του Ιορδάνη Κουμασίδη*

Βραβευμένο με το Γκονκούρ πρώτου μυθιστορήματος για το 2017,  όπως και με το βραβείο Quest-France Étonnants Voyagers (το οποίο συμπεριλαμβάνει και κινηματογραφικό, πλην του λογοτεχνικού, βραβείο στο έτερο σκέλος του – κάτι διόλου τυχαίο σε σχέση με το μυθιστόρημα στο οποίο αναφερόμαστε) το μυθιστόρημα Ο Μαρξ και η κούκλα της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Μαριάμ Ματζιντί (γεν. το 1980) συγκέντρωσε το ενδιαφέρον του γαλλόφωνου αναγνωστικού κοινού και μεταφράστηκε πολύ σύντομα στη γλώσσα μας.

To μυθιστόρημα αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος του από σπαράγματα σκέψεων και στιγμιότυπα μιας επώδυνης μετάβασης της μικρής ηρωίδας από το μετα-επαναστατικό Ιράν στη Γαλλία και συγκεκριμένα στο Παρίσι: στο επίκεντρο βρίσκεται η γλωσσική μετάβαση – ο αποχωρισμός από τη μητρική γλώσσα σε μικρή ηλικία, η δυσκολία κατάκτησης της γαλλικής και η επάνοδος στη μητρική σε ώριμη πια ηλικία, όπως και η αδυναμία προσαρμογής στα διαφέροντα πολιτισμικά πρότυπα. Οι γονείς της μικρής αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Τεχεράνη καθότι είναι κομμουνιστές διωκόμενοι από το θεοκρατικό καθεστώς που ακολούθησε την ανατροπή του Σάχη – εξ ου και ο, όχι ιδιαίτερα ενδεικτικός για το περιεχόμενο του μυθιστορήματος, τίτλος: η μικρή εξαναγκάζεται να χαρίσει τα παιχνίδια της σε φτωχά παιδιά καθώς οι γονείς της την εκπαιδεύουν στην «κομμουνιστική» ηθική της άρνησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ηρωίδα, εν τέλει, προσαρμόζεται στη νέα πατρίδα, ξαναγεννιέται εντός της νέας γλώσσας, όμως με την ενηλικίωσή της θα ξεκινήσει ένα ταξίδι επιστροφής και επαναπροσδορισμού της βασανιστικής της ταυτότητας: μια επιβεβαίωση του αξιώματος «με ό,τι δεν έχουμε συμφιλιωθεί, μοιραία θα επιστρέφει για να μας στοιχειώνει».

Μορφολογικά, το μυθιστόρημα διαρθρώνεται σε πολλά, σύντομα κεφάλαια λίγων σελίδων, για αυτό και το προσδιορίζουμε ως «σπαραγματικό-στιγμιοτυπικό», με διαρκείς αφηγηματικούς αντι-χρονισμούς και flash-backˑ εδώ εντοπίζουμε και την κινηματογραφότροπη αφήγήσή του που θεωρούμε πως συνετέλεσε πιθανώς στην απονομή του βραβείου Quest-France Étonnants Voyagers. Τo νήμα της εξιστόρησης ξεκινά από τη γέννηση της ηρωίδας φθάνοντας μέχρι τη στιγμή που γράφεται το βιβλίο. Η αφήγηση αλλάζει συχνά πρόσωπο ή εστίαση, συνήθως πρόσωπο απεύθυνσης και όχι καθαρού αφηγητή: από πρωτοπρόσωπη ξαφνικά μετατρέπεται σε δευτεροπρόσωπη, απευθυνόμενη σε εκείνον που εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή στο προσκήνιο, συνηθέστερα, σε πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Το μυθιστόρημα μιλά επιτυχημένα για τη διπλή ταυτότητα, τη διπλή κουλτούρα, την διαπολιτισμική ιδιοσυγκρασία και όλες τις συνεπαγόμενες από τα παραπάνω αντιφάσεις, με επίκεντρο τη γλώσσα. Ταυτόχρονα και για τις πολιτικές αντιφάσεις έτσι όπως επενεργούν στη ζωή και τη σκέψη της μικρής ηρωίδας: λόγου χάρη, η σύγκρουση του καταπιεστικού Ισλάμ που κυβερνά το Ιράν με τη μαρξιστική ιδεολογία των γονιών της (που της μοιάζει επίσης ακατανόητη) τους οδηγεί εν τέλει στη φιλελεύθερη Γαλλία. Μέσα από το βιβλίο υπενθυμίζεται, χωρίς να δηλώνεται, πως το μεταναστευτικό δεν είναι ζήτημα αριθμών: αποτελεί κυρίως ζήτημα πολλών μικρών, προσωπικών δυσχερειών έως τραγωδιών. Ή, αλλιώς: το πρόσωπο έναντι της στατιστικής. Ασφαλώς, όμως, η διπλή ταυτότητα σε συνδυασμό με το επίφοβο της μετανάστευσης αναβαθμίζει τα εμπειρικά συγγραφικά εφόδια, επιβεβαιώνοντας εκείνο που υποψιάζομαστε: η λογοτεχνία συνιστά μια τέχνη που εξακολουθεί ν’ αξιοποιεί στο έπακρο τη διαφορετικότητα. Ο συγγραφέας Φιλίπ Κλοντέλ, μέλος της επιτροπής του Γκονκούρ δήλωσε για τη Ματζιντί πως «πρόκειται για μια φωνή που αναπτύχθηκε πολύ μακριά από εδώ»ˑ διακρίνω μια λεπτή ειρωνικότητα στη διατύπωση: η λογοτεχνική φωνή της Ματζιντί αναπτύχθηκε κατά τη γνώμη μου «τόσο μακριά, τόσο κοντά» από τη Γαλλία κι ακριβώς αυτό αποτελεί μέρος της δύναμής της.

Τα σημεία στα οποία υστερεί ελαφρώς το μυθιστόρημα είναι εκείνα στα οποία δίδεται υπερβολική έμφαση στα ενδο-οικογενειακά ζητήματα, κυρίως στον συναισθηματικό δεσμό της μικρής με τη γιαγιά της – που καταλαμβάνει αρκετό χώρο παρά την περιορισμένη έκταση του κειμένου: τούτο βέβαια μοιάζει αναπόφευκτο εφόσον πρόκειται για μυθιστόρημα σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Επιπλέον, και σε ορισμένα σημεία όπου ο λυρισμός αναλαμβάνει τα ηνία: νομίζω πως ενός είδους λυρισμός ενυπάρχει ήδη εντυπωμένος στην αφηγηματική οπτική της ηρωίδας καθότι αυτή είναι παιδί στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίουˑ οι επιπλέον λυρικές προσθήκες μοιάζουν περιττές. Αντι-παράδειγμα σε σχέση με την τελευταία επισήμανση, ο αριστοτεχνικός τρόπος που εντάσσει η Ματζιντί την (περσική) ποίηση στην πλοκή και η διαλεκτική της με τα συμβάντα του μυθιστορήματος.

Η τάση για την αφήγηση των μεταβάσεων μεταναστευτικών πληθυσμών, με επίκεντρο πια τη νέα τους ζωή στον δυτικό κόσμο και όχι ως απλή διεκτραγώδηση της περιπέτειας και των κινδύνων της μετανάστευσης, μοιάζει να παγιώνεται. Θυμίζουμε την αντίστοιχη επιτυχία που είχε στις Ηνωμένες Πολιτείες το Ιδού οι ονειροπόλοι της Ιμπόλο Μπούε (μεταφρασμένο και στα ελληνικά όπου, δυστυχώς, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο). Δεν γνωρίζω εάν αυτό συνιστά μια περισσότερο κοινωνιολογίζουσα στροφή του μυθιστορήματος -που, ωστόσο, διατηρεί τον πολιτικό του χαρακτήρα- και, συνεπαγωγικά, του αναγνωστικού ενδιαφέροντος: Σίγουρα όμως μας προσφέρει πολύ ενδιαφέροντα βιβλία, όπως είναι και το Ο Μαρξ και η κούκλα.

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Αυγής και αναδημοσιεύεται από το προσωπικό του ιστολόγιο, με την άδεια του συγγραφέα.