Το βιβλίο του William Greider “Ο μανιακός καπιταλισμός”, σε μετάφραση Λ. Χαραλαμπίδης, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1999 (1997 πρώτη έκδοση στα αγγλικά).

Στο σημερινό κείμενο θα εστιάσουμε στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου  με τίτλο “οικονομία”, στο οποίο ο συγγραφέας τονίζει την αναγκαιότητα αλλαγής του βιομηχανικού οικονομικού μοντέλου, το οποίο συνεχίζει και αυξάνει την ανεργία, προς ένα μοντέλο εξυπηρέτησης των πραγματικών αναγκών των ανθρώπων, π.χ. με εργοστάσια που ανακυκλώνουν ακόμη και τα δικά τους λύματα και στο οποίο οι άνθρωποι θα στέλνουν όλα τους τα απορρίμματα απ’ ευθείας.

O Γκρέιντερ παραπέμπει στο βιβλίο του οικονομολόγου Daly και του θεολόγου Gobb με τίτλο ‘Για το κοινό καλό’ (For the common good: Redirecting the Economy toward Community, the Environment, and a Sustainable Future), οι οποίοι βλέπουν την οικονομία ως υποσύστημα ενός ευρύτερου οικοσυστήματος και οι οποίοι αναζήτησαν τους τρόπους εξάρτησης της οικονομίας από το ευρύτερο σύστημα. Η εξάρτηση υπάρχει διότι σύμφωνα με τους συγγραφείς το ευρύτερο σύστημα “αποτελεί την πηγή των πρώτων υλών και την αποθήκη των αποβλήτων. Αυτό προφανώς σημαίνει ότι υπάρχει ένα όριο στην κλίμακα των οικονομικών δραστηριοτήτων, επειδή δεν μπορούμε να υπερφορτώσουμε το οικοσύστημα. Αυτό αποτελεί ένα φυσικό όριο το οποίο οι οικονομολόγοι δεν καταλαβαίνουν. Η ιδέα ότι μπορείς να αντλείς συνέχεια από αυτό είναι απλώς λανθασμένη.”

Οι Ντέλι και Γκομπ, έφτιαξαν έναν δείκτη τον οποίο ονόμασαν Δείκτη Διαρκούς Οικονομικής Ευημερίας (ΔΔΟΕ). Ο δείκτης αυτός λαμβάνει υπόψη του τα στοιχεία του περιβάλλοντος τα οποία η κυρίαρχη οικονομική σκέψη αγνοεί, καθώς “όταν μετρούμε την οικονομική μεγέθυνση ως μεγέθυνση στο ΑΕΠ, δεν αφαιρούμε τίποτα […] θεωρούμε ότι όλα είναι αγαθά”.

Ο δείκτης αυτός αφαιρεί τις απώλειες, όπως “το συνολικό κόστος της μόλυνσης του νερού και του αέρα, την καταστροφή των υδάτινων πόρων, τη φθορά της αγροτικής γης, τη μακροπρόθεσμη οικολογική ζημιά, όπως του όζοντος, και την αλόγιστη κατανάλωση μη ανανεώσιμων πόρων. Όταν αυτοί οι αρνητικοί παράγοντες αλλά και οι κοινωνικές ζημιές, όπως τα τροχαία δυστυχήματα ή το εξωτερικό χρέος, περιληφθούν στους υπολογισμούς, η εικόνα της αμερικανικής ευημερίας μοιάζει τελείως διαφορετική”, από αυτή που παρουσιάζεται (το κατά κεφαλήν εισόδημα στις τυπικές στατιστικές του ΑΕΠ, φαίνεται ότι έχει αυξηθεί σε πραγματική αξία από τα μέσα του 1970 περίπου κατά 25%).

Με τον δείκτη του Ντέιλη, και παρά την μείωση του κόστους της μόλυνσης, η οικονομία μειώνεται από το ’76 και μετά κατά 10% κατά κεφαλήν, υποχωρώντας στα επίπεδα της δεκαετίας του ’60.

Όπως σημειώνει ο Γκρέιντερ, “ο δείκτης τους αποτέλεσε απλώς μια προσπάθεια και περιέχει πλήθος αμφισβητούμενων υποθέσεων που απαιτούν περαιτέρω συζήτηση και εξειδίκευση. Αυτό όμως που έφεραν στο φως ήταν ένα πρώτο ακατέργαστο σχέδιο για το πώς μπορούμε να σκεφτούμε καθαρό το μέλλον – απαλλαγμένοι από τις απατηλές υποθέσεις που τόσο αγαπούν οι σύγχρονοι οικονομολόγοι.”

Τα ορθόδοξα οικονομικά θεωρούν ως ‘κεφάλαιο’ μόνο τα ανθρωπίνως παραγόμενα περιουσιακά στοιχεία που παράγουν με τη σειρά τους έναν πλούτο αγαθών και υπηρεσιών, αφήνοντας έξω το πιο σημαντικό, για τους Ντέλι και Γκομπ, περιουσιακό στοιχείο που είναι το ‘φυσικό κεφάλαιο’, από το οποίο εξαρτάται κάθε οικονομική δραστηριότητα.

Οι οικονομολόγοι, αν και υποθετικά θα έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα, στην ουσία υπέθεσαν ότι τα αποθέματα του πλανήτη σε πρώτες ύλες ήταν απεριόριστα όσο η τιμή της αγοράς ήταν αρκετά υψηλή ώστε να καθιστά την εξαγωγή τους επικερδή. Η υπόθεση αυτή μπορεί να είναι λογική όσον αφορά την περιγραφή της λειτουργίας της αγοράς, αλλά είναι επικίνδυνα άσχετη με την ίδια την πραγματικότητα.

Επιπλέον, οι οικονομολόγοι υπέθεσαν ότι οι μελλοντικές γενιές θα απολάμβαναν καθαρό κέρδος όποτε οι πρώτες ύλες μετατρέπονταν από τον άνθρωπο σε περιουσιακά στοιχεία- δηλαδή σε μεταλλεύματα και πηγές ενέργειας που καταναλώνονταν για να κατασκευαστούν ατσάλινα μηχανήματα. Αλλά αυτή η υπόθεση παρέβλεπε το ζήτημα της απώλειας αξίας σε ‘φυσικό κεφάλαιο’, που ποτέ δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί, και το μελλοντικό κόστος της ‘απολύμανσης΄ που απαιτούν τα απόβλητα.

Η μείωση του φυσικού κεφαλαίου συχνά μειώνει και την αξία και των περιουσιακών στοιχείων που παράγει ο άνθρωπος. ‘Καθώς μειώνουμε τα ψάρια στον ωκεανό, την ίδια στιγμή ρίχνουμε ταχύτατα και την αξία των αλιευτικών σκαφών’, εξήγησε. Οι οικονομολόγοι αντί να θεωρούν δεδομένο ένα σταθερό όφελος από τη μετατροπή της ακατέργαστης φύσης σε παραγωγικά προϊόντα, θα έπρεπε να αναγνωρίσουν το συμπληρωματικό χαρακτήρα των δύο συστημάτων και να αρχίσουν να καθορίζουν το πραγματικό ανταλλακτικό κόστος που εμπεριέχουν αυτές οι συναλλαγές.

Μόλις αυτός ο ισολογισμός κέρδους-ζημίας καθοριστεί με αξιοπιστία, προέβλεψε ο Ντέιλι, τα πραγματικά οικονομικά οφέλη θα φανούν σε παραγωγικές δραστηριότητες που υποβοηθούν την ικανότητα της φύσης να αναπαράγεται και να ανανεώνει τις πηγές της. Η ηλιακή ενέργεια και επίσης οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, για παράδειγμα, παρεμποδίστηκαν αποτελεσματικά εξαιτίας της λογικής κόστους-τιμής της οικονομίας της αγοράς. Αλλά αν υπολογίζαμε το πραγματικό κόστος παραγωγής και κατανάλωσης, οι καινοτομίες αυτές θα άρχιζαν να φαίνονται πραγματικές ευκαιρίες.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες πατώντας πάνω στο αφήγημα της ορθόδοξης οικονομίας και της αυτοκαταστροφικής ψευδοανάπτυξης, στέρεψαν τις πηγές τους κυρίως διότι ‘κανένας πολιτικός δεν θέλει να μείνει γνωστός ως εκείνος ο υπουργός που στη θητεία του οποίου η χώρα πέρασε μέσα σε ένα χρόνο από την ανάπτυξη στην ύφεση. […] Κι όμως υπάρχει η ευκαιρία για κάποιον να μείνει γνωστός ως ο ηγέτης που επιτέλους εισήγαγε το σύστημα υπολογισμού των εσόδων που έσωσε τη χώρα από τη βέβαιη τελική πτώχευση.”

Η συμβατική οικονομική μεγέθυνση έχει όρια. Καθώς οι φτωχοί με πραγματικές φαγητού και στέγης θα συνεχίσουν να υπάρχουν, η μεσαία και πάνω οικονομική τάξη στην Αμερική “κοστίζει περισσότερο από πλευράς κοινωνικής ευημερίας και στην ουσία μας κάνει φτωχότερους. […] Εμείς έχουμε τα οφέλη, αλλά το κόστος μοιράζεται σε ολόκληρη την κοινωνία.”

“’Η λύση είναι τα απόβλητα’, έγραφε ο Αμερικανός οικονομολόγος Ντάγκλας Ντόουντ. ‘Τα απόβλητα απορρίμματα είναι συστηματικά και θεσμοποιημένα, εφόσον αποτελούν το μέτρο του τι παράγεται και του το πώς και τι δεν ξαναμπαίνει στην παραγωγή και/ή καταστρέφεται”. Οι Ιάπωνες και οι Γερμανοί παραγωγοί αύξησαν την παραγωγικότητα τους βελτιώνοντας την αποτελεσματική χρήση των πόρων.

Ο Γκρέιντερ, υποστηρίζει ένα οικονομικό σύστημα μικρών ιδιωτικών εταιριών που η δημιουργία θέσεων εργασίας θα εξαρτάται από ένα ευρύτερο δημόσιο σκοπό (κοινωνικό), το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οποίων θα διαφοροποιείται από το σοσιαλιστικό, αλλά και το βιομηχανικό. Εργαζόμενοι και πολίτες θα είναι οι ιδιοκτήτες, δίνοντας έμφαση στην “ανανέωση της εργασίας και της παραγωγής και όχι στην προστασία της ανταγωνιστικής θέσης των επιχειρήσεων ή οικονομικών τομέων που ήδη λειτουργούν”. Οι φορολογούμενοι θα στηρίζουν τον τοπικό εργοδότη της γειτονιάς τους αντί να φροντίζουν μέσω δημοσίων επιχορηγήσεων τις μεγάλες πολυεθνικές, στηρίζοντας επίσης και τις μικρές ιδιωτικές εταιρίες. Ο Γκρέιντερ αν και θεωρεί ότι κάποια εγχειρήματα θα αποτύχουν, καθώς ο σκοπός τους είναι για το κοινό καλό θεωρείται προτιμότερος από εκείνες τις εταιρείες που αποσκοπούν στη βελτίωση των κερδών μερικών ιδιωτών και μόνο.

Αν και η πρόταση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους, μπορούμε όμως να πούμε ότι η προσπάθειά του να κινηθεί πέρα από την καθιερωμένη οικονομική σκέψη, μεταξύ άλλων και με την παρουσίαση του έργου των Ντάλυ και Γκομπ, είναι προς την κατεύθυνση που θα πρέπει να κινηθεί οποιαδήποτε εναλλακτική αντίληψη προς τον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό.

‘Αλλωστε, όπως μας υπενθυμίζει ο Γκρέιντερ, “το πρόβλημα των πλεονασμάτων του καπιταλισμού σκιαγραφήθηκε από τον Μαρξ και τον Βέμπλεν ως η διαρκής βαρβαρότητά του. […] Οι αποθήκες όμως αχρησιμοποίητων ειδών διατροφής γεμίζουν με απούλητα προϊόντα κάθε χρόνο στις χώρες παραγωγής τους, ενώ κάπου αλλού εκατοντάδες ή εκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται αν δεν λιμοκτονούν, στην πραγματικότητα. Αυτό το παράδοξο δικαιολογείται πολύ εύκολα με τους όρους της αγοράς. Πράγματι η αγορά επιμένει ότι ο επισιτισμός εξαθλιωμένων ανθρώπων θα τους έκανε κακό, γιατί θα ενθάρρυνε την οπισθοδρομικότητά τους και θα καθυστερούσε έτσι τη μελλοντική τους αυτάρκεια. Αυτή η απάντηση μπορεί να ικανοποιεί τους θιασώτες της αγοράς, αλλά για την ανθρωπότητα συνιστά ένα ακόμη μεγάλο άλυτο κοινωνικό πρόβλημα”.

Επιμέλεια κειμένου: Ε.- Α. Π.

W. Greider (1999) Ο μανιακός καπιταλισμός, μτφρ. Λ. Χαραλαμπίδης, Αθήνα: Καστανιώτης.