Ο Ιστορικός καπιταλισμός ήταν το πρώτο βιβλίο του, μεγάλου κοινωνιολόγου και ιστορικού, Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν (Immanuel Wallerstein) που μεταφράστηκε στα ελληνικά, σε μετάφραση Μ. Τσικρίκα από τις εκδόσεις Θεμέλιο το 1987 (βλ. το έργου του στα ελληνικά, εδώ).

Ο Βάλλερσταϊν, επίτιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Yale και πρόεδρος της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Ένωσης, έγινε γνωστός για τη θεωρία του κοσμοσυστήματος (world-system) και της κοσμοοικονομίας (world-economy), που εισήγαγε με το έργο του The Modern World-System το 1974, καθώς και για τη μελέτη των αντι-συστημικών κινημάτων, όρο τον οποίο εισήγαγε ο ίδιος.

Σε αντίθεση με την Αυτοκρατορία, για την οποία μιλούν οι Hardt και Νέγκρι, για τον Wallerstein το μοντέρνο κοσμοσύστημα (Modern WorldSystem) είναι “ένα κοινωνικό σύστημα άγνωστο μέχρι τότε στον κόσμο, ένα κοινωνικό σύστημα που είναι το διακριτικό γνώρισμα του σύγχρονου κόσμου, ένα ‘παγκόσμιο’ σύστημα, όχι επειδή περιλαμβάνει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά επειδή ήταν ευρύτερο από οποιαδήποτε νομικά καθορισμένη μονάδα – μέσα του αναπτύχθηκαν και σχηματίστηκαν τα έθνη-κράτη και μια ‘οικονομία’ γιατί ο βασικός συνδετικός δεσμός ανάμεσα στα μέρη του ήταν οικονομικός. Πρόκειται, ‘για μια οικονομία που ήταν ένας κόσμος, όχι αναγκαστικά ο κόσμος’. Θέλοντας να τονίσει έτσι όχι το παγκόσμιο εύρος του συστήματος (το οποίο άλλωστε, πάντα κατά τον συγγραφέα, ποτέ δεν κατέληξε σε μια συγκεντρωτική πολιτική δομή, ποτέ δεν μεταμορφώθηκε σε αυτοκρατορία), αλλά τη σφαιρική του λειτουργία και τον ενιαίο του χαρακτήρα.

Στο έργο του Ιστορικός καπιταλισμός, ο συγγραφέας εξετάζει έτσι τον καπιταλισμό ως κοινωνικο-ιστορικό σύστημα, τον τρόπο ανάδυσής του, τις διαφορές του με προηγούμενα ιστορικά συστήματα και τις αντινομίες του.

Η εμπορευματοποίηση των πάντων

“Εκείνο που διακρίνει το ιστορικό και κοινωνικό σύστημα που ονομάζουμε ιστορικό καπιταλισμό είναι ότι σ’ αυτό το ιστορικό σύστημα, το κεφάλαιο κατέληξε να χρησιμοποιείται – να επενδύεται- με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Κατέληξε να χρησιμοποιείται με πρωταρχικό αντικειμενικό σκοπό την αυτοεπέκταση. Σ’ αυτό το σύστημα οι προηγούμενες συσσωρεύσεις αποτελούσαν κεφάλαιο μόνο στο βαθμό που χρησιμοποιούνταν για να συσσωρεύσουν περισσότερο κεφάλαιο. Χωρίς αμφιβολία η διαδικασία ήταν πιο περίπλοκη και, όπως θα δούμε, με διακυμάνσεις. Αλλά εκείνο που επονομάζουμε καπιταλιστικό, είναι αυτός ο αμείλικτος και περίεργα αυτάρκης αυτοσκοπός του κατόχου του κεφαλαίου, δηλαδή η συσσώρευση όλο και περισσότερου κεφαλαίου, καθώς και οι σχέσεις που ο κάτοχός του έπρεπε, κατά συνέπεια, να συνάψει με άλλα πρόσωπα για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού. Ομολογουμένως, αυτός ο στόχος δεν ήταν αποκλειστικός και άλλοι παράγοντες υπεισήλθαν στη διαδικασία παραγωγής. Ωστόσο η ερώτηση παραμένει: ποιοι παράγοντες έτειναν να υπερισχύσουν σε περίπτωση σύγκρουσης; Όποτε η συσσώρευση του κεφαλαίου ήταν εκείνος ο παράγοντας που είχε κατά σύστημα προτεραιότητα έναντι άλλων εναλλακτικών στόχων, τότε θα μπορούσαμε δικαιολογημένα να ισχυρισθούμε ότι παρατηρούμε ένα καπιταλιστικό σύστημα σε λειτουργία.

Το να επενδύσει κανείς κεφάλαιο, έχοντας σκοπό την απόκτηση όλο και περισσότερου κεφαλαίου είναι φυσικά μια απόφαση που θα μπορούσε δυνητικά να ληφθεί από ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων σε οποιαδήποτε εποχή. Ποτέ όμως δεν υπήρξε εύκολο γι’ αυτά τα άτομα να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους με επιτυχία, προτού επέλθει μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή”.

Η ‘ανακύκληση του κεφαλαίου’ [δεν ξέρω αν η σωστή μετάφραση θα ήταν εδώ κυκλοφορία του κεφαλαίου] αποτελεί μια αλυσίδα διαδικασιών με σκοπό το κέρδος (εργατική δύναμη, αγαθά, διοχέτευσή τους στην αγορά, καταναλωτές με αγοραστική δύναμη, συντήρηση των πωλητών, κέρδος) σπάνια ολοκληρώθηκε πριν από τη σύγχρονη εποχή. «Ένας λόγος είναι ότι στα προηγούμενα ιστορικά και κοινωνικά συστήματα, πολλοί από τους συνδετικούς κρίκους της αλυσίδας θεωρήθηκαν, από τους κατόχους της πολιτικής και ηθικής εξουσίας, ως έξω από τη συμβατική λογική και ηθική. Αλλά ακόμη και όταν δεν υπήρχε άμεση επέμβαση από τη μεριά εκείνων που είχαν τη δύναμη να παρέμβουν, η διαδικασία συνήθως αποτύγχανε, επειδή ένα ή και περισσότερα στοιχεία δεν ήταν διαθέσιμα- το συσσωρευμένο σε κάποια μορφή χρήματος απόθεμα, η εργατική δύναμη της οποίας θα έκανε χρήση ο παραγωγός, το δίκτυο διανομέων, οι καταναλωτές που ήταν αγοραστές.”

“Ο λόγος που ένα ή περισσότερα στοιχεία έλειπαν είναι ότι, στα προηγούμενα ιστορικά και κοινωνικά συστήματα, ένα ή περισσότερα από αυτά τα στοιχεία δεν ‘εμπορευματοποιήθηκε’ ή ήταν ανεπαρκώς ‘εμπορευματοποιημένο’. Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία δεν είχε θεωρηθεί τέτοια ώστε να μπορεί ή να πρέπει να διεκπεραιωθεί μέσω μιας ‘αγοράς’. Ο ιστορικός καπιταλισμός επέφερε επομένως την σε ευρεία κλίμακα εμπορευματοποίηση των διαδικασιών- όχι μόνο των διαδικασιών ανταλλαγής αλλά και των διαδικασιών παραγωγής, διανομής και επένδυσης- που προηγουμένως είχαν λειτουργήσει με άλλους τρόπους, και όχι διαμέσου της αγοράς’. Και σε όλη την πορεία της προσπάθειάς τους να συσσωρεύσουν όλο και περισσότερο κεφάλαιο, οι καπιταλιστές επιδίωκαν να εμπορευματοποιήσουν όλο και περισσότερες από τις κοινωνικές διαδικασίες, σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής δραστηριότητας. Και μια και ο καπιταλισμός είναι αυτάρκης διαδικασία, κάθε κοινωνική συναλλαγή μπορούσε δυνητικά να συμπεριληφθεί. Να γιατί μπορούμε να πούμε ότι η ιστορική ανάπτυξη του καπιταλισμού είχε ως συνέπεια την ώθηση προς την εμπορευματοποίηση των πάντων.”

Πρώτη βασική αντινομία του συστήματος:

“Ενώ το ενδιαφέρον των καπιταλιστών ως τάξη, φαινόταν να είναι η συνολική μείωση του κόστους παραγωγής, στην πράξη αυτές οι μειώσεις συχνά ευνοούσαν κάποιους καπιταλιστές εναντίον κάποιων άλλων και, κατά συνέπεια, μερικοί προτιμούσαν να έχουν αυξημένο μέρισμα σε ένα μικρότερο ολικό περιθώριο, παρά μικρότερο μέρισμα σε ένα μεγαλύτερο ολικό περιθώριο.

Δεύτερη θεμελιώδης αντινομία του συστήματος:

“Καθώς προχωρούσαν, η συσσώρευση όλο και περισσότερου κεφαλαίου, η εμπορευματοποίηση όλο και περισσότερων διαδικασιών και η παραγωγή όλο και περισσότερων εμπορευμάτων, ένα απαιτούμενο στοιχείο, ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της οικονομικής ροής, ήταν η ύπαρξη όλο και περισσότερων αγοραστών. Παράλληλα όμως, οι προσπάθειες για τη μείωση του κόστους παραγωγής συχνά μείωναν την κυκλοφορία και κατανομή του χρήματος και έτσι η σταθερή αύξηση των αγοραστών, που χρειαζόταν για να συμπληρωθεί η διαδικασία της συσσώρευσης, αναχαιτιζόταν. Από την άλλη μεριά οι ανακατανομές του συνολικού κέρδους που οδηγούσαν στη διεύρυνση του δικτύου των αγοραστών, συχνά μείωναν το ολικό περιθώριο του κέρδους. Γι’ αυτόν τον λόγο, μεμονωμένοι επιχειρηματίες βρέθηκαν στο σημείο να πιέζουν προς τη μια κατεύθυνση, για το όφελος των επιχειρήσεών τους (μειώνοντας, για παράδειγμα, το εργατικό κόστος) και ταυτόχρονα, ως μέλη μιας συλλογικής τάξης, να πιέζουν για την αύξηση του συνολικού αγοραστικού δικτύου (το οποίο είχε αναπόφευκτα ως συνέπεια, τουλάχιστον για μερικούς παραγωγούς, την αύξηση του εργατικού κόστους).

Κατά συνέπεια, η οικονομία του καπιταλισμού διακατεχόταν από την ορθολογιστική πρόθεση να αυξηθεί η συσσώρευση σε μέγιστο βαθμό. Αλλά ότι ήταν λογικό για τους επιχειρηματίες δεν ήταν κατ’ ανάγκη λογικό και για τους εργάτες. Και το πιο σημαντικό, ότι ήταν λογικό για όλους τους επιχειρηματίες ως συλλογική ομάδα, δεν ήταν κατ’ ανάγκη λογικό για τον μεμονωμένο καπιταλιστή. Δεν αρκεί επομένως να πούμε ότι ο καθένας επιδίωκε το συμφέρον του. Το προσωπικό συμφέρον καθενός χωριστά, πολλές φορές τον ανάγκαζε να εμπλακεί σε αντιφατικές δραστηριότητες. Επομένως, το να υπολογίσει κανείς μακροπρόθεσμα το πραγματικό του συμφέρον κατέληξε να είναι εξαιρετικά δύσκολο, παρόλο που αυτή τη στιγμή αγνοούμε σε ποιο βαθμό η προσωπική αντίληψη του καθένα για το συμφέρον του είχε επικαλυφθεί και διαστρεβλωθεί από πολυσύνθετα ιδεολογικά νεφελώματα. Προς το παρόν, θεωρώ προσωρινά ως δεδομένα ότι ο καπιταλισμός ανέθρεψε τον homo economicus, αλλά σπεύδω να προσθέσω ότι αυτός ο homo economicus παρουσίασε – σχεδόν αναπόφευκτα- κάποια σημάδια σύγχυσης.

Υπάρχει ένας ‘αντικειμενικός’ περιορισμός που μειώνει τη σύγχυση. Αν ένα δεδομένο άτομο επανειλημμένα διέπραττε λάθη στις οικονομικές του αποφάσεις, αδιάφορο αν το έκανε από άγνοια, από ανοησία ή από ιδεολογική προκατάληψη, αυτό το άτομο (ή η εταιρία) δεν επρόκειτο να επιβιώσει στην αγορά. Η χρεωκοπία ήταν το οξύ καθαρκτικό υγρό του καπιταλιστικού συστήματος, που συνεχώς εξανάγκαζε όλους τους οικονομικούς πρωταγωνιστές να πορεύονται σταθερά μέσα σ’ ένα καλοστρωμένο αυλάκι, που τους έσπρωχνε να λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε συνολικά να υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου.

Ο ιστορικός καπιταλισμός είναι λοιπόν το συγκεκριμένο, χωροχρονικά οριοθετημένο, ενοποιημένο χωρίο των παραγωγικών δραστηριοτήτων μέσα στο οποίο ο οικονομικός αντικειμενικός σκοπός ή ‘νόμος’ που επικρατεί ή διέπει την κύρια οικονομική δραστηριότητα είναι η ατέρμονη συσσώρευση κεφαλαίου. Είναι το κοινωνικό σύστημα στο οποίο εκείνοι που έπραξαν βάσει αυτών των κανόνων, απέκτησαν τόσο μεγάλη επιρροή στο σύνολο, ώστε να διαμορφώσουν συνθήκες κάτω από τις οποίες οι υπόλοιποι είτε θα έπρεπε να συμμορφωθούν προς τα πρότυπα είτε να υποστούν τις συνέπειες. Είναι το κοινωνικό σύστημα στο οποίο το φάσμα αυτών των κανόνων (του νόμου της αξίας) γινόταν διαρκώς ευρύτερο, οι εκτελεστές των κανόνων όλο και περισσότερο αδιάλλακτοι, η διείσδυση των κανόνων στο κοινωνικό οικοδόμημα συνεχώς μεγαλύτερη, ακόμη και αν, παράλληλα, η κοινωνική αντίθεση προς αυτούς τους κανόνες μεγάλωνε όλο και πιο κραυγαλέα και οργανωμένα.”

“Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η γένεση αυτού του ιστορικού συστήματος τοποθετείται στην Ευρώπη του τέλους του δέκατου πέμπτου αιώνα, ότι το σύστημα με το πέρασμα του χρόνου επεκτάθηκε στο χώρο ώστε να καλύπτει στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα ολόκληρη την υδρόγειο.”

“Το ότι λέμε ότι ο αντικειμενικός σκοπός του παραγωγού είναι η συσσώρευση του κεφαλαίου σημαίνει ότι ο παραγωγός θα επιδιώξει να παράγει ένα δεδομένο αγαθό σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότητα και ότι θα το προσφέρει για πώληση με το μεγαλύτερο γι’ αυτόν περιθώριο κέρδους. Αυτά όμως θα τα κάνει μέσα σε μια σειρά οικονομικών περιορισμών που υπάρχουν, όπως λέμε, ‘στην αγορά’. Η συνολική του παραγωγή αναγκαστικά καθορίζεται από την (σχετικά άμεση) διαθεσιμότητα πραγμάτων όπως υλικά, εργατική δύναμη, πελάτες και πρόσβαση σε ρευστό χρήμα για να επεκτείνει την επενδυτική του βάση. Επίσης, η ποσότητα την οποία μπορεί να παράγει επικερδώς και το περιθώριο κέρδους που μπορεί να διεκδικήσει περιορίζονται από την ικανότητα των ‘ανταγωνιστών’ του να προσφέρουν το ίδιο είδος σε χαμηλότερες τιμές πώλησης. στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι εκείνους που βρίσκονται στις ίδιες, άμεσες, πλέον περιορισμένες τοπικές αγορές – όπως τυχόν θα μπορούσαν να καθοριστούν σε μια δεδομένη στιγμή- στις οποίες ο παραγωγός πουλά. Η επέκταση της παραγωγής του θα εξαρτηθεί επίσης από το κατά πόσο η αυξημένη του παραγωγή θα επιφέρει τέτοια μείωση των τιμών στην ‘τοπική’ αγορά ώστε να μειώσει ουσιαστικά το πραγματικό συνολικό κέρδος, που πραγματοποιείται επί της συνολικής του παραγωγής.

Όλοι αυτοί είναι αντικειμενικοί περιορισμοί, που σημαίνει ότι υφίστανται ανεξάρτητα από τις αποφάσεις ενός δεδομένου παραγωγού […] είναι το επακόλουθο του συνόλου των διαδικασιών που υπάρχουν σε ένα συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Παράλληλα υπάρχουν κι άλλοι περιορισμοί που προσφέρονται περισσότερο για ελιγμούς. Οι διάφορες κυβερνήσεις έχουν τη δυνατότητα να υιοθετούν διάφορα μέτρα […] που με κάποιο τρόπο μετασχηματίζουν τις οικονομικές επιλογές, και, συνακόλουθα, τον υπολογισμό του κέρδους. Ένας δεδομένος παραγωγός μπορεί να είναι είτε ευνοούμενος είτε θύμα των μέτρων. Ένας δεδομένος παραγωγός μπορεί να επιδιώξει να πείσει την πολιτική εξουσία για την αλλαγή των μέτρων της, προς όφελός του.”

Πώς έχουν ενεργήσει οι παραγωγοί για να αυξήσουν στο έπακρο την ικανότητά τους να συσσωρεύσουν κεφάλαιο; Η εργατική δύναμη αποτελούσε πάντα ένα κεντρικό και ποιοτικά σημαντικό στοιχείο στη διαδικασία παραγωγής. Ο παραγωγός που επιδιώκει τη συσσώρευση ενδιαφέρεται για δύο διαφορετικές πλευρές της εργατικής δύναμης: τη διαθεσιμότητα και το κόστος της. Το πρόβλημα της διαθεσιμότητας έχει συνήθως τεθεί κατά τον ακόλουθο τρόπο: οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής παραμένουν αμετάβλητες – μια σταθερή εργατική δύναμη για ένα δεδομένο παραγωγό- θα είναι χαμηλού κόστους, εάν η αγορά παραμείνει σταθερή και ο αριθμός της εργατικής δύναμης ο καλύτερος δυνατός για κάποιο δεδομένο χρονικό διάστημα. Εάν όμως μειωθεί η ζήτηση για το προϊόν, το γεγονός ότι η εργατική δύναμη είναι σταθερή θα αυξήσει το πραγματικό κόστος τους προϊόντος για τον παραγωγό. Σε περίπτωση που αυξηθεί η ζήτηση, το γεγονός ότι η εργατική δύναμη είναι σταθερή δεν θα δώσει στον παραγωγό τη δυνατότητα να επωφεληθεί από τις παρουσιαζόμενες ευκαιρίες κέρδους. Από την άλλη μεριά και η μεταβλητή εργατική δύναμη παρουσιάζει προβλήματα στον παραγωγό. Η μεταβλητή εργατική δύναμη αποτελείται εξ ορισμού από εργάτες που δεν εργάζονται κατ’ ανάγκη για τον ίδιο συνεχώς παραγωγό. Επομένως, αυτοί οι εργάτες έπρεπε, για να επιβιώσουν, να έχουν ενδιαφερθεί για το ύψος των αποδοχών τους, συνυπολογίζοντας ένα χρονικό διάστημα, ικανό να εξισορροπήσει τις μεταβολές του πραγματικού τους εισοδήματος. Το οποίο σημαίνει ότι οι εργάτες έπρεπε να κερδίζουν από τη δουλειά αρκετά ώστε να καλύπτουν τις περιόδους που δεν πληρώνονταν. Άρα, η μεταβλητή εργατική δύναμη στοιχίζει συχνά στους παραγωγούς περισσότερο την ώρα ανά άτομο, απ’ όσο η σταθερή εργατική δύναμη.

Όταν έχουμε να κάνουμε με μια αντίφαση (και στη συγκεκριμένη περίπτωση η αντίφαση βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής παραγωγής) μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το αποτέλεσμα θα είναι ένας ιστορικά προβληματικός συμβιβασμός. Ας κάνουμε μια ανασκόπηση του τι συνέβη στην πραγματικότητα. Στα ιστορικά συστήματα που προηγήθηκαν του ιστορικού καπιταλισμού, τις περισσότερες φορές- ποτέ όμως όλες- η εργατική δύναμη ήταν σταθερή. Σε μερικές περιπτώσεις, η εργατική δύναμη του παραγωγού ήταν μόνο ο ίδιος ή η οικογένειά του και έτσι, εξ ορισμού σταθερή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μια μη συγγενικής μορφής εργατική δύναμη ήταν συνδεδεμένη με κάποιον παραγωγό μέσω διαφόρων νομικών ή/και εθιμικών κανονισμών (συμπεριλαμβανομένων διαφόρων μορφών δουλείας, σωματικής υποθήκης λόγω χρεών, δουλοπαροικίας, συμφωνιών μόνιμης μίσθωσης, κλπ.). Μερικές φορές η δέσμευση διαρκούσε εφ’ όρου ζωής. Άλλες φορές για μια ορισμένη χρονική περίοδο, με πιθανότητα ανανέωσης· όμως, ένας τέτοιου είδους χρονικός διακανονισμός είχε νόημα μόνο αν κατά τη στιγμή της ανανέωσης υπήρχαν ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις. Από την άλλη μεριά η μονιμότητα αυτών των διευθετήσεων δεν δημιουργούσε προβλήματα μόνο στους συγκεκριμένους παραγωγούς, με τους οποίους ήταν συνδεδεμένη μια δεδομένη εργατική δύναμη. Δημιουργούσε προβλήματα και στους υπόλοιπους παραγωγούς, μια και οι τελευταίοι είχαν τη δυνατότητα να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους μόνο στο βαθμό που η μεταβλητή εργατική δύναμη ήταν διαθέσιμη.

Όλα αυτά τα ζητήματα διαμόρφωσαν τη βάση, όπως συχνότατα έχει περιγραφεί, για την ανάπτυξη του θεσμού της μισθωτής εργασίας, κατά τον οποίο υπήρχε ένας αριθμός ατόμων που ήταν μονίμως διαθέσιμα να εργαστούν στον υψηλότερο, λίγο- πολύ πλειοδότη. Σ’ αυτήν τη διαδικασία αναφερόμαστε ως τη λειτουργία μιας αγοράς εργασίας, και στα πρόσωπα που πουλάν την εργασία τους ως προλετάριους […] στον ιστορικό καπιταλισμό πραγματοποιήθηκε μι αυξανόμενη προλεταριοποίηση της εργατικής δύναμης… Το παράξενο είναι όχι πόσο πολλή, αλλά πόσο λίγη προλεταριοποίηση έγινε. Σήμερα, τουλάχιστον τέσσερις εκατοντάδες χρόνια ύπαρξης ενός ιστορικού κοινωνικού συστήματος, ο αριθμός των πλήρως προλεταριοποιημένης εργασίας στην καπιταλιστική κοσμοοικονομία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανέρχεται ούτε καν στο πενήντα τις εκατό.

[…] αυτή η στατιστική έχει να κάνει με το πώς υπολογίζουμε και με τον ποιον υπολογίζουμε.”

Για τον Wallerstein δεν είναι αναγκαίο να δώσουμε τον χαρακτηρισμό προλετάριος σε ένα άτομο. Μελετώντας τα νοικοκυριά ως οικονομικές μονάδες που υπήρχαν και κατά τη διάρκεια του καπιταλισμού (ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών τους) αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο θεσμοθετήθηκε ο σεξισμός. Η εργασία που επιτελούσαν οι γυναίκες (κυρίως μη εμπορευματική εκτός κάποιων περιπτώσεων μικρής εμπορευματοποίησης) θεωρήθηκε ‘επιβοηθητική δραστηριότητα’. Η διαφοροποίηση αυτή, δημιούργησε ειδικούς ρόλους. Η παραγωγική (μισθωτή) έγινε χρέος αντρικό και η επιβοηθητική γυναικείο. Φυσικά ο διαχωρισμός αυτός προϋπήρχε. Αυτό όμως που έγινε με τον καπιταλισμό είναι ο συσχετισμός μεταξύ του καταμερισμού και της αποτίμησης της εργασίας και η «σταθερή υποτίμηση της εργασίας των γυναικών (επίσης των νέων και των ηλικιωμένων) και μια αντίστοιχη έμφαση στην αξία της εργασίας του ενήλικου άντρα. Ενώ στα προηγούμενα συστήματα οι άντρες και οι γυναίκες είχαν καθορισμένα (αλλά συνήθως ισότιμα) καθήκοντα, στον ιστορικό καπιταλισμό ο ενήλικος άντρας που έπαιρνε μισθό κατατάχθηκε ως αυτός που ‘κερδίζει το ψωμί’, η κολώνα του σπιτιού, και η ενήλικη γυναίκα που εργαζόταν στο σπίτι ως ‘νοικοκυρά’. Έτσι όταν άρχισαν να συντάσσονται οι εθνικές στατιστικές, αυτούσιο προϊόν του καπιταλιστικού συστήματος, στην οικονομικά ενεργό εργατική δύναμη θεωρήθηκαν ότι ανήκουν όλοι ‘κέρδιζαν το ψωμί’, όχι όμως και οι νοικοκυρές. Έτσι θεσμοποιήθηκε ο σεξισμός. Το νομικό και παρανομικό πλέγμα των δυο φύλων ήρθε, αρκετά λογικά, ως επακόλουθο της βασικής διαφορικής αποτίμησης της εργασίας.”

“Ως ιδεολογία, αυτές οι διακρίσεις συνέβαλλαν στο να διασφαλίζεται ότι η εμπορευματοποίηση της εργασίας ήταν εκτεταμένη και περιορισμένη, ταυτόχρονα… αν πρόκειται να υπολογίσουμε πόσα νοικοκυριά στην κοσμοοικονομία έχουν εξασφαλίσει περισσότερο από πενήντα τις εκατό του πραγματικού τους εισοδήματος […] από μισθωτή εργασία έξω από το νοικοκυριό νομίζω ότι θα εκπλαγούμε από το χαμηλό ποσοστό […] παρόλο που […] κατά την ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοσμοοικονομία το ποσοστό αυξανόταν σταθερά.”

Στη συνέχεια κάνει τη διάκριση μεταξύ προλεταριακών και ημιπρολεταριακών νοικοκυριών. Τα πρώτα έχουν υψηλότερα έσοδα από μισθωτή εργασία σε σχέση με τα δεύτερα. Με λίγα λόγια, στα πρώτα οι εργαζόμενοι πληρώνονται με μεγαλύτερους μισθούς για την ίδια δουλειά που κάνουν και οι εργαζόμενοι των ημιπρολεταριακών νοικοκυριών, οι οποίοι όμως καθώς έχουν εισοδήματα και από αλλού (παραγωγή για εσωτερική κατανάλωση ή/και για την τοπική αγορά), δέχονται να εργαστούν με χαμηλότερους μισθούς.

Αυτό έχεις ως συνέπεια τη μείωση των μισθών, καθώς οι εργοδότες προτιμούν τους εργαζόμενους από τα ημιπρολεταριακά νοικοκυριά έτσι ώστε να έχουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.

“Αν τώρα εξετάσουμε συνολικά την εμπειρική πραγματικότητα σε όλο το χωροχρονικό εύρος του ιστορικού καπιταλισμού, ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι η εγκατάσταση των μισθωτών εργατών σε ημιπρολεταριακά παρά σε προλεταριακά νοικοκυριά αποτελούσε τον στατιστικό κανόνα.”

Η συλλογιστική του Wallerstein έχει στραφεί από την εξήγηση των αιτιών της προλεταριοποίησης στην εξήγηση της ατελούς τελικά προλεταριοποίησης. Και τώρα εξετάζει τους λόγους για τους οποίους πρέπει ή όχι να προχωρήσει η προλεταριοποίηση.

“[…] είναι πολύ αμφίβολο ότι η αυξανόμενη παγκόσμια προλεταριοποίηση οφείλεται πρωταρχικά στις κοινωνικοπολιτικές πιέσεις των επιχειρηματικών στρωμάτων.”

α) η μετατροπή πολλών ημιπρολεταριακών νοικοκυριών σε προλεταριακά ανεβάζει το πραγματικό κατώτατο μισθολογικό επίπεδο, επιβαρύνοντας τους εργοδότες.

β) “η αυξανόμενη προλεταριοποίηση είχε πολιτικές επιπτώσεις… οι οποίες ήταν αρνητικές για τους εργοδότες […] και […] τελικά ανέβαζαν ακόμη περισσότερο τα μισθολογικά επίπεδα σε δεδομένες γεωγραφικο-οικονομικές ζώνες.”

Οι εργοδότες φαίνεται να μην νοιάζονταν για την προλεταριοποίηση, και προωθούσαν διαιρέσεις εντός της εργατικής τάξης (γένος/ηλικία/ έθνος). “Η εθνότητα δημιούργησε ένα πολιτισμικό φλοιό που αποκρυστάλλωσε το πρότυπο της δομής του ημιπρολεταριακού νοικοκυριού. Το ότι η προβολή της εθνότητας έπαιξε επίσης τον ρόλο του να διαιρεί πολιτικά την εργατική ΄τάξη, ήταν πράγματι ένα πολιτικό δώρο για τους εργοδότες, αλλά όχι νομίζω, ο κύριος υποκινητής αυτής της διαδικασίας.”

Στον ιστορικό καπιταλισμό, η ‘αγορά’ δεν είναι ένας μέρος όπου ο παραγωγός συναντά τον καταναλωτή (τέτοια μέρη πάντοτε υπήρχαν, συνιστούν όμως ένα πολύ μικρό ποσοστό στον καπιταλισμό). “Οι περισσότερες συναλλαγές συνιστούν ανταλλαγές ανάμεσα σε δύο ενδιάμεσους παραγωγούς που βρίσκονται σε μια μακριά εμπορευματική αλυσίδα.”

“Η πάλη για τις τιμές σ΄ αυτές τις ‘ενδιάμεσες αγορές’ αντιπροσώπευε την προσπάθεια του αγοραστή να αποσπάσει από τον πωλητή μέρος από το κέρδος που επέφεραν όλες οι προηγούμενες διαδικασίες, σε όλη την εμπορευματική αλυσίδα. Μια πάλη που καθοριζόταν από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά ποτέ κατ’ αποκλειστικότητα.” Διότι, α) ήταν κοινός τόπος ο έλεγχος της προσφοράς και της ζήτησης μέσα από μονοπωλιακούς περιορισμούς και β) η καθετοποίηση (της παραγωγής) δλδ, όταν η ίδια εταιρία είχε θέση ‘πωλητή’ και ‘καταναλωτή’, κανονίζοντας αυθαίρετα τις τιμές.

Αυτά δεν ήταν σπάνια φαινόμενα, θεαματικά παραδείγματα ήταν: οι καταστατικές εταιρίες (16ο-18ο αιώνα), οι μεγάλοι εμπορικοί οίκοι τον 19ο αιώνα και οι υπερεθνικοί συνεταιρισμοί τον 20ο.

“Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο στατιστικός κανόνας του ιστορικού καπιταλισμού ήταν η καθετοποίηση, και όχι εκείνα τα πλέγματα της ‘αγοράς’ στην εμπορευματική αλυσίδα, όπου ο πωλητής και ο αγοραστής ήταν σαφώς διακριτοί και ανταγωνιστικοί.”

Οι γεωγραφικές κατευθύνσεις των εμπορευματικών αλυσίδων “σχηματίζουν κεντρομόλο μια διάταξη […] τα σημεία προορισμού τους έτειναν να συγκλίνουν σε μερικές μόνο περιοχές. Που σημαίνει ότι παρουσίαζαν την τάση να κινούνται από τις περιφέρειες… προς τα κέντρα, τους πυρήνες. Αυτό είναι μια εμπειρική παρατήρηση που είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί.” Το ζήτημα είναι το γιατί έγινε. Για τον Wallerstein, ο καπιταλισμός κατά την ιστορική του ανάπτυξη γινόταν ολοένα και περισσότερο λειτουργικά και γεωγραφικά εκτενής και ιεραρχικός. «Η ιεράρχηση του χώρου κατά τη δόμηση των διαδικασιών παραγωγής, οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη πόλωση ανάμεσα στις κεντρικές και τις περιφερειακές ζώνες της κοσμοοικονομίας, πόλωση όχι μόνο από την άποψη των κριτηρίων κατανομής (επίπεδα πραγματικού εισοδήματος, ποιότητας ζωής), αλλά επίσης, και αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό, από την άποψη των περιοχών στις οποίες συσσωρεύεται το κεφάλαιο.

Ο παράγοντας «δύναμη» στον καθορισμό της τιμής.

Αυτό που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από άλλα συστήματα με άνιση ανταλλαγή είναι «ο τρόπος με τον οποίο η άνιση ανταλλαγή μπορεί να καλυφθεί [….] Οι δεδηλωμένοι αντίπαλοι του συστήματος άρχισαν να ξεσκεπάζουν αυτόν το μηχανισμό συστηματικά, μόνο μετά από πεντακόσια χρόνια εφαρμογής του.”

Το κλειδί της απόκρυψης του μηχανισμού βρίσκεται στη φαινομενική διάσταση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής: “η οικονομική πολιτική σκηνή εμφανίζει έναν παγκοσμίου εύρους κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας με ενοποιημένες τις διαδικασίες παραγωγής που… λειτουργούν για την ατέρμονη συσσώρευση κεφαλαίου και η πολιτική σκηνή αποτελείται φαινομενικά από ξεχωριστά, ανεξάρτητα κράτη, που το καθένα έχει αυτεξούσια υπευθυνότητα για τις πολιτικές αποφάσεις μέσα στην επικράτειά του, και το καθένα διαθέτει ένοπλες δυνάμεις για τη διατήρηση της εξουσίας του. … όλες οι εμπορευματικές αλυσίδες έχουν διαπεράσει τα σύνορα των κρατών… η διεθνικότητα ων εμπορευματικών αλυσίδων είναι τόσο παραστατική αλήθεια για τον δέκατο έκτο αιώνα, όσο είναι και για τον εικοστό.”

Η άνιση ανταλλαγή προχώρησε ως εξής: Ξεκινώντας από κάποια πραγματική διαφοροποίηση υπάρχει στην αγορά λόγω κάποιας σπανιότητας (είτε στη διαδικασία παραγωγής είτε τεχνητής), η περιοχή με τη μεγαλύτερη πληθώρα σπάνιων ειδών, πουλούσε σε άλλη περιοχή, σε υψηλότερο κόστος, απ’ ότι ένα είδος αντίστοιχης αξία που πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα μέρος από το συνολικό παραγόμενο κέρδος, το πλεόνασμα, μεταφερόταν έτσι από μια ζώνη προς κάποια άλλη. “Μια τέτοια σχέση είναι σχέση κέντρου και περιφέρειας. Κατ’ επέκταση, ονομάζουμε τη ζώνη που ζημιώνεται ‘περιφέρεια΄ και τη που ζώνη που κερδίζει ‘κέντρο’. Στην πραγματικότητα οι ονομασίες αυτές αντανακλούν τη γεωγραφική δομή των οικονομικών ροών.”

Μηχανισμοί αύξησης της ανισομέρειας: Σε κάθε καθετοποίηση δύο συνδετικών κρίκων δημιουργούνταν η δυνατότητα μεταφοράς ακόμη μεγαλύτερου μέρους του πλεονάσματος προς το κέντρο. Επίσης, η συγκέντρωση μεγαλύτερου κεφαλαίου στο κέντρο έδινε τη δυνατότητα στους παραγωγούς του να υπερέχουν στον ανταγωνισμό για τα υπάρχοντα προϊόντα, αλλά και να παράγουν συνεχώς νέα.

Δημιουργήθηκε έτσι η «οικονομική βάση και το πολιτικό κίνητρο
για τη δημιουργία ισχυρών κρατικών μηχανισμών, “που ανάμεσα στις πολλές τους ιδιότητες τους ήταν να εξασφαλίζουν ότι οι κρατικοί μηχανισμοί των περιφερειακών ζωνών γίνονταν ή παρέμεναν σχετικά ανίσχυροι…” προωθώντας «την εξειδίκευση σε εργασίες που βρίσκονταν χαμηλά στην εμπορευματική αλυσίδα, χρησιμοποιώντας χαμηλά αμειβόμενη εργατική δύναμη και δημιουργώντας (ενδυναμώνοντας) τις συναφείς δομές νοικοκυριά έτσι ώστε να είναι δυνατόν να επιβιώσει η χαμηλά αμειβόμενη εργατική δύναμη. Μ΄ αυτόν τον τρόπο ο ιστορικός καπιταλισμός πράγματι δημιούργησε τα ονομαζόμενα ιστορικά επίπεδα μισθών, που κατέληξαν να είναι σε συνταρακτικό βαθμό αποκλίνοντα ανά τις διάφορες ζώνες του κοσμοσυστήματος.

Η διαδικασία ήταν καλυμμένη με την έννοια ότι “οι πραγματικές τιμές φαινόταν να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια παγκόσμια αγορά, στη βάση απρόσωπων οικονομικών δυνάμεων. Ο τεράστιος μηχανισμός της λανθάνουσας δύναμης (που αποκαλυπτόταν σποραδικά σε πολέμους και αποικισμούς) δεν ήταν ανάγκη να βγαίνει στην επιφάνεια σε κάθε ξεχωριστή εμπορική πράξη για να εξασφαλιστεί το άνισο της ανταλλαγής. Πιο σωστά, ο μηχανισμός της δύναμης έμπαινε σε εφαρμογή μόνο όταν υπήρχαν σημαντικές προκλήσεις σε κάποιο επίπεδο της άνισης ανταλλαγής. Από τη στιγμή που η οξεία πολιτική σύγκρουση περνούσε, η παγκόσμια επιχειρηματική τάξη μπορούσε να υποκρίνεται ότι η οικονομία λειτουργούσε αποκλειστικά με τα κριτήρια της προσφοράς και της ζήτησης, χωρίς να αναγνωρίζει το πώς έφτασε ιστορικά η κοσμοοικονομία σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο προσφοράς και ζήτησης, και το ποιες δομές δύναμης υποβάσταζαν σ΄ αυτήν τη κρίσιμη στιγμή τις εθιμικές διαφοροποιήσεις στα επίπεδα μισθών και της πραγματικής ποιότητας ζωής της παγκόσμιας εργατικής δύναμης.”

“Η μονοπωλιακή πρακτική και η ανταγωνιστική παρότρυνση ήταν μια συζευγμένη πραγματικότητα στον ιστορικό καπιταλισμό…κανένα πρότυπο σύνδεσης των διαδικασιών παραγωγής δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει σταθερό”. Αντιθέτως, ήταν προς το συμφέρον των ανταγωνιστών αυτό να μεταβάλλεται. “Λειτουργούσε η ‘αόρατος χειρ’ του Άνταμ Σμιθ, με την έννοια ότι η ‘αγορά’ έθετε περιοριστικά όρια στην ατομική συμπεριφορά, αλλά το να διατείνεται κανείς ότι η έκβαση ήταν αρμονική σημαίνει πως έχει μια πολύ παράξενη ανάγνωση του ιστορικού καπιταλισμού”.

“[Η] έκβαση φαίνεται […] πως ήταν ένας εναλλασσόμενος κύκλος επεκτάσεων και στασιμοτήτων, στο σύνολο του συστήματος. Οι ανακυκλήσεις αυτές έχουν επιφέρει διακυμάνσεις που είναι τόσο σημαντικές και τακτικές, ώστε είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι δεν είναι εγγενείς στη λειτουργία του συστήματος. Μοιάζουν να είναι […] το αναπνευστικό σύστημα του καπιταλιστικού οργανισμού, που εισπνέει καθαρκτικό οξυγόνο και εκπνέει δηλητηριώδη απόβλητα […]. Τα συσσωρευμένα απόβλητα είναι οι οικονομικές ανεπάρκειες οι οποίες επανειλημμένα καλύπτονταν πολιτικά μέσω της διαδικασίας της άνισης ανταλλαγής που περιγράψαμε πιο πάνω. Το καθαρκτικό οξυγόνο είναι η κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη κατανομή των προσόδων (αποτελεσματικότερη με την έννοια ότι επιτρέπει την περαιτέρω συσσώρευση του κεφαλαίου), που γίνεται δυνατή με την τακτική αναδιάρθρωση των εμπορευματικών αλυσίδων.”

(συνεχίζεται…)

Επιμέλεια κειμένου: Ε. – Α. Περράκης

Wallestrein I. (1987) Ιστορικός καπιταλισμός, μτφρ. Μ. Τσικρίκα, Αθήνα: Θεμέλιο