Έχοντας στο α’ μέρος παρουσιάσει τον ιστορικό καπιταλισμό “ως το συγκεκριμένο, χωροχρονικά οριοθετημένο, ενοποιημένο χωρίο των παραγωγικών δραστηριοτήτων μέσα στο οποίο ο οικονομικός αντικειμενικός σκοπός ή ‘νόμος’ που επικρατεί ή διέπει την κύρια οικονομική δραστηριότητα είναι η ατέρμονη συσσώρευση κεφαλαίου”, στο β’ μέρος θα παρουσιάσουμε την πολιτική που συγκροτείται εντός αυτού και εναντίον του.

Η πολιτική της συσσώρευσης: Αγώνας για τα πλεονεκτήματα

Στοιχειώδη στοιχεία της κρατικής εξουσίας:

α) Η κυριαρχία του κράτους στα όρια της επικράτειάς του. “Η έννοια της εθνικής κυριαρχίας βασιζόταν στην αριστοτελική αρχή του αποκλειόμενου μέσου”.

β) Το “έννομο συμφέρον των κρατών να καθορίζουν, μέσα στα όρια της επικράτειά τους, τους νόμους που ρυθμίζουν τις κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής”. Δικαίωμα το οποίο σφετερίστηκαν για “να ανακαλούν ή να τροποποιούν οποιοδήποτε εθιμικό πλέγμα σχέσεων”. Νομοθέτησαν μορφές εργατικού ελέγχου επιφέροντας ριζικές αλλαγές στα ισχύοντα πρότυπα έτσι ώστε να “αυξάνεται η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης”. Από την μια ώθησαν της εργατική δύναμη προς τη μισθωτή εργασία, από την άλλη όμως “αποθάρρυναν την πλήρη προλεταριοποίηση, θέτοντας περιορισμούς στην κατοίκηση ή εμμένοντας στο να διατηρήσουν οι συγγενικής μορφής ομάδες ορισμένες υποχρεώσεις οικογενειακής πρόνοιας προς τα μέλη τους. Δημιούργησαν κανόνες που ρύθμιζαν τα συμβόλαια της μισθωτής εργασίας […] Θέσπισαν τα γεωγραφικά όρια κινητικότητας της εργατικής δύναμης.Όλες αυτές οι κρατικές αποφάσεις λήφθηκαν σε άμεση συνάρτηση με τις οικονομικές επιπτώσεις που θα επέφεραν στη συσσώρευση του κεφαλαίου”. Τα εργατικά κινήματα κατάφεραν να περιορίσουν την καταστολή και να τροποποιήσουν τους νόμους προς όφελός τους λόγω της ικανότητάς τους “να επηρεάζουν την πολιτική σύνθεση των κρατικών μηχανισμών”.

γ) Η επιβολή φόρων. Αυτό που διαφοροποιεί τον ιστορικό καπιταλισμό από προηγούμενες μορφές φορολογίας (κυρίως ήταν περιστασιακές και βίαιες υπεξαιρέσεις από άτομα ή και κράτη) είναι ότι “έγινε η κύρια, θα λέγαμε η συντριπτική, τακτική πηγή κρατικών εσόδων. Δεύτερον, η φορολογία, ως ποσοστό της συνολικής παραγόμενης ή συσσωρευμένης αξίας, αυξανόταν σταθερά κατά την ιστορική εξέλιξη της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας”. Επιτρέποντας έτσι στα κράτη να “ενισχύσουν τη συσσώρευση του κεφαλαίου” και να διανέμουν άμεσα τους πόρους με σκοπό την ‘παραπέρα συσσώρευση του κεφαλαίου”. “Η εξουσία της φορολογίας ήταν ένας από τους άμεσους τρόπους για να επεμβαίνει το κράτος άμεσα στη διαδικασία συσσώρευσης, προς όφελος κάποιων ομάδων και σε βάρος κάποιων άλλων”.

“Οι αναδιανεμητικές εξουσίες του κράτους έχουν ως επί το πλείστον συζητηθεί από την πλευρά της εξισωτικής τους δυνατότητας. Αυτό αποτελεί το θέμα του κράτους πρόνοιας. Στην πραγματικότητα όμως η ανακατανομή έχει ευρύτερα χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός για να επιφέρει πόλωση στην κατανομή, παρά για να κάνει τα πραγματικά εισοδήματα να συγκλίνουν. Τρεις είναι οι βασικοί μηχανισμοί που έχουν αυξήσει την πόλωση των αμοιβών περισσότερο από την ήδη υπάρχουσα πόλωση, το αποτέλεσμα των διαδικαστικών λειτουργιών της καπιταλιστικής αγοράς.

Πρώτα απ’ όλα, με τη φορολογική διαδικασία, οι κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν μεγάλα ποσά κεφαλαίου, τα οποία αναδιένεμαν μέσω επίσημων επιδοτήσεων σε άτομα ή ομάδες, ήδη κατόχους μεγάλου κεφαλαίου. Αυτές οι επιδοτήσεις είχαν τη μορφή καθαρών επιχορηγήσεων και συνήθως την πενιχρή δικαιολογία ότι αφορούν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Είχαν όμως και μια λιγότερο ευδιάκριτη μορφή: το κράτος αναλάμβανε το κόστος ανάπτυξης του προϊόντος, ένα κόστος που -υποτίθεται- θα μπορούσε να αποσβεστεί από μετέπειτα κερδοφόρες πωλήσεις, τη στιγμή όμως που ολοκληρωνόταν η δαπανηρή αναπτυξιακή φάση (στμ. Η έρευνα για την ανάπτυξη του προϊόντος), το κράτος παρέδιδε τη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας στα χέρια μη κυβερνητικών επιχειρηματιών, σε τιμή κόστους.

Δεύτερο, οι κυβερνήσεις μέσω τυπικά νόμιμων και νομιμοποιημένων καναλιών φορολογίας, είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν μεγάλα ποσά κεφαλαίου, τα οποία στη συνέχεια κατέληγαν εύκολοι στόχοι για ευρύτατη παράνομη μεν αλλά de facto κατασπατάληση των δημοσίων πόρων. Μια τέτοιου είδους κλοπή των δημόσιων εσόδων, καθώς και οι συναφείς διεφθαρμένες διαδικασίες της ιδιωτικής φορολογίας, αποτελούσε μείζονα πηγή ιδιωτικής συσσώρευσης, σε όλη την πορεία του ιστορικού καπιταλισμού.

Τέλος, οι κυβερνήσεις έκαναν τις αναδιανομές τους στους πλούσιους εφαρμόζοντας την αρχή της ατομικοποίησης του κέρδους και της κοινωνικοποίησης του κινδύνου. Σε όλη την ιστορία του καπιταλιστικού συστήματος, όσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος – και οι απώλειες- τόσο πιθανότερο ήταν να παρέμβουν οι κυβερνήσεις για την πρόληψη των πτωχεύσεων και την αποκατάσταση των απωλειών, μόνο και μόνο για να αποφύγουν τον οικονομικό κύκλο.”

“[Ε]νώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα περισσότερα άτομα έχουν αποκομίσει κάποιο όφελος από το πάγιο κοινωνικό κεφάλαιο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι ωφελήθηκαν εξ ίσου. Τα πλεονεκτήματα κατανέμονταν άνισα προς όφελος των κατόχων ήδη μεγάλου κεφαλαίου, ενώ παράλληλα η προέλευσή τους εξασφαλιζόταν μέσω ενός φορολογικού συστήματος, που ήταν κατά πολύ περισσότερο εξισωτικό. Μ’ αυτόν τον τρόπο τα κράτη έχουν μονοπωλήσει ή έχουν προσπαθήσει να μονοπωλήσουν τις ένοπλες δυνάμεις. Ενώ τα αστυνομικά σώματα είχαν ως κύριο μέλημά τους τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης (το να αποδεχτεί, με άλλα λόγια, η εργατική τάξη τους ρόλους και τις αμοιβές που της καθόριζαν) οι στρατιωτικές δυνάμεις ήταν μηχανισμοί μέσω των οποίων οι παραγωγοί ενός κράτους είχαν τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης, σε περίπτωση που οι ανταγωνιστές τους- που έδρευαν σε άλλα κράτη- επικαλούνταν το προστατευτικό κάλυμμα των δικών τους κρατικών μηχανισμών. Από δω ερχόμαστε στο τελευταίο, πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της κρατικής εξουσίας. Ενώ οι μορφές εξουσίας που ασκούσε κάθε κράτος ήταν παρεμφερείς, η διαφορά ανάμεσα στους κρατικούς μηχανισμούς βρισκόταν στον βαθμό εξουσίας τους, που σε δεδομένες περιπτώσεις εμφάνιζε τεράστια ποικιλομορφία. Τα κράτη είναι ιεραρχημένα με το κριτήριο της αποτελεσματικής εξουσίας: η δύναμής τους μπορεί να υπολογιστεί όχι από το μέγεθος και τη συνοχή της γραφειοκρατίας και του στρατού τους, ούτε από τις ιδεολογικές σχηματοποιήσεις των ίδιων των κρατών, αλλά από την αποτελεσματικότητά τους να προωθούν διαχρονικά τη συγκέντρωση του συσσωρευμένου κεφαλαίου μέσα στα σύνορά τους, και όχι στα εχθρικά κράτη.

Σαν ερμηνευτική εργαλείο για να μην βρεθεί ο ερευνητής σε σύγχυση, ο Wallerstein θεωρεί ότι μπορεί να χαραχθεί ένα ξεκάθαρο μονοπάτι στον ιστορικό καπιταλισμό, αν έχουμε πάντοτε κατά νου ότι οι συσσωρευτές είχαν πάντοτε ως στόχο την προώθηση της συσσώρευσης και η εργατική δύναμη την επιβίωση και τη μείωση του φορτίου της.

Αντισυστημικό κίνημα: συλλογική πίεση που δεν έχει απλώς ένα προσωρινό χαρακτήρα. 

“Γενικά η εξέγερση ως τεχνική λειτουργούσε μόνο στο περιθώριο της κεντρικής εξουσίας – και συγκεκριμένα σε περιπτώσεις που οι κεντρικές γραφειοκρατίες βρίσκονταν σε φάσεις αποσύνθεσης”. Στον ιστορικό καπιταλισμό καθώς “τα κράτη ήταν τοποθετημένα σε ένα διακρατικό σύστημα”, οι εξεγέρσεις, οι επαναστατικές κινήσεις και ο αντίκτυπός τους διαπερνούσε γρήγορα την γεωγραφική τους επικράτεια. “Από την άλλη μεριά η παρείσφρηση των συσσωρευτών του κεφαλαίου και επομένως των κρατικών μηχανισμών στην καθημερινή ζωή της εργατικής δύναμης ήταν, σε γενικές γραμμές κατά πολύ εντονότερη στον ιστορικό καπιταλισμό, απ’ ότι στα προηγούμενα ιστορικά συστήματα. Η ατέρμονη συσσώρευση του κεφαλαίου οδήγησε σε επανειλημμένες πιέσεις για αναδόμηση της οργάνωσης (και του χώρου) της εργασίας, για αριθμητική αύξηση της απόλυτης εργασίας και κοινωνικο-ψυχολογική ανασυγκρότηση της εργατικής δύναμης. Μ΄ αυτήν την έννοια, η αποσύνθεση, η αμηχανία και εκμετάλλευση ήταν για το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής δύναμης μεγαλύτερη από ποτέ. Την ίδια στιγμή, η κοινωνική αποσύνθεση υπονόμευε τις συνδιαλλακτικές μορφές κοινωνικοποίησης, Συνολικά, επομένως, τα κίνητρα για εξέγερση δυνάμωναν, παρόλο που οι δυνατότητες επιτυχίας είχαν ίσως αντικειμενικά λιγοστέψει”.

“Αυτή η επιπλέον ένταση ήταν που οδήγησε στη μεγάλη καινοτομία στο χώρο της τεχνολογίας της εξέγερσης, που αναπτύχθηκε στον ιστορικό καπιταλισμό. Η καινοτομία ήταν η έννοια της διαρκούς οργάνωσης. Είναι μόνο στον δέκατο ένατο αιώνα που αρχίζουμε να βλέπουμε τη δημιουργία συνεχών, γραφειοκρατικοποιημένων δομών σε δύο μεγάλες ιστορικές παραλλαγές: τα εργατικά-σοσιαλιστικά κινήματα. Και τα δύο είδη κινημάτων μιλούσαν μια καθολική γλώσσα – ουσιαστικά τη γλώσσα της Γαλλικής Επανάσταση: ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη. Και τα δύο ενστερνίστηκαν την ιδεολογία του Διαφωτισμού- το αυτονόητο της προόδου, που σημαίνει χειραφέτηση του ανθρώπου, καταξιωμένη από τα έμφυτα ανθρώπινα δικαιώματα. Και τα δύο αντέταξαν το μέλλον στο παρελθόν, το νέο στο παλιό. Ακόμη και όταν επικαλούνταν την παράδοση, η παράδοση ήταν η βάση μιας αναγέννησης, μιας αναδημιουργίας”.

Η αλήθεια ως όπιο

Ο Wallerstein εξετάζει το ρατσισμό και τον οικουμενισμό ως δόγματα που διαδόθηκαν και επικράτησαν παράλληλα. Κι ακόμη περισσότερο, θεωρεί ότι το δώρο του οικουμενισμού έκρυβε την παγίδα του ρατσισμού. Η αποδοχή του δώρου σήμαινε και την παραδοχή του ότι βρίσκεσαι χαμηλά στην ιεραρχία. Η απόρριψη, την αποστέρηση από όπλα που δυνητικά θα μπορούσαν να ανατρέψουν την άνιση κατάσταση της εξουσίας.

Για την πρόοδο και τους δρόμους της μετάβασης

Μία άλλη παγίδα αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Βάλλερσταϊν ο ενστερνισμός από τον Μαρξισμό του εξελικτικού μοντέλου της προόδου.

Υποστηρίζει ότι κατά τον ιστορικό καπιταλισμό τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα σε σχέση με τα προηγούμενα ιστορικά συστήματα κι ότι υπήρξε απόλυτη εξαθλίωση και από υλική και από ψυχολογική άποψη. Το χάσμα ανάμεσα στο κοινωνικά ανώτερο 10-15% του πληθυσμού και στον υπόλοιπο πληθυσμό διευρύνθηκε.

Όμως αυτή η χειροτέρευση δεν μας γίνεται αντιληπτή για τρεις λόγους, σύμφωνα με τον Βάλλερσταϊν:

α) Η ιδεολογία της αξιοκρατίας. Αν και κατάφερε να κάνει δυνατή την ατομική κινητικότητα δεν κατάφερε να αλλάξει ουσιαστικά τα στατιστικά της κοσμοοικονομίας καθώς αντισταθμιζόταν από την αύξηση του αριθμού του χαμηλότερου στρώματος.

β) Οι αναλύσεις στο χώρο της πολιτικής επιστήμης και της ιστορίας επικεντρώθηκαν στις «μεσαίες τάξεις», δηλαδή μέσα σ’ αυτό το 10-15% που κατανάλωνε περισσότερο πλεόνασμα απ’ ότι παρήγε. “Οι θριαμβικές κραυγές που εκδήλωνε το ‘μεσαίο’ τμήμα επειδή μειωνόταν το χάσμα που υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτούς και στο ένα τοις εκατό, κάλυπτε την πραγματικότητα του αυξανόμενου χάσματος ανάμεσά τους και στο ογδόντα πέντε τοις εκατό”.

γ) Η πιθανή μείωση της απόλυτης, αλλά όχι και της σχετικής πόλωσης. Ο ιστορικός καπιταλισμός ήρθε στο προσκήνιο με τη γαιοκτητική αριστοκρατία, η οποία μεταμορφώθηκε σε (και όχι με την προοδευτική αστική τάξη). Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξε αστική επανάσταση, αλλά μια χειρουργική επέμβαση έτσι ώστε να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται τους άμεσους παραγωγούς. Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι ήταν λανθασμένη η πρόσληψη της σοσιαλιστικής επανάστασης (του τύπου όπως η αστική τάξη ανέτρεψε τη φεουδαρχία έτσι και το προλεταριάτο θα ανέτρεπε την αστική τάξη).

Wallestrein I. (1987) Ιστορικός καπιταλισμός, μτφρ. Μ. Τσικρίκα, Αθήνα: Θεμέλιο

Επιμέλεια κειμένου: Β. Π.