τέτοιες αμφίσημες απόψεις σχετικά με τον Owen. Φαίνεται πως και η Βρετανική Αριστερά, τόσο η παλαιότερη όσο και η σημερινή, είχε πάντα μια παρόμοια αντίληψη. Η σκέψη του Owen ή, αλλιώς, ο «Οουενισμός» θεωρήθηκε ξεπερασμένος ήδη από την εποχή του, ιδίως από τους κομμουνιστές και τους Χαρτιστές, αν και φαίνεται να άντεξε μέσα στο χρόνο με ποικίλους τρόπους. Υπάρχει αναμφίβολα μια αίσθηση αμηχανίας όσον αφορά τις πλευρές της θεωρίας του που κρίνονται ως οι πλέον ουτοπικές, παρότι ο Owen θεωρείται ταυτόχρονα προπάτορας μιας σειράς αλλαγών: υπήρξε από τους πρώτους υποστηρικτές του συνεταιριστικού κινήματος, καθώς και υπέρμαχος της καθολικής δημόσιας εκπαίδευσης , ενώ λέγεται ότι εκπροσωπεί ένα ιδιαίτερο Βρετανικό παρακλάδι του Σοσιαλισμού, το οποίο αναδύθηκε πριν από τον Μαρξισμό και επομένως δεν οφείλει τίποτα σε αυτόν.

Με δεδομένες αυτές τις αμφισημίες στην κατανόηση του Owen, είναι αναγκαίο να εκτιμήσουμε τις θεωρίες του από μια ιστορική σκοπιά. Πρώτον, αναλογιζόμενοι τις ρίζες της σοσιαλιστικής σκέψης, χρειάζεται να ανατρέξουμε στην προ-μαρξιστική παράδοση της συνεργασίας και του κοινοτισμού. Δεύτερον, πρέπει να αναλύσουμε τη σύνθετη κληρονομιά των ιδεών του Owen με φόντο τη σημερινή κρίση της Βρετανικής Αριστεράς, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ Παλαιών και Νέων εργατικών και ανατρέχει πίσω στο μη μαρξιστικό παρελθόν της για να επαναπροσδιοριστεί. Τέλος, πρέπει να κατανοήσουμε πώς και γιατί ο ουτοπικός σοσιαλισμός και η κακή φήμη των ιδεαλιστικών αποχρώσεών του κατέληξαν να θεωρούνται ότι αποτελούν την προέλευση του Βρετανικού σοσιαλιστικού κινήματος.

Από τον φιλάνθρωπο βιομήχανο στον σοσιαλιστή διανοούμενο

Ας εξετάσουμε σύντομα τις ιδρυτικές αρχές της θεώρησης του Owen. Η πρώτη του πολιτική πραγματεία, Μια νέα θεώρηση της κοινωνίας, δημοσιεύθηκε το 1813, ακριβώς 13 χρόνια μετά την άφιξή του στο Νέο Λάναρκ, αν και οι περισσότερες από τις ιδέες του είχαν ήδη διαμορφωθεί από τη δεκαετία του 1790, όταν ήρθε σε επαφή με φιλανθρωπικές και πεφωτισμένες ομάδες του Μάντσεστερ. Οι θεωρίες του είναι άμεσο προϊόν τόσο της ύστερης σκέψης του Διαφωτισμού όσο και μιας αυξανόμενης αψιθυμίας απέναντι στη Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Owen πίστευε ότι η βιομηχανοποίηση είχε διευρύνει τις κοινωνικές διαιρέσεις, ανάμεσα στον εργαζόμενο και τον εργοδότη, την πόλη και την ύπαιθρο, τους άντρες και τις γυναίκες, και εντόπισε σε αυτές τις διαιρέσεις την πηγή όλης της ανθρώπινης εξαθλίωσης. Η προτεινόμενη από μέρος του λύση ήταν άκρως ντετερμινιστική. Ως οπαδός του θεϊσμού, πίστευε ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν πλάθεται από τον ίδιο αλλά από τις περιστάσεις. Αυτό το «δόγμα των περιστάσεων» αποτελεί τον ακρογωνιαία λίθο των θεωριών του. Προκειμένου να εξαλειφθεί η φαυλότητα που μαστίζει την κοινωνία, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον θεμελιωμένο πάνω σε αρχές δικαιοσύνης και αγαθής προαίρεσης. Ακολουθώντας τη σκέψη του διαφωτισμού, ο Owen επιθυμούσε να μετατρέψει τον χαοτικό κόσμο στον οποίο ζούσε σε μια κατάσταση ευταξίας και ήταν βαθιά πεπεισμένος για την δυνατότητα τελειοποίησης των ανθρώπινων όντων. Για τον λόγο αυτό έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ιδέα του λόγου και της εκπαίδευσης ως μέσων της κοινωνικής αλλαγής. Αντλώντας από την εμπειρία του ως βιομήχανος, αντιλήφθηκε το εργοστάσιο ως το ιδανικό πεδίο δοκιμασίας των ντετερμινιστικών παραδοχών του. Δεν εναντιώθηκε στην εκβιομηχάνιση ως τέτοια, την οποία θεωρούσε όχημα της ανθρώπινης προόδου, αλλά μόνο στον ανορθολογικό και αμοραλιστικό τρόπο με τον οποίο διευθυνόταν. Δε χωρεί αμφιβολίας, έγραψε, ότι «ο κύριος στυλοβάτης του πολιτικού μεγαλείου και της ευμάρειας αυτής της χώρας αποτελεί μια βιομηχανική οικονομία η οποία έτσι όπως διευθύνεται στις μέρες μας είναι καταστρεπτική για την υγεία, τα ήθη και τις κοινωνικές ανέσεις της κύριας μάζας των ανθρώπων που απασχολούνται σε αυτή».

Οι παραπάνω αρχές τέθηκαν σε δοκιμασία στο Νέο Λάναρκ, το οποίο ο Owen ανέλαβε μεταξύ του 1799 και του 1800. Το συγκεκριμένο εργοστάσιο άνοιξε το 1785 από τον πεθερό του Owen, τον David Dale, και από την αρχή κιόλας είχε αποκτήσει τη φήμη ενός πρωτοποριακού για τα δεδομένα της εποχής τόπου εργασίας. Ο Owen ακολούθησε την ίδια πορεία αλλά με ένα τρόπο πιο συστηματικό. Σταδιακά μείωσε τον ημερήσιο χρόνο εργασίας στις δέκα ώρες και ίδρυσε το εκπαιδευτήριο του Νέου Λάναρκ, το οποίο ήταν πολύ προωθημένο σε σχέση με τις εκπαιδευτικές πρακτικές της εποχής. Το βιομηχανικό αυτό χωριό έγινε πόλος τουριστικής έλξης και το εκπαιδευτήριο τράβηξε τη μεγαλύτερη προσοχή του κοινού. Σταδιακά Owen ήρθε στο φως της δημοσιότητας μέσα από τις ιδέες του. Αφενός μετέτρεψε την επιχείρησή του σε ένα εργαστήριο για τις ιδέες του και αφετέρου άντλησε εμπειρία από την ιδιότητά του ως βιομηχάνου για να εκλεπτύνει τις θεωρίες του. Παρότι το Νέο Λάμαρκ λειτούργησε στη βάση πατερναλιστικών και όχι σοσιαλιστικών κατευθύνσεων, η εμπειρία αυτή προδιέγραψε σε μεγάλο βαθμό όλη τη μετέπειτα εξέλιξη του Οουενισμού.

Η σκέψη του Owen διήλθε μέσα από μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης κατά το διάστημα 1816 έως 1820. Την περίοδο εκείνη υπήρξε ενεργός σε διάφορες μεταρρυθμιστικές εκστρατείες και το 1815 μαζί με άλλους, όπως ο Sir Robert Pell προώθησε τη δημιουργία «συνεταιριστικών χωριών». Έχοντας εν μέρει ως πρότυπο το Νέο Λάναρκ, τα εργασιακά αυτά σχήματα προορίζονταν να συνδυάσουν τις βιομηχανικές και τις αγροτικές δραστηριότητες ώστε να αντιμετωπιστεί τόσο η μεγάλης έκτασης ανεργία όσο και η αστυφιλία. Την ίδια περίπου περίοδο ο Owen και ο Pell κατάρτισαν ένα νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των συνθηκών της παιδικής εργασίας στα εργοστάσια. Και τα δυο παραπάνω εγχειρήματα συνάντησαν σφοδρή εχθρικότητα και ο Owen αντέδρασε βαθαίνοντας και άλλο τη ριζοσπαστικοποίησή του. Δύο χρόνια μετά επέκρινε δημοσίως τη θρησκεία ως βασικό παράγοντα της ανθρώπινης διχόνοιας, γεγονός που τον έκανε πολύ δημοφιλή σε διάφορους ριζοσπαστικούς και ελευθεριακούς κύκλους. Εν τέλει, το 1829, όταν δημοσίευσε μια επίσημη αναφορά σχετικά με την κομητεία του Λάναρκ, δήλωσε επίσημα υποστηρικτής του κοινοτισμού θεωρώντας τον όχι μόνο ως θεραπεία των δεινών της εργατικής τάξης αλλά και ως θεμέλιο για μια συνολική αναδόμηση της κοινωνίας. Το σημείο αυτό καμπής στη σταδιοδρομία του Owen εξέφραζε επίσης την απόρριψη του συνόλου των παραδοσιακών μέσων πολιτικής δράσης, της ατομικής ιδιοκτησίας και της αναζήτησης του κέρδους ως αυτοσκοπού. Πλέον ήταν υπέρ ενός δίκαιου συστήματος μισθών, που να ευνοεί τους παραγωγούς και όχι τους καπιταλιστές και τους μεταπράτες. Το σύνολο αυτής της διδασκαλίας, την οποία ο Owen αποκάλεσε κοινωνική επιστήμη ή επιστήμη της κοινωνίας, από το 1830 και μετά έγινε δημοφιλής και διαδόθηκε από τους συνεχιστές του υπό το προσωνύμιο του σοσιαλισμού.

Η άνοδος και η πτώση του Οουενισμού

Ανάμεσα στο διάστημα της αναχώρησής του από το Νέο Λάμαρκ και του θανάτου του το 1858, ο Owen προώθησε ακούραστα τη διδασκαλία του μέσα από τη δημοσίευση πολυάριθμων βιβλίων και την ίδρυση διάφορων κοινοτήτων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Μ. Βρετανία. Μια τέτοια κοινότητα με το όνομα «Νέα Αρμονία», που ιδρύθηκε στις ΗΠΑ, οδηγήθηκε σε οριστική αποτυχία το 1828 και ο Owen επέστρεψε πίσω στη γενέτειρά του, όπου διαπίστωσε ότι είχε ένα μικρό αριθμό οπαδών που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Οουενιστές» ή «σοσιαλιστές».

Πάγια και κάθετη αντίθετοι στη βίαιη δράση και στις επαναστατικές αρχές (βασικό σημείο διένεξης με τους κομμουνιστές), ο Owen και οι οπαδοί του δημιούργησαν τις εν λόγω κοινότητες ως παραδείγματα προς μίμηση και πίστευαν ότι σταδιακά μεν αλλά σταθερά θα μπορούσαν να προσηλυτίσουν τον κόσμο στη διδασκαλία τους. Ωστόσο, όλες αυτές οι κοινότητες απέτυχαν εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών και εσωτερικών αψιμαχιών. Για την ακρίβεια εμφανίστηκε ένα διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στην πατερναλιστική στάση του ίδιου του Owen (μια κληρονομιά του Νέου Λάναρκ) και σε μια μειοψηφία πιο ριζοσπαστικών μαθητών του. Κατά τη διάρκεια των αψιμαχιών για την μεγάλη εκλογική μεταρρύθμιση του 1832, ο Owen υιοθέτησε μια περιφρονητική στάση απέναντι στην εργατική τάξη, η οποία κατά τον ίδιο ήταν υπερβολικά επιρρεπής να εμπλέκεται σε ανατρεπτικές πολιτικές δραστηριότητες υπό συνθήκες μη ευνοϊκές. Για τον ίδιο η διεύρυνση της δημοκρατίας εξισωνόταν με τη δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία δε θα οδηγούσε, κατά αυτόν, σε τίποτα άλλα παρά στην αντικατάσταση της τρέχουσας μορφής δικτατορίας, αυτής των αριστοκρατών και των καπιταλιστών. Ο Owen θεωρούσε ότι η εργατική τάξη ήταν ανίκανη να αυτοκυβερνηθεί. Έπρεπε να διδαχθεί την αυτοκυβέρνησή της εκ των άνω, δηλαδή από τον ίδιο τον Owen. Με την άνοδο του εργατικού συνδικαλισμού και του εργατικού κινήματος ο Οουενισμός άρχισε ολοένα και περισσότερο να θεωρείται ξεπερασμένος. Η ναυαρχίδα των Οουενιστών, η κοινότητα του Queenwood στο Hampshire, χρεοκόπησε το 1844 και το γεγονός αυτό σηματοδότησε το τέλος του Οουενισμού ως οργανωμένου πολιτικού κινήματος.

Μια αμφιλεγόμενη κληρονομιά  

Παρ’ όλα τα παραπάνω, η Οουενική κληρονομιά άντεξε μέσα στο χρόνο. Οι πρώην Οουενιστές μετακινήθηκαν στις τάξεις του κομουνιστικού κινήματος και του κινήματος των Χαρτιστών, φέρνοντας μαζί τους και κάποιες από τις προηγούμενες βασικές ιδέες τους.

Η παράδοση πάντως του Οουενισμού παρέμεινε προβληματική. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Ο’ Μπράιεν και η μετέπειτα σοσιαλιστική παράδοση εξήραν την αντικαπιταλιστική στάση του Owen ενώ ταυτόχρονα αποδοκίμασαν των μεσσιανισμό του και την πατερναλιστική στάση του απέναντι στην εργατική τάξη. Εν μέσω αυτών των διαφορετικών τάσεων διαμορφώθηκε μια ορθόδοξη αντίληψη σχετικά με τον Owen. Ένας μελετητής του μας λέει ότι η σημασία της ζωής και της διδασκαλίας του δεν έγκειται στην κοινωνική φιλοσοφία του, η οποία ήταν χονδροειδής και ξεπεράστηκε ήδη από πολύ νωρίς, αλλά στην πρακτική επιτυχία των πειραμάτων του ως υποδειγματικού εργοδότη καθώς και στον κοινωνικό του αισθητήριο, το οποίο τον έκανε να αντιληφθεί τις ανάγκες εκείνης της εποχής. Επίρρωση αυτής της ορθόδοξης άποψης αποτελεί η προσθήκη του Νέου Λάναρκ στη λίστα παγκόσμια κληρονομιάς της Unesco το 2001.

Αφήνοντας κατά μέρος όλες τις αμφιλεγόμενες πλευρές της σκέψης του, δεν αμφισβητείται από κανέναν ότι ο Owen υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλά πεδία. Έχει όμως τιμηθεί περισσότερο ως κοινωνικός μεταρρυθμιστής πάρα ως κοινωνικός στοχαστής. Οι σοσιαλιστές ανά την υφήλιο του πιστώνουν την καινοτόμο δουλειά που έκανε στο πεδίο της δημόσιας εκπαίδευσης, καθώς τα εκπαιδευτήρια του Νέου Λάναρκ έχουν θεωρηθεί από πολλούς ειδικούς επί θεμάτων εκπαίδευσης ότι αποτελούν την προέλευση τόσο της σύγχρονης προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Αυτή η αντίληψη σχετικά με την πρωτοποριακή δράση του Owen έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Βρετανούς σοσιαλιστές και ιδίως το Εργατικό Κόμμα. Οι ιδέες του Owen, μιας και προχρονολογούνται του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (με χρονολογία έκδοσης το 1848), παρείχαν στους Εργατικούς τη δυνατότητα να συγκροτήσουν μια ειδικά βρετανική σοσιαλιστική παράδοση που δεν οφείλει τίποτα στον μαρξισμό. Αυτός είναι ο λόγος που, παρά τις αμφισημίες του, ο Owen παρέμεινε ένα σταθερό σημείο αναφοράς.

Ο πατέρας του βρετανικού σοσιαλισμού

Εκτός από το ότι έχει θεωρηθεί ο πρώτος «πραγματικός» σοσιαλιστής, ο Owen, χάρη στην ιδιότητά του τού φιλάνθρωπου βιομηχάνου, αποτελεί την επιτομή του ιδεώδους της συμφιλίωσης το οποίο βρίσκεται στον αντίθετο πόλο της μαρξιστικής έννοιας της ταξικής πάλης. Ο βρετανικός σοσιαλισμός ευνοεί σε γενικές γραμμές μια πιο μετριοπαθή στάση σε σύγκριση με τις ομόλογες ηπειρωτικές ιδέες, εξού και η γοητεία του Owen ως πατρικής φιγούρας. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ανακαλύφθηκε εκ νέου από τη Φαβιανή Εταιρεία κατά τον ύστερο 19ο αιώνα. Στα μετέπειτα χρόνια, σε όλο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η παρακαταθήκη του κληροδοτήθηκε σε πολλές από τις κυβερνήσεις των Εργατικών. Αυτό που ιδίως ειδωλοποιήθηκε ήταν η δράση του στο Νέο Λάναρκ, η οποία καθιέρωσε τη φήμη του ως πρωτοπόρου στα πεδία της εκπαίδευσης, της εργατικής νομοθεσίας και του αστικού σχεδιασμού. Για παράδειγμα, ο Owen υπήρξε μεγάλη πηγή έμπνευσης για τον Νόμο του 1946 περί της νέας αστικής χωροταξίας.

Το Οουενικό ιδεώδες της συμφιλίωσης ενέπνευσε επίσης το βρετανικό συνεταιριστικό κίνημα. Ο πρώτος συνεταιρισμός ιδρύθηκε στο Μάντσεστερ και το μανιφέστο του θυμίζει σε πολλά σημεία τα δόγματα του Οουενισμού. Ήδη από τη δεκαετία του 1820 οι οπαδοί του Owen είχαν προβεί στην ίδρυση συνεταιριστικών καταστημάτων λιανικής πώλησης βασιζόμενοι στην αρχή του δασκάλου τους περί δίκαιων μισθών. Αυτοί οι πρώτοι συνεταιρισμοί, στους οποίους οι εργαζόμενοι ήταν επίσης ιδιοκτήτες και μέτοχοι της επιχείρησης, προορίζονταν να συγκεντρώσουν κονδύλια για την οικοδόμηση των μελλοντικών Οουενικών κοινοτήτων. Από τη στιγμή που το Οουενικό κίνημα εξαφανίστηκε, εγκαταλείφθηκε και η κοινοτιστική του διάσταση, ωστόσο διατηρήθηκε η ιδέα του συνεταιρισμού στο λιανικό εμπόριο.

Τέλος, ο Owen είναι αυτός τον οποίο έχει επικαλεστεί το Εργατικό Κόμμα κάθε φορά που έχει επιχειρήσει να επαναπροσδιοριστεί, πράγμα που ισχύει έως τις μέρες μας. Με την άνοδο των Νέων Εργατικών το 1990, το κόμμα επιδίωξε να ανανεώσει τις σοσιαλιστικές του αρχές απομακρυνόμενο ακόμη περισσότερο από τη μαρξιστική παράδοση και εναγκαλιζόμενο το Οουενικό ιδεώδες της «κοινότητας». Για την ακρίβεια, το κοινοτικό ιδεώδες εκλήφθηκε ως μια βιώσιμη εναλλακτική έναντι του κρατικού παρεμβατισμού και των υποτιθέμενων μαρξιστικών αποχρώσεών του –μια απομάκρυνση από την παράδοση των Παλαιών Εργατικών. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε περαιτέρω το στάτους του Owen ως πατέρα του βρετανικού σοσιαλισμού και ταυτόχρονα του πρόσδωσε μια νέα σημασία: έπαψε να θεωρείται απλώς οραματιστής και αναβαθμίστηκε σε έναν αυθύπαρκτο πολιτικό στοχαστή.

Ο Οουενισμός και ο «τρίτος δρόμος» του Blair μοιράζονται πολλά κοινά στοιχεία. Πρώτα από όλα, με τη νεο-κεντρώα στάση τους οι Νέοι Εργατικοί προσυπέγραψαν τον μετριοπαθή και αντεπαναστατικό σοσιαλισμό του Owen. Υπάρχει συνεπώς μια ορισμένη ιδεολογική συνέχεια ανάμεσα στα δύο συστήματα, την οποία οι Νέοι Εργατικοί προσπάθησαν να τονίσουν.

Λόγω του ότι θέλησε να απαγκιστρωθεί από την παράδοση του κρατικού παρεμβατισμού, ο Blair προσπάθησε να επαναφέρει τα κοινοτικά ιδεώδη του Owen υπό μια ανανεωμένη προοπτική. Το ιδεώδες του έπαψε να νοείται ως μια μορφή ουτοπίας και θεωρήθηκε λίκνο του βρετανικού σοσιαλισμού ως κατεξοχήν συνεταιριστικού και ελευθεριακού (libertarian). Ο Owen τέθηκε εντός της μακράς παράδοσης που ανατρέχει πίσω στους Σκαφτιάδες (Diggers), πράγμα που εκλήφθηκε ως δικαίωση της επιστροφής στην παραδοσιακή κοινότητα και τις παραδοσιακές αλληλέγγυες αξίες σε αντιδιαστολή με το παντοδύναμο και καταπιεστικό Κράτος του Cromwell. Οι Νέοι Εργατικοί εδραίωσαν έτσι την εικόνα και την ρητορεία τους ως κληρονόμοι μιας μακράς αλλά λησμονημένης παράδοσης που όμως άξιζε τον κόπο να ανακαλυφθεί εκ νέου.

Ελεύθερη απόδοση από το άρθρο της Ophélie Siméon με τίτλο: «Robert Owen: The Father of British Socialism?»

Στα ελληνικά κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια το έργο του Owen Μια νέα θεώρηση της κοινωνίας.