του Paul Kemp, αποκλειστικά για το ipressa.gr

Εισαγωγή

Paradise lost

Παράδεισος η Τζαμάικα, δεν λέω…εύκολα μπορεί ένας τουρίστας να σχηματίσει αυτή την εντύπωση. Για νησί της Καραϊβικής μιλάμε, κι όπως πολλά από αυτά, έχει άφθονες φυσικές ομορφιές. Ο συνδυασμός της πλούσιας βλάστησης με μερικές εξαιρετικές παραλίες (χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται ότι σαν τη Χαλκιδική, δεν έχει), σε συνάρτηση με τα πολύ χαλαρά vibes, το ρούμι, τη reggae και την dancehall μουσική, καθώς και τη νόμιμη μαριχουάνα δημιουργούν ένα καλό κοκτέιλ.

Αράζουν λοιπόν στα ριζόρτ στο Montego Bay ή οι πιο ψαγμένοι πηγαίνουν λίγο παραπέρα στο Ocho Rios ή παρακάτω στο Negril που είναι και η πιο μεγάλη αμμώδης παραλία του νησιού, seven miles beach λέει, δηλαδή πάνω από 11 χιλιόμετρα.

Resort στο Montego Bay
Η παραλία του Negril

Σε αυτές τις περιπτώσεις, στη χειρότερη θα είσαι μέσα στο ριζόρτ και αυτό είναι, άντε να σε πάνε καμιά τσάρκα να πιεις κανένα κοκτέιλ και να βγάλεις καμιά φωτογραφία με το ηλιοβασίλεμα να ποστάρεις στο φεισμπουκ να τους κάνεις να ζηλέψουν. Στην καλύτερη, είσαι τσάρκα στο Negril κι έρχεσαι σε επαφή με τους hustlers στην παραλία που προσπαθούν να σου πουλήσουν ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου, άντε κάθεσαι και σε κανένα εστιατόριο ή κανένα μπαράκι κι ακούς τη ρέγκε και πίνεις και κανένα τσιγάρο για να μην τους προσβάλλεις. Καλά είναι, αλλά πολύ μακριά από το ρίαλ ντιλ. Αν είναι να κάνεις κάτι σε φάση λίγο ρούμι, λίγη θάλασσα και κανένα μπάφο, θα πρότεινα την επαρχία (parish) του Port Antonio, στην ανατολική μεριά του νησιού. The green parish είναι όσο καλό ακούγεται και το Frenchmans Cove δεν είναι άσχημο.

Frenchman’s Cove

Aλλά αρκετά με το trip advisor. Έλεγα για το ρίαλ ντιλ και νομίζω ότι είναι καλύτερα να μιλήσω για αυτό.

Δε Ρίαλ Ντιλ

Μέρος πρώτο – Πριν την ανεξαρτησία

Ας βάλουμε το κατάλληλο soundtrack για την ιστορία.

Πολύ πιο κοντά στην πραγματική Τζαμάικα είναι το Kingston, η πρωτεύουσα του νησιού και το επίκεντρο των περισσότερων, οικονομικών και άλλων, δραστηριοτήτων. Από τα τρία εκατομμύρια κατοίκων του νησιού, το ένα μένει εκεί. Είναι άγρια τα πράγματα στο Kingston κι αν βρεθεί κανένας μπούλης δυτικός τουρίστας στη λάθος γειτονιά, μαύρο φίδι τον έφαγε. Υπάρχουν περιοχές που δεν πάει κανείς εύκολα, τα ονόματα είναι από μόνα τους αποτρεπτικά για μερικά από τα γκέτο. Το Trenchtown ας πούμε, το λένε Fatherless World, Congo Zone ή Hellhole. Εγώ, με τα πολλά, κατάφερα να τριγυρίσω λίγο, αλλά η κατάσταση στην οποία ήταν το παρεάκι μου ήταν ενδεικτική. Άλλος με ένα μάτι, άλλος με ένα χέρι.

Kingston, από απόσταση ασφαλείας

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Τζαμάικα ήταν βασικά αγγλική αποικία. Στην αρχή βέβαια έμεναν εκεί οι ιθαγενείς, οι ντόπιοι, αυτοί που τους ονομάσαμε «ινδιάνους» γιατί νομίζαμε ότι φτάσαμε στην Ινδία από την άλλη μεριά. Τέλος πάντων. Οι ντόπιοι λοιπόν ήταν οι Tainos και οι Arawak, αλλά δεν θα σας πρήξω με αυτούς, γιατί έτσι κι αλλιώς, μόλις ήρθανε οι Ισπανοί τους έφαγε το μαύρο φίδι. Οι Ισπανοί έμειναν από το 1500 για περίπου ενάμιση αιώνα και λέγανε το μέρος Σαντιάγκο μέχρι που οι Άγγλοι (ή Μεγάλη Βρετανία, Ηνωμένο Βασίλειο κτλ. δεν θα μαλώσουμε τώρα) το κατέκτησαν και το μετονόμασαν σε Τζαμάικα.

Όπως και στα περισσότερα νησιά της περιοχής επί αποικιοκρατίας, πλούτος συσσωρεύτηκε στην ελίτ από την καλλιέργεια συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων για εξαγωγή. Η ζάχαρη ήταν το σημαντικότερο από αυτά για τη Τζαμάικα και όχι μόνο. Βέβαια στα άγρια εκείνα χρόνια, απλοί υπολογισμοί έδειχναν ότι συμπιέζοντας το κόστος εργασίας, μεγαλώνουν το κέρδος. Ε λοιπόν συμπίεσαν το κόστος εργασίας και μόλις τέλειωσαν οι ντόπιοι, έφεραν τις καραβιές τους μαύρους από την Αφρική, που δεν θέλανε βέβαια, αλλά δεν πειράζει, οι αλυσίδες, τα μαστίγια και τα κυνηγόσκυλα να είναι καλά. Μαύρη μαυρίλα εκείνοι οι αιώνες για όλη την περιοχή και για την ανθρωπότητα…οι ιστορίες εξεγέρσεων, βίας και καταπίεσης, τελειωμό δεν έχουν. Πάντως κάποιοι λίγοι έγιναν πολύ πλούσιοι και μετά πολύ πλούσιοι έγιναν οι απόγονοί τους, όπως μαρτυρούν ακόμα τα plantation houses.

Οι Άγγλοι είναι η αλήθεια ότι ήταν οι πρώτοι από τους πολιτισμένους αποικιοκράτες – που μην ξεχνάμε ότι ντεμέκ ήθελαν να μάθουν στους άγριους μπαλίτσα- που αποφάσισαν ότι είναι κακή ιδέα να έχουμε σκλάβους και τους ελευθέρωσαν στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα (1838). Αυτό βέβαια δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση, το τέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι τη στροφή του 20ου αιώνα και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο κόσμος ήταν ακόμα αγγλικός. Οι αμερικάνοι έπρεπε να περιμένουν.

Ασθμαίνοντας και δύσθυμα, όταν είχαν πια περιπέσει σε περιφερειακή δύναμη, παραχώρησαν ανεξαρτησία στις πρώην αποικίες τους κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Για την Τζαμάικα η αγάπη άργησε μια μέρα. Ήταν μόλις το 1956.

Γιαυτό πάντως στη Τζαμάικα μιλάνε αγγλικά, με χαρακτηριστική βαριά τζαμαϊκανή προφορά, λέει ας πούμε ο Alborosie: “if you are a stranger and you drive, mek sure you know the route, you don’t wanna get salute by a gun dispute.” Επίσης μιλάνε και patois που είναι η ντόπια γλώσσα που αναπτύχθηκε τον 17ο αιώνα όταν τα αγγλικά ήρθαν σε μίξη με γλώσσες των σκλάβων από την Κεντρική και Δυτική Αφρική.

Τώρα πώς προέκυψαν όλα αυτά τα γκάνια και η βία, είναι μια μεγάλη ιστορία και συνυφασμένη σε μεγάλο βαθμό με την πολιτική. Στο επόμενο επεισόδιο.