Για το τι είναι τέχνη, έχει χυθεί αρκετό μελάνι στη σύγχρονη, κυρίως, ιστορία και φυσικά θα αποφύγουμε να το απαντήσουμε εδώ. Στην ιστορία της τέχνης υπάρχουν πολλές ιστορίες που αναδεικνύουν με ένταση το ζήτημα της τέχνης. Ιδίως όταν αυτή επικεντρώνεται στην πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας.

Κατά τον 4ο αιώνα π.Κ.E. δύο ζωγράφοι, ο Ζεύξις και ο Παρράσιος διαγωνίζονταν για το ποιος μπορεί να ζωγραφίσει την πιο πιστή απεικόνιση ενός πράγματος. Την ιστορία περιγράφει ο Πλίνιος (1ος αιώνας Κ.Ε.) στο 35ο βιβλίο της φυσικής ιστορίας. Ο Ζεύξις, λοιπόν, ζωγράφισε ένα τσαμπί σταφύλια τόσο τέλειο που τα πουλιά προσπάθησαν να τα φάνε. Σίγουρος για τη νίκη του, πήγε να τραβήξει την κουρτίνα που νόμισε ότι έκρυβε το έργο του Παρράσιου, ανακαλύπτοντας έκπληκτος ότι δεν πρόκειται για κουρτίνα, αλλά για ζωγραφιά, δίνοντας έτσι την νίκη στον Παρράσιο.

Χαρακτικό του 17ου αι. που απεικονίζει τον αγώνα μεταξύ Ζεύξη και Παρράσιου. Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του Άμστερνταμ. Wikipedia Commons

 

Από δω προκύπτουν διάφορα ερωτήματα, όπως πώς γνωρίζουμε ένα πράγμα ή τι είναι μια κατηγορία όπως η τέχνη.

Ο Πλάτωνας αντιμετώπιζε τη ζωγραφική αρκετά επιφυλακτικά. Καθώς στη φιλοσοφία του η αλήθεια βρίσκεται στις αιώνιες και αμετάβλητες ιδέες, τα έργα των ζωγράφων, απείχαν δυο φορές από την αλήθεια, ως μιμήσεις μιμήσεων, ως ζωγραφιές (π.χ ενός κρεβατιού) οι οποίες μιμούνταν άλλα αντικείμενα (π.χ. ένα κρεβάτι) τα οποία μιμούνταν τις ιδέες (την ιδέα του κρεβατιού), δηλαδή την αλήθεια και την πραγματικότητα (το όντος ον).

Στο διάλογο Σοφιστής, ο Πλάτωνας ταυτίζει τα έργα των ζωγράφων με τις μεθόδους των αιώνιων εχθρών του, των Σοφιστών. Και οι δύο, για τον Πλάτωνα, προσπαθούν να εξαπατήσουν και ίσως το καταφέρνουν όταν βλέπει κανείς από μακριά τα έργα τους ή ακούει τα λόγια τους χωρίς προσοχή. Όταν όμως πλησιάζεις στα έργα των πρώτων ή αναλύεις διαλεκτικά τα λόγια των δεύτερων (διχοτομική διαίρεση), ανακαλύπτεις την απάτη τους (αναφερόμενος στις μεθόδους επίσης της αρχιτεκτονικής και στις τεχνικές πειθούς που χρησιμοποιούσαν οι σοφιστές, μέσω των οποίων έμοιαζαν να κατέχουν την αλήθεια πάνω σε όλα τα ζητήματα).

Σε αντίθεση όμως με ότι λέει ο Πλάτων, οι ζωγράφοι της ιστορίας μας ήταν αρκετά κοντά και αρκετά έμπειροι για να μην εξαπατηθούν.

Rausenberg, Κρεβάτι, 1955.

Η τέχνη μέχρι τον Μεσαίωνα δεν διαχωρίζεται από την τεχνική. Με την Αναγέννηση επανέρχεται δυναμικά η γεωμετρία της αρχαιότητας μαζί με ένα πνεύμα ελευθερίας. Μέσα σε λίγους αιώνες θα εξελιχθούν γρήγορα οι τεχνοτροπίες της και θα αρχίσει να αποσπάται από την προσπάθεια πιστής μίμησης της πραγματικότητας. Η ανακάλυψη της φωτογραφίας θα λειτουργήσει καταλυτικά προς την κατεύθυνση αυτή.

Έτσι θα εμφανιστούν άνθρωποι όπως ο Σεζάν, ο Βαν Γκογκ, ο Ματίς, ο Πικάσο κ.ά. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, γίνεται μια έκθεση την οποία ‘θάβουν’ οι κριτικοί, καθώς νομίζουν ότι πρόκειται για κάποια φάρσα ή για παιδική ζωγραφική. Η πραγματικότητα της τέχνης μέχρι τότε είχε να κάνει με μια, περισσότερο ή λιγότερο, πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας. Αυτό είχε μόλις τελειώσει. Τα έργα παρουσιάζονται τα ίδια ως πραγματικότητες. Δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο σε σχέση με κάτι έξω από αυτά. Αναδεικνύουν έτσι τη δική τους εσωτερική πραγματικότητα, τη δική τους εσωτερική αλήθεια. Είτε επομένως θα αντιμετωπίζονταν ως πραγματικότητες, όπως κι έγινε, είτε θα κρίνονταν ως φάρσες και θα κατέληγαν στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

Η νέα ώθηση που δόθηκε στις εικαστικές τέχνες, ανέδειξε πολύ ενδιαφέροντα έργα και κάποιες ωραίες ιστορίες στις οποίες η τέχνη συναντήθηκε με την πραγματικότητα. Μία από αυτές αφορά τον Ρουμάνο γλύπτη Constantin Brancusi (1876-1957) και εκτυλίσσεται το 1928. Την ιστορία την αντλούμε από τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του Παύλο Καϊμάκη (“Εισαγωγή στην Αισθητική”, 2007). Ο καλλιτέχνης είχε φτιάξει ένα αρκετά αφαιρετικό γλυπτό από μπρούτζο με τίτλο ‘πουλί στο χώρο’. Το έργο αγοράστηκε από κάποιον Αμερικανό.

Brancusi, Πουλί στο χώρο, 1923

Όταν ο αγοραστής προσπάθησε να εισέλθει στις Η.Π.Α. οι τελωνιακοί υπάλληλοι τον σταμάτησαν και του ζήτησαν να πληρώσει φόρο, καθώς θεώρησαν ότι το συγκεκριμένο έργο, δεν ήταν παρά ένα απλό μπρούτζινο αντικείμενο (τα έργα τέχνης προφανώς δεν φορολογούνται με το βάρος τους). Η υπόθεση έφτασε έτσι στα δικαστήρια και το δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του ποια αντικείμενα μπορούν να ταξινομηθούν ως έργα τέχνης και ποια όχι. Δηλαδή, έφτασε να ορίσει τι είναι τέχνη και τι δεν είναι.

Το δικαστήριο θεώρησε ότι η τρέχουσα σημασία των όρων τέχνη’ και ‘γλυπτική’ είχε πλέον αλλάξει, κάτι που σήμαινε ότι για να χαρακτηριστεί κάτι ως έργο τέχνης δεν χρειάζεται να μιμείται ή να είναι όμοιο με φυσικά αντικείμενα. Έγιναν, δηλαδή, δεκτοί μη αξιολογικοί ορισμοί της τέχνης και της γλυπτικής, βάσει των οποίων γλύπτης είναι αυτός που ασκεί ως επάγγελμα τη γλυπτική, και έργο τέχνης, το έργο ενός επαγγελματία καλλιτέχνη που ειδικοί με εδραιωμένη φήμη θα το θεωρούσαν τέτοιο (προμηνύοντας αυτό που ο Dickie θα ονομάσει αργότερα ως θεσμική θεωρία της τέχνης). Και, προφανώς, ο αγοραστής τη γλύτωσε.

(συνεχίζεται…)

Βιβλιογραφία

Davies, S. (1991) Definitions of Art, Ithaca: Cornell: U.S.P.

Godfrey, T. (2001) Εννοιολογική τέχνη, μτφρ. Ε. Οράτη, Αθήνα: Καστανιώτης.

Καϊμάκης, Π. (2007-2008) Εισαγωγή στην Αισθητική, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ, Τμήμα Εκδόσεων.

Πούλος Π. (2006) Έννοιες της τέχνης στον 20ό αιώνα, Αθήνα: Α.Σ.Κ.Τ.

Πλάτων (2006) Πολιτεία, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.

Πλάτων (χ.χ.) Σοφιστής, Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

Read, H. (1974) Ιστορία της Μοντέρνας Ζωγραφικής, μτφρ. Α. Παππάς, Γ. Μανιάτης, επιμ. Α. Ξύδης, Αθήνα: Υποδομή, 1974.

-, (1986) Λεξικό Εικαστικών Τεχνών, μτφρ. Α. Παππάς, Αθήνα: Υποδομή.